Tag Archive | λεκτική βία

Σωματική τιμωρία παιδιών: ερωτήσεις, απαντήσεις και απομυθοποιημένες δηλώσεις

oxi-sti-swmatiki-timwria-twn-paidiwn-02

«Πονάει στα αλήθεια;»

Ναι! Σύμφωνα με το Άρθρο 12 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού του ΟΗΕ, τα παιδιά έχουν το δικαίωμα να εκφράζουν τις απόψεις τους σε θέματα που τα αφορούν και αυτές πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. Τα παιδιά έχουν αρχίσει να μας λένε πόσο πολύ τα πονάει η σωματική τιμωρία. Και ο Paulo Sérgio Pinheiro εξηγεί στην έκθεσή του που κατέθεσε στη Γενική συνέλευση του ΟΗΕ τον Οκτώβριο 2006: Σε όλη τη διαδικασία διεξαγωγής της μελέτης, τα παιδιά εξέφρασαν συστηματικά την επείγουσα ανάγκη να σταματήσει όλη αυτή η βία. Τα παιδιά βεβαιώνουν για τον πόνο –όχι μόνο σωματικό αλλά και ψυχικό– που τους προξενεί αυτή η βία, σε συνδυασμό με την αποδοχή ή ακόμα και με την έγκρισή της από τους ενήλικες. Οι κυβερνήσεις πρέπει να αποδεχτούν ότι αυτή είναι πραγματικά μια επείγουσα ανάγκη, παρόλο που δεν είναι καινούργια. Τα παιδιά υφίστανται βία από τα χέρια των ενηλίκων εδώ και αιώνες χωρίς να φαίνονται ή να ακούγονται. Αλλά τώρα που η κλίμακα και η επίδραση της βίας σε βάρος των παιδιών γίνεται ορατή, δεν μπορούν να περιμένουν άλλο για την αποτελεσματική προστασία στην οποία έχουν απόλυτο δικαίωμα».

Υπάρχει ένας σπουδαίος ερευνητικός τόμος για τις επιπτώσεις της σωματικής τιμωρίας και πειστικά επιβεβαιώνει την πιθανή ζημιά που προκαλεί τόσο βραχυχρόνια όσο και μακροχρόνια. «Η σωματική τιμωρία από τους γονείς και οι σχετικές με αυτήν συμπεριφορές και εμπειρίες των παιδιών», είναι μια ανάλυση 88 ερευνητικών μελετών που δημοσιεύτηκε το 2002 και αναμφισβήτητα επιβεβαιώνει τους κινδύνους. Ενώ τα ευρήματα δεν μας εκπλήττουν, κατά κάποιο τρόπο δεν είναι ούτε απαραίτητα. Δεν θα αναζητούσαμε έρευνα των αποτελεσμάτων των επιπτώσεων της βιαιοπραγίας σε βάρος γυναικών ή ηλικιωμένων για να δικαιολογήσουμε την απαγόρευση: Πρόκειται για ένα ζήτημα θεμελιωδών δικαιωμάτων.

«Γιατί είναι τόσο δύσκολο να σταματήσουμε να χτυπάμε τα παιδιά;»

Διότι πολλοί ενήλικες ακόμα συγχέουν αυτό που μπορούν με αυτό που πρέπει να κάνουν. Αν οι ενήλικες, περιλαμβανομένων των πολιτικών, έβρισκαν αυτό το θέμα εύκολο, θα είχαμε δεχτεί εδώ και πολύ καιρό ότι τα παιδιά έχουν, όπως και εμείς οι υπόλοιποι, ακριβώς το ίδιο δικαίωμα σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της σωματικής τους ακεραιότητας και ίσης προστασίας από το νόμο. Στην πραγματικότητα θα ήταν πιθανό να δεχτούμε ότι τα παιδιά που ξεκινούν πολύ μικρά και πολύ ευαίσθητα, έχουν το δικαίωμα μεγαλύτερης προστασίας από ό,τι οι ενήλικες.

Είναι δύσκολο για τους ενήλικες να εγκαταλείψουν αυτό που ακόμα θεωρούν «δικαίωμά τους» να χτυπάνε και να πονάνε τα παιδιά στο όνομα της «πειθαρχίας» ή του ελέγχου. Αυτή η δυσκολία φαίνεται πως πηγάζει από προσωπική εμπειρία. Οι περισσότεροι άνθρωποι είχαν φάει ξύλο από τους γονείς τους όταν ήταν μικροί. Οι περισσότεροι γονείς έχουν χτυπήσει τα δικά τους παιδιά. Κανένας από εμάς δεν θέλει να σκέφτεται άσχημα για τους γονείς του ή για τη δική μας γονική ευθύνη και αυτό κάνει προκλητικό για πολλούς ανθρώπους, περιλαμβανομένων των πολιτικών και αυτών που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη και ακόμα αυτών που εργάζονται για την προστασία των παιδιών, το να θεωρούν τη σωματική τιμωρία ως το θεμελιώδες θέμα ισότητας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων που πραγματικά είναι. Αυτό δεν είναι θέμα ευθύνης – οι γονείς ενεργούσαν σύμφωνα με τις κοινωνικές προσδοκίες – αλλά ήρθε η ώρα να προχωρήσουμε σε θετικές, μη βίαιες σχέσεις με τα παιδιά. Στοχεύοντας στην εξάλειψη της σωματικής τιμωρίας, απλώς επεκτείνουμε στα παιδιά την πλήρη προστασία από την κακοποίηση και άλλες σκληρές ή απάνθρωπες μορφές τιμωρίας τις οποίες, ως ενήλικες, θεωρούμε δεδομένες για τους εαυτούς μας.

