Tag Archive | συναίσθημα

Γιατί πρέπει να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους

αρχείο λήψηςΛένε πως μπαίνει κάποτε μια κυρία σ΄ένα εστιατόριο και παραγγέλνει για πρώτο πιάτο μια σούπα με σπαράγγια. Μετά από λίγο, ο σερβιτόρος της φέρνει το πιάτο της που αχνίζει και αποσύρεται.

“Γκαρσόν!” φωνάζει η κυρία, “Έλα εδώ.”

“Παρακαλώ, κυρία;” λέει ο σερβιτόρος πλησιάζοντας στο τραπέζι της.

“Για δοκίμασε τη σούπα!” τον προστάζει η πελάτισσα.

“Τι συμβαίνει κυρία; Δεν είναι αυτό που παραγγείλατε;”

“Δοκίμασε τη σούπα!” επαναλαμβάνει η κυρία.

“Μα, τι συμβαίνει…Θέλει παραπάνω αλάτι;”

“Δοκίμασε τη σούπα!!!”

“Είναι παγωμένη;”

“ΔΟΚΙΜΑΣΕ ΤΗ ΣΟΥΠΑ!!!” ξαναλέει η κυρία σε έντονο ύφος.

“Μα, κυρία, σας παρακαλώ, πείτε μου τι συμβαίνει…” λέει ο σερβιτόρος.

“Αν θες να μάθεις τι συμβαίνει…δοκίμασε τη σούπα” του λέει η κυρία δείχνοντας το πιάτο.

Ο σερβιτόρος καταλαβαίνει ότι η κυρία δεν πρόκειται να κάνει πίσω σ΄αυτό που λέει γιατί έχει πεισμώσει, κι έτσι κάθεται τελικά στο τραπέζι μπροστά στο αχνιστό κιτρινωπό υγρό, και με κάποια έκπληξη της λέει:

“Δεν έχω όμως κουτάλι..”

“Βλέπεις;” του λέει η κυρία, “Βλέπεις; Λείπει το κουτάλι.”

************************************************

Τι ωραία που θα ήταν αν αποκτήσουμε τη συνήθεια, τόσο στα μικρά, όσο και στα μεγάλα πράγματα, να μπορούμε να λέμε με τ’ όνομά τους γεγονότα, καταστάσεις και συναισθήματα κατευθείαν, χωρίς περιστροφές, έτσι όπως είναι.

Δεν μιλάω για ακρίβεια, αλλά για ορισμό. Που πάει να πει: ΑΠΟΦΑΣΙΖΩ τι περιλαμβάνει, από που μέχρι που, το περιεχόμενο του θέματος που συζητάμε. Ίσως γι’ αυτό προσπαθώ επίσης, πάντοτε να διευκρινίζω για τι πράγμα ΔΕΝ μιλάω όταν μιλάω για αγάπη.

Δεν εννοώ το να είναι κανείς ερωτευμένος, όταν μιλάω για αγάπη.

Δεν εννοώ το σεξ, όταν μιλάω για αγάπη.

Δεν μιλάω για συναισθήματα που υπάρχουν μόνο μέσα στα βιβλία.

Δεν μιλάω για χαρές φυλαγμένες για λίγους και ξεχωριστούς.

Δεν μιλάω για μεγάλα πράγματα.

Μιλάω για ένα συναίσθημα που μπορεί να βιώσει ο καθένας.

Μιλάω για απλά και γνήσια συναισθήματα.

Μιλάω για εμπειρίες σπουδαίες, που δεν υπερβαίνουν όμως την ανθρώπινη φύση ή τους περιορισμούς της.

Μιλάω για την αγάπη που σημαίνει, απλώς, να θέλεις κάποιον πολύ.

Και λέω να θέλεις όχι με την ετυμολογική έννοια της κτήσης, αλλά με την έννοια που καθημερινά δίνουν σ΄αυτό το ρήμα οι ισπανόφωνες χώρες, όπου το θέλω σημαίνει σ΄αγαπώ.

Εκεί, σπάνια χρησιμοποιούν το σ΄ αγαπώ. Λένε καλύτερα σε θέλω, σε θέλω πολύ, ή σε θέλω πάρα πολύ.

Όμως τι ακριβώς λένε με αυτό το “σε θέλω“¨;

Νομίζω πως εννοούν: Μ΄ενδιαφέρει να είσαι καλά.

Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.

Όταν θέλω κάποιον, αντιλαμβάνομαι τη σημασία που έχει για μένα αυτό που κάνει, αυτό που του αρέσει ή αυτό που τον πονάει.

Το σε θέλω σημαίνει, επομένως, νοιάζομαι ΓΙΑ σένα, και το σ΄αγαπώ σημαίνει: νοιάζομαι πάρα πολύ. Τόσο πολύ που καμιά φορά, όταν σ΄αγαπάω, βάζω το να είσαι εσύ καλά πάνω από άλλα πράγματα, τα οποία είναι επίσης σημαντικά για μένα.

Αυτός ο ορισμός (ότι νοιάζομαι ΓΙΑ σένα) δεν μετατρέπει την αγάπη σε κάτι πολύ μεγάλο, ούτε όμως μειώνει την αξία της κάνοντάς την να φαίνεται μια ανοησία…

Θα οδηγήσει, για παράδειγμα, στην πλήρη συνειδητοποίηση δύο γεγονότων: δεν είναι αλήθεια ότι σ΄αγαπάνε εκείνοι που δεν νοιάζονται πολύ για τη ζωή σου, και δεν είναι αλήθεια ότι δεν σ΄αγαπάνε εκείνοι που ζουν εξαρτημένοι απ΄ότι σου συμβαίνει.

Επαναλαμβάνω: αν μ΄αγαπάς πραγματικά, νοιάζεσαι για μένα!

Αυτό σημαίνει, επομένως, – όσο κι αν με πονάει να το παραδεχτώ -, ότι αν δεν νοιάζεσαι ΓΙΑ μένα, είναι γιατί δεν μ΄αγαπάς. Αυτό δεν είναι κακό, δεν λέει κάτι άσχημο για σένα που δεν μ΄αγαπάς, είναι απλώς η πραγματικότητα, έστω κι αν είναι μια θλιβερή πραγματικότητα (όπως λέει και το τραγούδι του Σερράτ: Ποτέ δεν είναι η αλήθεια θλιβερή, απλώς δεν υπάρχει άλλη λύση… Πρέπει μάλλον να καταλάβουμε ότι το θλιβερό είναι αυτό ακριβώς : ότι δεν γίνεται αλλιώς).

Η διαφοροποίηση που κάνω – και που είναι μόνο ποσοτική – ανάμεσα στο θέλω και στο αγαπώ είναι η ίδια που γίνεται με τις περισσότερες τρυφερές εκφράσεις που χρησιμοποιούμε για να ΜΗΝ πούμε Σ΄αγαπώ. Λέμε : μ΄αρέσεις, σε βρίσκω συμπαθητικό, νιώθω για σένα τρυφερότητα, είσαι η έμπνευσή μου, έχω αισθήματα αγάπης για σένα κ.λ.π.

Μπορώ να κάνω ένα σωρό πράγματα για να σου εκφράσω, να σου δείξω, να σου αποδείξω, να επιβεβαιώσω ή να υποστηρίξω ότι σ΄αγαπώ, όμως, μόνο ένα πράγμα μπορώ να κάνω με την αγάπη μου, κι αυτό είναι να Σ΄ΑΓΑΠΩ, να ασχολούμαι μαζί σου, να εκδηλώνω τα συναισθήματά μου όπως τα νιώθω. Και το πως τα αισθάνομαι είναι ο δικός μου τρόπος να σ΄αγαπώ.

Μπορείς να το δεχτείς ή μπορείς να το απορρίψεις, μπορείς να καταλάβεις τι σημαίνει ή μπορείς να το αγνοήσεις παντελώς. Αυτός, όμως, είναι ο τρόπος μου να σ΄αγαπώ, δεν έχω άλλον.

Ο καθένας έχει έναν μόνο τρόπο ν’ αγαπάει : τον δικό του. Αν κάποιος δεν σ΄αγαπάει όπως θα ήθελες να σ΄αγαπήσει, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν σ΄αγαπάει με όλη τη δύναμη της ψυχής του…

 

Jorge Bucay, Ο Δρόμος της Συνάντησης, Φύλλα Πορείας ΙΙ

Οι αρχές της Γνωστικής- Συμπεριφορικής Θεραπείας

cognitive-triangle    Η Γνωστική Θεραπεία (ΓΘ) αναπτύχθηκε από τον A. Beck στις αρχές του 1960, στοχεύοντας στην επίλυση των προβλημάτων του εκάστοτε θεραπευόμενου μέσα από την τροποποίηση των λαθεμένων του σκέψεων και συμπεριφορών. Πέρα από τη θεραπεία του Beck, έχουν αναπτυχθεί και άλλες μορφές της γνωστικής –συμπεριφορικής θεραπείας από άλλους μεγάλους θεωρητικούς, όπως η ορθολογική ή λογικο-θυμική θεραπεία του A. Ellis, η γνωστική-συμπεριφορική τροποποίηση του Meichenbaumκαι η πολυδιάστατη θεραπεία του Lazarus.