«Οι δημοσκοπήσεις λένε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι εναντίον μιας επίσημης απαγόρευσης της σωματικής τιμωρίας»

Τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων εξαρτώνται γενικά από το πόσο αδέξια εκφράζονται οι ερωτήσεις και πόσες πληροφορίες έχουν αυτοί που τις απαντούν. Αν ο κόσμος είναι πλήρως ενημερωμένος για το θέμα, την υπάρχουσα ανεπάρκεια της προστασίας των παιδιών και τοv σκοπό της απαγόρευσης μπορεί να την υποστηρίξουν. Αλλά έτσι κι αλλιώς, σε αυτό το θέμα όπως και σε άλλα –βία εναντίον των γυναικών, φυλετικές διακρίσεις– οι πολιτικοί πρέπει να ηγούνται, όχι να ακολουθούν την κοινή γνώμη, παραθέτοντας τις απόλυτες υποχρεώσεις τους στα ανθρώπινα δικαιώματα για να διασφαλίσουν ότι ο νόμος παρέχει στα παιδιά, όπως και στους ενήλικες, πλήρη προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς τους. Σχεδόν όλα τα κράτη μέλη που έχουν απαγορεύσει όλες τις μορφές σωματικής τιμωρίας, το έχουν κάνει πριν την αποδοχή της κοινής γνώμης, αλλά στη συνέχεια, γρήγορα η κοινή γνώμη άλλαξε υποστηρίζοντας τη νομοθετική αλλαγή. Σε λίγα χρόνια θα κοιτάμε το παρελθόν με απορία για τον καιρό που ήταν νόμιμο και αποδεκτό το να χτυπάμε τα παιδιά.

«Αν οι γονείς αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τη χρήση σωματικής τιμωρίας, δεν θα είναι τα παιδιά κακομαθημένα και απείθαρχα;»

Όχι. Η πραγματική πειθαρχία δεν βασίζεται στη δύναμη. Αναπτύσσεται μέσα από την κατανόηση, τον αμοιβαίο σεβασμό και την ανοχή. Τα μωρά ξεκινάνε εντελώς εξαρτημένα και καθώς μεγαλώνουν, βασίζονται στους ενήλικες – ιδιαίτερα στους γονείς τους – να τα καθοδηγήσουν και να τα υποστηρίξουν προς την ωριμότητα με αυτοπειθαρχία. Η σωματική τιμωρία δεν λέει στα παιδιά τίποτα για το πώς πρέπει να συμπεριφέρονται. Αντίθετα, το ξύλο στα παιδιά είναι μάθημα κακής συμπεριφοράς. Διδάσκει τα παιδιά ότι οι γονείς τους, τους οποίους ελπίζουμε ότι αγαπούν και σέβονται, βρίσκουν αποδεκτή τη χρήση της βίας για τη λύση προβλημάτων ή συγκρούσεων. Τα παιδιά μαθαίνουν από αυτά που κάνουν οι γονείς τους, όχι μόνο από όσα τους λένε. Η σωματική τιμωρία και άλλες ταπεινωτικές μορφές τιμωρίας δεν είναι υποκατάστατο των θετικών μορφών πειθαρχίας, οι οποίες όχι μόνο δεν κακομαθαίνουν τα παιδιά, αλλά είναι σχεδιασμένες να διασφαλίσουν ότι τα μαθαίνουν να σκέφτονται για τους άλλους και για τις συνέπειες των πράξεών τους.

Τα κράτη έχουν υποχρέωση να υποστηρίζουν τη θετική γονική φροντίδα και η σύσταση της Επιτροπής των Υπουργών για την πολιτική υποστήριξης της θετικής γονικής μέριμνας τους δίνει τις κατευθυντήριες γραμμές να το κάνουν.

somatiki timoria«Με χτυπούσαν όταν ήμουν παιδί και αυτό δεν μου έκανε καθόλου κακό. Στην πραγματικότητα, δεν θα ήμουν εδώ που βρίσκομαι σήμερα αν οι γονείς μου δεν με τιμωρούσαν σωματικά.»

Πώς το ξέρετε αυτό; Κανένας από εμάς δεν ξέρει πώς θα είμαστε αν οι γονείς μας δε μας χτυπούσαν ή δε μας ταπείνωναν ποτέ. Πόσοι άνθρωποι, όταν λένε ότι δεν τους έκανε καθόλου κακό, δεν αρνούνται τον πόνο που ένιωσαν όταν οι πιο κοντινοί τους ενήλικες νόμιζαν ότι μπορούν να τους διδάξουν μόνο προκαλώντας τους πόνο; Οι άνθρωποι συνήθως αρχίζουν να χτυπάνε τα παιδιά τους επειδή και τους ίδιους τους χτυπούσαν όταν ήταν παιδιά, παρόλο που, σύμφωνα με την έρευνα, συνήθως, αισθάνονται ενοχές εκ των υστέρων. Αλλά συνεχίζουν να χτυπάνε τα παιδιά τους ιδιαίτερα όταν έχουν φτάσει στα όριά τους. Είναι άσκοπο να κατηγορούμε τις προηγούμενες γενεές για το ξύλο σε βάρος των παιδιών, διότι ενεργούσαν σύμφωνα με τη διαδεδομένη κουλτούρα της εποχής. Αλλά οι καιροί αλλάζουν και οι κοινωνίες προχωρούν. Η αναγνώριση των παιδιών ως υποκειμένων δικαιωμάτων απαιτεί δράση για να τεθεί ένα τέλος στη νομιμοποίηση και την κοινωνική αποδοχή της βίας σε βάρος των παιδιών, ακριβώς όπως οι κοινωνίες έχουν προχωρήσει στο τέλος της αποδοχής της βίας κατά των γυναικών.

«Οι γονείς έχουν το δικαίωμα να μεγαλώνουν τα παιδιά τους όπως νομίζουν. Πρέπει να αμφισβητούμε μόνο τις ακραίες περιπτώσεις, όπως είναι η παιδική κακοποίηση.»

Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν σταματάνε στην είσοδο του σπιτιού σου. Τα παιδιά έχουν το ίδιο δικαίωμα με τα άλλα μέλη της οικογένειας για προστασία από το ξύλο και δεν είναι πιο παρεμβατικό να επιμένουμε ότι ο νόμος πρέπει προστατεύει τα παιδιά στο σπίτι από το να επιμένουμε ότι οι άντρες πρέπει να σταματήσουν να χτυπάνε τις γυναίκες τους. Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού του ΟΗΕ έχει εισάγει την ιδέα της «γονικής ευθύνης», με το καλό των παιδιών να είναι η βασική έγνοια των γονέων. Τα παιδιά δεν αποτελούν ιδιοκτησία των γονιών τους.

«Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο χτύπημα ενός παιδιού και σε ένα σκαμπίλι με αγάπη.»

Οι διαφορές είναι άσχετες για το νόμο! Το ένα πονάει φυσικά περισσότερο από το άλλο αλλά και τα δυο είναι μια συνέχεια βίας και επίσης και τα δυο παραβιάζουν το ίσο δικαίωμα των παιδιών στον σεβασμό. Οι κοινωνίες δεν θέτουν όρια ούτε προσπαθούν να δικαιολογήσουν οποιοδήποτε επίπεδο βίας όταν αμφισβητούν τη βία εναντίον των γυναικών ή εναντίον των ηλικιωμένων. Επομένως γιατί πρέπει να το κάνουμε όταν πρόκειται για τα παιδιά; Και οι κίνδυνοι οποιασδήποτε σύνδεσης ανάμεσα στο να αγαπάς και να πονάς τους ανθρώπους πρέπει να είναι προφανείς. Ένα «σκαμπίλι με αγάπη» είναι μια αντίθεση του χειρίστου είδους. Αυτός ο φαινομενικά ακίνδυνος όρος είναι ένα πέπλο πίσω από το οποίο μπορούν να κρυφτούν οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων.

«Χτυπάω τα παιδιά μου μόνο για να τα σταματήσω να μην τραυματιστούν.»

Το χτύπημα δεν είναι προστασία! Οι γονείς πρέπει να χρησιμοποιούν φυσικές ενέργειες να προστατεύσουν τα παιδιά – ιδιαίτερα τα μωρά και τα μικρά παιδιά – όλη την ώρα. Είναι ένα φυσικό στοιχείο του γονικού ρόλου. Αν ένα παιδί μπουσουλάει προς τη φωτιά ή τρέχει σε έναν επικίνδυνο δρόμο και βέβαια οι γονείς χρησιμοποιούν φυσικούς τρόπους να το σταματήσουν, το αρπάζουν, το σηκώνουν και του λένε για τον κίνδυνο. Όπως εξηγεί η Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Παιδιού στο Γενικό Σχόλιό της Αριθ. 8:

Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η γονική μέριμνα και η φροντίδα για τα παιδιά και ιδιαίτερα για τα μωρά και τα μικρά παιδιά, απαιτεί συχνές φυσικές ενέργειες και παρεμβάσεις για να τα προστατέψει. Αυτό είναι εντελώς ξεχωριστό από την ηθελημένη και τιμωρητική χρήση δύναμης για την πρόκληση πόνου μέχρις ένα βαθμό ή ταπείνωσης. Ως ενήλικες ξέρουμε οι ίδιοι τη διαφορά μεταξύ μιας προστατευτικής φυσικής πράξης και μιας ποινικά κολάσιμης βιαιοπραγίας. Δεν είναι δυσκολότερο να κάνουμε το διαχωρισμό σε σχέση με τις ενέργειες που αφορούν τα παιδιά. Ο νόμος όλων των κρατών, ρητά ή σιωπηρά, επιτρέπει τη χρήση της απαραίτητης δύναμης στο πλαίσιο της νομιμότητας για την προστασία των ανθρώπων.