Το γνωστικό μοντέλο υποστηρίζει ότι οι διαστρεβλωμένες σκέψεις επηρεάζουν τη διάθεση και τη συμπεριφορά μας και είναι αυτές που βρίσκονται πίσω από τα ψυχολογικά μας προβλήματα. Στόχος της θεραπείας είναι να αξιολογηθούν ρελαιστικά αυτές οι σκέψεις και να τροποποιηθούν, ώστε να βελτιωθεί η συναισθηματική κατάσταση και η συμπεριφορά μας.

Αρχές της Γνωστικής- Συμπεριφορικής Θεραπείας

Η Γνωστική- Συμπεριφορική Θεραπεία:

1) βασιζεται στην εξελισσόμενη κατανόηση του θεραπευόμενου και των προβλημάτων του με γνωστικούς όρους.

Αρχικά προσδιορίζεται ο τρόπος σκέψης που συντηρεί τα δυσάρεστα συναισθήματα και τις προβληματικές συμπεριφορές. Στη συνέχεια αναγνωρίζονται οι εκλυτικοί παράγοντες, που συνέβαλαν στο διαστρεβλωμένο τρόπο αντίληψης των πραγμάτων και τέλος, ο θεραπευτής διατυπώνει υποθέσεις για σημαντικά αναπτυξιακά γεγονότα στη ζωή του θεραπευόμενου, καθώς και ορισμένους, σταθερούς τρόπους που έχει για να ερμηνεύει αυτά τα γεγονότα. Η κάθε διατύπωση βασίζεται σε στοιχεία που παρέχει ο θεραπευόμενος στις συνεδρίες. Ο θεραπευτής μοιράζεται με το θεραπευόμενό του αυτες τις υποθέσεις προκειμένου να διασφαλίσει ότι ο τρόπος που σκέφτεται ακούγεται σωστός στο θεραπευόμενο.

2) Απαιτεί μια σταθερή θεραπευτική συμμαχία.

Η θεραπευτική σχέση είναι η σχέση που αναπτύσσει ο θεραπευτής με το θεραπευόμενο, αναπόσπαστο κομμάτι της οποίας αποτελεί η θεραπευτική συμμαχία. Ο θεραπευτής αφιερώνει χρόνο προκειμένου να εδραιώσει μια σταθερή θεραπευτική σχέση, η οποία και παίζει κρίσιμο ρόλο στο αποτέλεσμα τς θεραπευτικής πορείας.

3) Δίνει έμφαση στη συνεργασία και την ενεργό συμμετοχή.

Η θεραπευτική σχέση είναι συνεργατικής φύσης, καθώς σκοπός του θεραπευτή είναι να δουλέψει μαζί με το θεραπευόμενο για την αντιμετώπιση του προβλήματος, που προκαλεί τη δυσλειτουργία.

Η θεραπεία είναι δουλειά ομαδική. Δεν είναι ο θεραπευτής που αποφασίζει μόνος του και «επιβάλλει» στο θεραπευόμενό του τι να κάνει και να ακολουθήσει τις οδηγίες του. Αντίθετα, αποφασίζουν από κοινού. Θεραπευτής και θεραπευόμενος συνεργάζονται, ο πρώτος ως ειδικός της ανθρώπινης συμπεριφοράς και ο δεύτερος ως ειδικός του εαυτού του.

4) Προσανατολίζεται σε στόχους και επικεντρώνεται σε προβλήματα

Αφού εντοπιστούν τα προβλήματα, στη συνέχεια τίθενται οι στόχοι- οι οποίοι διαμορφώνονται σε ρεαλιστικό επίπεδο, ώστε να επιλυθεί το πρόβλημα. Με τον τρόπο αυτό, ο θεραπευόμενος είναι σε θέση να αναγνωρίσει τι είναι αυτό που επιθυμεί να αλλάξει και τι προσδοκίες έχει από τη θεραπεία, με ποιον τρόπο πιστεύει και περιμένει ότι θα τον βοηθήσει.