«Η θρησκεία μου απαιτεί να χρησιμοποιώ σωματική τιμωρία»

Η θρησκευτική ελευθερία δεν μπορεί να λειτουργεί σε αντίθεση με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όπως διευκρινίζει η Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Παιδιού στο Γενικό Σχόλιό της Αριθ. 8:

Μερικοί θέτουν δικαιολογίες βασισμένες στην πίστη τους για τη σωματική τιμωρία, υποδεικνύοντας ότι ορισμένες ερμηνείες των θρησκευτικών κειμένων όχι μόνο δικαιολογούν τη χρήση της, αλλά καθορίζουν το καθήκον της χρήσης της. Η ελευθερία της θρησκευτικής πίστης ισχύει για όλους στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά για Πολιτικά Δικαιώματα (Άρθρο 18), αλλά η πρακτική της θρησκείας ή της πίστης πρέπει να είναι σύμφωνη με το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της σωματικής ακεραιότητας των άλλων. Η ελευθερία άσκησης της θρησκείας ή της πίστης μπορεί να είναι νόμιμα περιορισμένη για να προστατεύει τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες των άλλων.

Οι θρησκευτικοί εξτρεμιστές που υποστηρίζουν το τελετουργικό χτύπημα των παιδιών με διάφορα αντικείμενα πρέπει να καταδικάζονται από την επικρατούσα θρησκευτική γνώμη και από τη κοινωνία ως σύνολο. Επιφανείς θρησκευτικοί ηγέτες συμμετέχουν τώρα στην εκστρατεία της κατάργησης όλων των ειδών σωματικής τιμωρίας. Στην Παγκόσμια Σύνοδο Θρησκειών για την Ειρήνη το 2006 στο Κιότο της Ιαπωνίας, πάνω από 800 θρησκευτικοί αρχηγοί επιδοκίμασαν «μια θρησκευτική δέσμευση να καταπολεμηθεί η βία εναντίον των παιδιών», η οποία παροτρύνει τις κυβερνήσεις να υιοθετήσουν νόμους σύμφωνα με τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού και να απαγορεύσουν όλα τα είδη βίας, περιλαμβανομένης και της σωματικής τιμωρίας όλων των μορφών.

«Αν η σωματική τιμωρία των παιδιών ποινικοποιηθεί, χιλιάδες γονείς θα υποστούν ποινική δίωξη και πολύ περισσότερα παιδιά θα τεθούν υπό τη φροντίδα του κράτους.»

Δεν πρόκειται για τη φυλάκιση των γονέων. Πρόκειται για την προώθηση της θετικής γονικής φροντίδας. Δεν υπάρχουν στοιχεία για αυξημένη ποινική δίωξη των γονέων στον αυξανόμενο αριθμό των χωρών στις οποίες η σωματική τιμωρία απαγορεύεται. Η απαγόρευση της σωματικής τιμωρίας εκπληρώνει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών στα παιδιά. Ο πρώτος της στόχος είναι εκπαιδευτικός: Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, για να σταλεί ένα σαφές μήνυμα στην «ιδιωτικότητα» του σπιτιού ότι δεν είναι πλέον αποδεκτό ή νόμιμο το να χτυπάς ένα παιδί όπως και το να χτυπάς οποιονδήποτε άλλο. Οι κατευθυντήριες γραμμές όλων όσων ασχολούνται με την προστασία των παιδιών, περιλαμβανομένων και των διωκτικών αρχών, θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η εφαρμογή του νόμου επικεντρώνεται στο καλό του παιδιού. Η ποινική δίωξη και άλλες επίσημες παρεμβάσεις είναι απίθανο να ωφελήσουν τα παιδιά εκτός κι αν είναι ο μόνος τρόπος επίτευξης της απαραίτητης προστασίας από σημαντική τους βλάβη.

«Η απαγόρευση της φυσικής τιμωρίας απλώς θα οδηγήσει στη μεταχείριση των παιδιών με πιο φρικτούς τρόπους – στη συναισθηματική κακοποίηση, την ταπείνωση ή το κλείδωμά τους.»

Τα παιδιά έχουν δικαίωμα προστασίας όχι μόνο από τη σωματική τιμωρία, αλλά επίσης και από άλλους τύπους απάνθρωπης ή ταπεινωτικής συμπεριφοράς ή μεταχείρισης. Η νομική μεταρρύθμιση πρέπει να συνδεθεί με την αύξηση της ευαισθητοποίησης και την προώθηση θετικών, μη βίαιων σχέσεων με τα παιδιά. Οι γονείς επιθυμούν να έχουν τα παιδιά τους το καλύτερο δυνατό ξεκίνημα στη ζωή. Οι γονείς που χτυπάνε τα παιδιά τους δεν αισθάνονται καλά για αυτό – γενικά αισθάνονται στεναχωρημένοι και ένοχοι. Συνεπώς, οι περισσότεροι από αυτούς καλωσορίζουν τις συμβουλές για το πώς να εμποδίσουν και να λύσουν συγκρούσεις με τα παιδιά τους. Οι πολιτικές θετικής γονικής φροντίδας βοηθάνε τους γονείς να δώσουν τη δυνατότητα στα παιδιά τους να κατανοούν, να αποδέχονται και να σέβονται τους κανόνες (πειθαρχία) χωρίς να χρησιμοποιούν κανενός είδους βία, είτε φυσική είτε συναισθηματική. Η απομάκρυνση από το ξύλο και την ταπείνωση των παιδιών και η αντιμετώπισή τους ως άτομα που έχουν δικαιώματα μαζί με τους υπολοίπους από εμάς, βελτιώνει την οικογενειακή ζωή του καθενός.

«Γιατί να ανακατέψουμε το νόμο; Γιατί απλά να μην εκπαιδεύσουμε τους γονείς να απομακρυνθούν από τη χρήση σωματικής τιμωρίας;»

Η κατάργηση τα χρειάζεται και τα δυο. Δεν είναι θέμα επιλογής: Τα ανθρώπινα δικαιώματα υπαγορεύουν ότι τα παιδιά έχουν τουλάχιστο την ίδια νομική προστασία όπως οι ενήλικες – στην οικογένεια και παντού αλλού – τώρα. Ο ίδιος ο νόμος είναι ένα ισχυρό εκπαιδευτικό εργαλείο και βέβαια, η μεταρρύθμιση του νόμου που απαγορεύει τη σωματική τιμωρία πρέπει να συνδέεται με εκπαίδευση του κοινού και των γονέων. Μια απαγόρευση θα παρακινήσει τους γονείς να εξετάσουν θετικούς τρόπους εκπαίδευσης των παιδιών τους και θα παρακινήσει τους επαγγελματίες, τους πολιτικούς, τα ΜΜΕ να παράσχουν πόρους και να προσφέρουν αυτή την εκπαίδευση. Το Συμβούλιο της Ευρώπης είναι προετοιμασμένο να βοηθήσει τους γονείς και τους επαγγελματίες σε αυτή την προκλητική αποστολή.

«H εξάλειψη της σωματικής τιμωρίας στα παιδιά, Ερωτήσεις και απαντήσεις, Χτίζοντας μια Ευρώπη για τα παιδιά μαζί με τα παιδιά», http://www.coe.int/children

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΑ ΧΑΣΤΟΥΚΙΑ: Όταν οι γονείς προσβάλλουν και υποτιμούν τα παιδιά

550px-Stop-Taking-Things-Personally-Step-1

«Λοιπόν, χοντρούλα;», «Τι άχρηστος!», «Ε, ελέφαντα, θα έρθεις;», «Προσοχή έρχεται η μπουλντόζα!», «Ο ηλίθιος πήρε πάλι 5 στα μαθηματικά!», «Έτσι άσχημη που είσαι, φαντάζεσαι ότι θα αρέσεις στα αγόρια;», «Ποια νομίζεις ότι είσαι; Η βασίλισσα της Αγγλίας;».

Σας σοκάρουν οι λέξεις; Αλίμονο, δεν τις φαντάστηκα. Ελάχιστα είναι τα παιδιά που δεν τα προσέβαλαν ποτέ οι γονείς τους. Αυτές οι υποτιμήσεις μοιάζουν με συναισθηματικά χαστούκια. Πληγώνουν τον νέο που τις ανέχεται, τον ενήλικα που τις προφέρει και τη σχέση τους. Η προσωπική μας ιστορία μας κάνει να πιστεύουμε ότι η λεκτική βία είναι ανώδυνη. Στα σχολεία οι προσβολές είναι μόνιμες. Οι έφηβοι λένε εξάλλου: «Με κοροϊδεύουν», χωρίς να λένε πώς. Αν κάποιος ενήλικας επαναστατήσει, του απαντούν: «Δεν καταλαβαίνεις, δεν είναι τίποτε, το συνηθίζουμε, όλοι μιλάνε έτσι».

Όμως όταν ένας από τους εφήβους αυτούς περνά την πόρτα του ψυχολόγου ή όταν βρεθεί μέσα σε μία ομάδα όπου μπορεί να μιλήσει με ειλικρίνεια, εμπιστεύεται κάτι τελείως διαφορετικό. Το να σε προσβάλουν σε πληγώνει και οδηγεί στην επιδείνωση των σχέσεών σου με τους άλλους. Οι επικρίσεις και οι υποτιμήσεις δημιουργούν ένα δηλητηριώδες κλίμα. Μέσα σε μια τάξη όπου κάποια προσβολή μπορεί να προέλθει από έναν ενήλικα ή από κάποιο παιδί χωρίς κανένας να την αποκηρύξει ως απαράδεκτη, κανένας δεν αισθάνεται πλέον ασφαλής. Ούτε το θύμα, ούτε οι παθητικοί μάρτυρες, ούτε καν ο επιτιθέμενος. Η εσωτερική αλλαγή είναι αδιόρατη, τις περισσότερες φορές ασυνείδητη. Κανένας πλέον δε διακινδυνεύει να εκφραστεί ελεύθερα, Όλοι παίζουν κάποιο ρόλο.