 5) Αρχικά δίνει έμφαση στο παρόν.

Η θεραπεία ξεκινάει με εστίαση στα προβλήματα και στις επώδυνες καταστάσεις που βιώνει ο θεραπευόμενος στο εδώ και τώρα. Μέσω της ρεαλιστικής αξιολόγησης των δυσάρεστων συνθηκών επειδιώκεται η μέιωση των συμπτωμάτων.

Η προσοχή στρέφεται στο παρελθόν όταν: (α) ο θεραπευόμενος επιθυμεί έντονα να αναφερθεί σ’ αυτό, (β) είναι «φτωχά» τα αποτελέσματα της γνωστικής, συμπεριφορικής και συναισθηματικής αλλαγής, (γ) ο θεραπευτής θέλει να κατανοήσει πως αναπτύχθηκαν οι δυσλειτουργικές πεποιθήσεις του θεραπευόμενου, που τον επηρεάζουν μέχρι και σήμερα.

6) Έχει ψυχοεκπαιδευτικό χαρακτήρα.

Αυτό σημαίνει ότι επιδιώκει να μάθει στο θεραπευόμενο πώς να γίνει ο ίδιος θεραπευτής του εαυτού του, παρέχοντας του όλα τα απαραίτητα εφόδια και γνώσεις για να φτάσει στο σημείο αυτό. Έτσι μαθαίνει να επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, να αναγνωρίζει τις δυσλειτουργικές του σκέψεις, να αξιολογεί την εγκυρότητά τους και πώς αυτές επιδρούν στο συναίσθημά του, να σχεδιάζει αλλαγές στη συμπεριφορά του, διδάσκοντάς του τον τρόπο για να τα κάνει όλα αυτά.

7) Είναι χρονικά περιορισμένη.

Οι περισσότεροι θεραπευόμενοι με κατάθλιψη και αγχώδεις διαταραχές θεραπεύονται μέσα σε ένα διάστημα λίγων μηνών. Ωστόσο, δε σημειώνουν όλοι την ίδια πρόοδο κι ενδεχομένως για κάποιους να απαιτείται περισσότερος χρόνος ( π.χ. ένα με δύο χρόνια θεραπείας), ώστε να τροποποιήσουν αρκετά άκαμπτες πεποιθήσεις και συμπεριφορές, στις οποίες οφείλονται τα συμπτώματά τους.

8) Έχει δομημένες συνεδρίες.

Ανεξάρτητα από τη φύση του προβλήματος ή το στάδιο της θεραπείας, τηρείται μια προκαθορισμένη δομή σε κάθε συνεδρία. Η δομημένη διαδικασία βοηθάει στον εστιασμό σημαντικών θεμάτων για τον πελάτη, φαίνεται πιο κατανοητή στο θεραπευόμενο κι έτσι αυξάνονται οι πιθανότητες να προχωρήσει σε αυτοθεραπεία μετά το τέλος των συνατήσεων

9) Χρησιμοποιεί μια ποικιλία τεχνικών.

Παρόλο που οι γνωστικές στρατηγικές είναι κεντρικής σημασάις, χρησιμοποιούνται τεχνικές και από άλλες θεραπευτικής προσεγγίσεις, ενταγμένες μέσα στο γνωστικό πλαίσιο, για να επιτευχθεί η αλλαγή στον τρόπο σκέψης, στη διάθεση και τη συμπεριφορά του θεραπευόμενου.

 

Οι παραπάνω αρχές εφαρμόζονται σε όλους τους πελάτες, ωστόσο η θεραπεία διαφοροποιέιται ανάλογα με τον κάθε θεραπευόμενο, τη φύση και το είδος των προβλημάτων του, τους στόχους, την κινητοποίησή του για αλλαγή, την ικανότητά του να δημιουργεί ισχυρό θεραπευτικό δεσμό, την προηγούμενη θεραπευτική του εμπειρία και την προτίμησή του για θεραπεία.

 

Κατερίνα Κοντογιαννάτου

Βιβλιογραφία:

Beck, J. (2004). Εισαγωγή στη γνωστική θεραπεία. Αθήνα: Πατάκη