Το ίδιο ισχύει και στην οικογένεια. Καθένας φορά το κοστούμι του και παίζει το ρόλο του, ώστε να είναι αποδεκτός. Ορισμένοι ταυτίζονται με το ρόλο τους, πιστεύουν ότι έτσι είναι, ότι αυτή είναι η πραγματική ζωή.

Αυτές οι στάσεις της περιφρόνησης και της υποτίμησης είναι ήδη επίπονες όταν προέρχονται από κάποιο φίλο κι ακόμη περισσότερο όταν προέρχονται από τους ίδιους τους γονείς μας. Οι συνηθισμένες προσβολές πληγώνουν περισσότερο από ό,τι θέλουμε να πιστεύουμε.

Στο γήπεδο του τένις, τα σχόλια του πατέρα δε σταματούν λεπτό. «Κουνήσου, άντε, κούνα το χοντρό πισινό σου!». Η Ντέμπορα προσπαθεί. Κάθε μπαλιά που χτυπά στο δίχτυ προκαλεί μία κόμη κοροϊδία: «Είσαι άχρηστη, αλήθεια, καημένο μου παιδί!». Όταν τον αποδοκιμάζω, ο πατέρας δικαιολογείται. «Δεν την υποτιμώ, απλώς την ωθώ να προσπαθήσει περισσότερο. Την κινητοποιώ γιατί ξέρω ποιες είναι οι ικανότητές της. Διαφορετικά, δε θα έλεγα τίποτα!». Αυτός ο πατέρας πιστεύει όσα λέει; Με αυτόν τον τρόπο μειώνει τη γνωστική ασυμφωνία, αλλά πρέπει να κλείνει και τα μάτια του! Η κόρη του έχει δημιουργήσει ένα όστρακο ώστε να μην αισθάνεται πια. Έχει απομονωθεί από τον εαυτό της, έχει καλυφθεί από ένα παχύ στρώμα λίπους για να μετριάσει τα χτυπήματα… Βέβαια παράτησε το τένις λίγο μετά. Λατρεύει τον πατέρα της…και δεν τον αμφισβητεί. Προτιμά να καταστρέψει τη δική της εικόνα. Είναι προφανές ότι δεν έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό της, αλλά δε συνδέει την έλλειψη αυτή με τη στάση του πατέρα της. Εξάλλου, εκείνος είναι τόσο εξαίρετος, τόσο άνετος με τη ζωή, τόσο γενναιόδωρος, τόσο εξυπηρετικός με όλους.

Εκείνος είναι κυρίαρχος. Δε συμπαθεί τους ψυχολόγους και αρνείται να σκεφθεί το δικό του μερίδιο ευθύνης για την έλλειψη εσωτερικής ασφάλειας της κόρης του: «Έτσι είναι αυτή». Με ποιον τρόπο επωφελείται κάνοντας την να υποφέρει έτσι; Διατηρεί την εξουσία. Δεν επιτρέπει στα συναισθήματά του να αναδυθούν. Υπήρξε καταπιεσμένος από τον πατέρα του, ταπεινωμένος, υποτιμημένος. Ηθελημένα καυστικός με τη σειρά του, δεν αφήνει τα συναισθήματά του να αναδυθούν στην επιφάνεια. Πέρα από τον έλεγχο επάνω στην κόρη του, στην πραγματικότητα προσπαθεί να ελέγξει τα δικά του συναισθήματα, να τα κρατήσει κρυμμένα.

Η επίδραση των τραυμάτων επιβεβαιώνεται κάποιες φορές πού αργά.

Στην πραγματικότητα η προσβολή δεν απευθύνεται στο ίδιο το παιδί, αλλά πώς μπορεί να το ξέρει; Τα παιδιά πιστεύουν τους γονείς τους.

Από πού προέρχονται αυτές οι προσβολές; Συχνά, τις έχουμε ακούσει, μας τις έχουν απευθύνει όταν ήμαστε μικροί. Έχουμε απαλείψει την επιθετική τους πλευρά, τις έχουμε εσωτερικεύσει, κρύβοντας τον πόνο. Ο μηχανισμός είναι αμυντικός. Η προσβολή αποτελεί προβολή επάνω στον άλλον, ώστε να προσπαθήσουμε να πάψουμε τον πόνο που αισθανόμαστε μέσα μας. Πίσω από μία προσβολή υπάρχει πάντα η προσωπική μας ιστορία, ένα τραύμα που μας πονά ακόμη, συναισθήματα και ανάγκες.

Οι προσβολές μας δεν είναι αθώες. Προβάλλονται επάνω στα παιδιά μας, αλλά δε λένε τίποτε για αυτά. Μιλάνε για τα δικά μας τραύματα.

Οι προσβολές, οι υποτιμήσεις, οι επικρίσεις, οι βρισιές δεν αποτελούν εκπαιδευτικές μεθόδους, αλλά βία, ακόμη κι όταν, και ιδίως όταν οι γονείς είναι αυτοί που προσβάλλουν. Οι επικρίσεις αποτελούν χτυπήματα έναντι του άλλου, ώστε να μην αναγκαστούμε να κοιτάξουμε μέσα μας. «Όποιος κοροϊδεύει, κοροϊδεύει τα μούτρα του!» λένε τα παιδιά.

Όταν παρουσίασα αυτή τη δυναμική σε έναν πατέρα που με επισκέφθηκε για το γιο του, εκείνος επαναστάτησε: «Μα, είναι αλήθεια ότι είναι άχρηστος, την αλήθεια λέω μόνο, δεν μπορώ να του πω ότι είναι ιδιοφυϊα, δείτε τους βαθμούς του!».

Υπομονετικά του εξήγησα τη διαφορά διαπίστωσης και ερμηνείας. Υπογραμμίζοντας ότι το «είναι ιδιοφυϊα» πάλι θα τον έκρινε, δε θα έκανε μία αντικειμενική διαπίστωση. Το «οι βαθμοί σου είναι κατώτεροι από το μέσο όρο» αποτελεί αντικειμενική πραγματικότητα. Το «είσαι άχρηστος»  αποτελεί μια γενικευμένη ερμηνεία, ένας χαρακτηρισμός του μαθητή και όχι της βαθμολογίας του. Η ερμηνεία είναι υποκειμενική, αποτέλεσμα των δικών μας βιωμάτων, της δικής μας άποψης, της δικής μας οπτικής γωνίας και όχι της δικής του πραγματικότητας. Συχνά δυσκολευόμαστε να κάνουμε αυτή τη διάκριση, αφού η δική μας ερμηνεία μας φαίνεται ως η μόνη δυνατή επιλογή. Αλλά το παιδί λόγω υποχωρητικότητας και ανάγκης για συνάφεια έχει την τάση να συμβιβάζεται με αυτό που λέμε για το άτομό του. Το φαινόμενο έχει μελετηθεί και ονομάζεται «αυτόματη εκπλήρωση των προβλέψεων». Θεωρούμε ότι ένα παιδί είναι άχρηστο, μπαίνει σε μία (μηχανική;) διαδικασία αποτυχίας: είμαι άχρηστος, δεν υπάρχει λόγος να προσπαθήσω να λύσω το πρόβλημα, δε θα τα καταφέρω…, συμβιβάζεται με αυτό τον ορισμό για τον εαυτό του μέσω των σκέψεων και της συμπεριφοράς του. Μοιάζει όλο και περισσότερο με το χαρακτηρισμό του γονέα του και έτσι επιβεβαιώνει την άποψή του.

JPA1

Έχουμε την τάση να ξεχνούμε ότι τα παιδιά κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν. Αν δεν ικανοποιήσουν τις προσδοκίες μας, είναι επειδή είτε αυτό που τους ζητάμε δεν μπορούν να το ελέγξουν, είτε βρίσκεται σε αντίθεση με τις ασυνείδητες προσδοκίες μας.

Τι είναι αυτό που μας ωθεί, παρόλα αυτά να επικρίνουμε; Υπήρξαμε κι εμείς παιδιά και άρα θα πρέπει να θυμόμαστε τον πόνο που αισθανόμαστε όταν οι ίδιοι οι γονείς μας μας χαρακτήριζαν αρνητικά. Δεν το θυμόμαστε διότι αισθανθήκαμε ένοχοι, αποδεχθήκαμε αυτόν τον χαρακτηρισμό και κλειδώσαμε τα συναισθήματά μας μέσα στην καρδιά μας. Ξεπεράσαμε αυτή την εμπειρία, ξέρουμε πόσο αντιπαιδαγωγικές είναι οι επικρίσεις, αφού έχουμε μέσα μας την απόδειξη. Αυτές οι επικρίσεις μας πλήγωσαν και δε μας βοήθησαν να αναπτύξουμε τις ικανότητές μας. Και ωστόσο, τις χρησιμοποιούμε και εμείς με τη σειρά μας. Γιατί; Διότι αισθανθήκαμε ένοχοι, κατώτεροι, υποτιμημένοι λόγω τις επίκρισης. Την εσωτερικεύσαμε και τη θεωρήσαμε δίκαιη. Πόσοι ενήλικες κοιτάζουν το παρελθόν τους κρίνοντας τον εαυτό τους: «Ήμουν κακομαθημένος, ήμουν αδύναμη, ήμουν ανυπόφορος..», ξεχνώντας ότι αυτές οι στάσεις ήταν μόνο οι συνέπειες, όχι τα αίτια.

Τα συμπτώματά μας δεν αποτελούν προβλήματα, είναι λύσεις, ή μάλλον ,  προσπάθειες επίλυσης των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε.

Όταν μία συμπεριφορά ή αποτέλεσμα του παιδιού μας δεν ξυπνά μέσα μας παλιά τραύματα, τις περισσότερες φορές είμαστε ικανοί να αναγνωρίσουμε ότι η συμπεριφορά αυτή έχει κάποια αιτία, ότι οι ρίζες της βρίσκονται σε κάποια βαθύτερη ανησυχία. Προσπαθούμε να να κατανοήσουμε το πρόβλημα και μετά αναζητούμε κάποια λύση και όχι να ενοχοποιήσουμε το παιδί. Για παράδειγμα, μπροστά σε έναν καταστροφικό έλεγχο, η αντίδρασή μας θα είναι η εξής: Τι συνέβη; Θα ακούσουμε, θα σκεφτούμε τις διάφορες πιθανές αιτίες: έλλειψη προσπάθειας, έλλειψη προσοχής, αδυναμία κατανόησης, ιδιαίτερες δυσκολίες, πρόβλημα με το μάθημα ή με το καθηγητή… Θα εξετάσουμε τη σχέση ανάμεσα στο παιδί μας και στον καθηγητή του. Με λίγα λόγια, θα τοποθετήσουμε τους βαθμούς σ’ ένα πλαίσιο, σκεπτόμενοι ότι αποτελούν μόνο σύμπτωμα και ότι πρέπει να ανακαλύψουμε το πρόβλημα που εμποδίζει το παιδί μας να προχωρήσει.

Δε θα σκεφτόμασταν ποτέ, βλέποντας στο θερμόμετρο έναν πυρετό 39,5ο C, να ζητήσουμε από το παιδί να προσπαθήσει να μειώσει τη θερμοκρασία του. Γνωρίζουμε ότι πρόκειται για ένα σύμπτωμα και ότι χρειάζεται να διαγνωστεί η ασθένεια για να την θεραπεύσουμε. Κατά τον ίδιο τρόπο, αν το παιδί μας δεν παίρνει καλούς βαθμούς, αυτό που συμβαίνει είναι ότι υπάρχει κάτι που το εμποδίζει. Αν δεν καταφέρουμε να το ανακαλύψουμε, τότε έχουμε ελάχιστες πιθανότητες να δούμε τους βαθμούς του να βελτιώνονται.

Μόνο η οργή μας μας τυφλώνει. Ξεχνάμε τα πάντα και ουρλιάζουμε στα παιδιά μας. Η οργή μας στην πραγματικότητα, δε μιλά για τους βαθμούς του παιδιού, αλλά για τα δικά μας ασυνείδητα βιώματα, τα δικά μας τραύματα. Γι’ αυτό η οργή μας δεν είναι μόνο επίπονη για τα παιδιά μας, αλλά και αναποτελεσματική όσον αφορά στην πρόοδό τους. Προσβάλλουμε το παιδί για να δαμάσουμε τα δικά μας συναισθήματα. Η αλήθεια βρίσκεται λοιπόν αλλού, μας αφορά, λέει:

«Όταν παίρνεις έναν κακό βαθμό αισθάνομαι άσχημα, όπως αισθανόμουν όταν έπαιρνα εγώ κακούς βαθμούς.»

Ή μάλλον:

«Είμαι οργισμένος, διότι έχω κακή εικόνα για τον εαυτό μου και φοβάμαι τι θα πουν οι άλλοι για μένα.»

«Όταν ήμουν μικρός έπαιρνα πολλούς κακούς βαθμούς, αισθανόμουν άχρηστος, αισθανόμουν πάντα ταπεινωμένος. Με κάνεις να ξαναζώ αυτή την ταπείνωση.»

«Όταν έπαιρνα κακό βαθμό, με έδερναν. Δεν πρέπει να μου το θυμίζεις!»

«Δεν πήρα ποτέ καλούς βαθμούς, και αν ήξερες πόσα θυσίασα, πόσο δούλεψα γι’ αυτό…δεν ανέχομαι η ζωή σου να είναι ευκολότερη.»

«Δουλεύω σκληρά για να μπορείς να πας στο σχολείο. Όταν βλέπω τους βαθμούς σου, νομίζω ότι αδικούμαι…»

Το να απαξιώνουμε τον άλλον, σημαίνει ότι αποκτούμε εξουσία πάνω του, αλλά κυρίως ότι αποκτούμε εξουσία επάνω στα τραύματα της δικής μας ζωής. Αποτελεί μια ατυχή προσπάθεια να βγει το παιδί που υπήρξαμε κάποτε από την κατάσταση της απαξίωσης στην οποία είναι φυλακισμένο. Όμως, αντί να το απελευθερώνουμε, κάθε φορά που ταπεινώνουμε τους άλλους, στρίβουμε ακόμη μια φορά το κλειδί στην πόρτα της φυλακής του.

Δεν υπάρχει λόγος να αισθανόμαστε ενοχές αν εκπλαγούμε από το γεγονός ότι χρησιμοποιούμε κάποια απαξιωτική κρίση. Ας αρκεστούμε στο να σταματήσουμε, να ζητήσουμε συγνώμη από το παιδί και μετά να ακούσουμε πώς αντηχεί η συγκεκριμένη επίκριση μέσα μας. Τι λέει για εμένα; Είναι πραγματικά μια πόρτα εισόδου στην προσωπική μου ιστορία.

Ιζαμπέλ Φιλιοζά, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΕΛΕΙΟΙ ΓΟΝΕΙΣ.