Tag Archive | γονεϊκότητα

Μήνυμα σε γονείς Νο3

m2

 

«Συζητήστε με άλλους γονείς. Σε όλες τις ηλικίες είναι χρήσιμο να μιλάτε με άλλους γονείς. ΠΡΟΣΟΧΗ, σκοπός δεν είναι να θέσουμε τα παιδιά σε κατάσταση ανταγωνισμού και να επιβεβαιώσουμε αν το δικό μας παιδί είναι καλύτερο ή λιγότερο καλό, αλλά να συνηδειτοποιήσουμε ότι ο δικός μας ανυπόφορος «θησαυρός» δεν είναι ο μόνος του είδους του.

Πολλές συμπεριφορές που οι γονείς δυσκολεύονται να ανεχθούν, διότι δεν τις καταλαβαίνουν, ή επειδή θεωρούν ότι δεν μπορούν να τις αντιμετωπίσουν συνδέονται απλώς με την ηλικία (παρ’ όλο που δεν αντιδρούν όλα τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο).

Όταν μιλάτε με άλλους γονείς, μπορείτε εξάλλου να δείτε ότι η δική σας εκπαιδευτική μέθοδος δεν αποτελεί τη μοναδική δυνατότητα κι αυτό μπορεί να σας κάνει να σκεφτείτε.»

Ιζαμπέλ Φιλιοζά

«- Κι εμείς τι πάθαμε που μεγαλώσαμε έτσι; – Γίναμε έτσι…»

Yoyo1 «Είναι εύκολο να γίνεις γονιός, αλλά είναι δύσκολο να είσαι γονιός». Σ’ αυτή τη φράση ο Βίλχελμ Μπους εσωκλείει σύντομα και περιεκτικά τη δυσκολία – κι ο,τι αυτή προϋποθέτει ή συνεπάγεται- του να είναι κανείς όχι τέλειος, αλλά ένας αρκούντως καλός γονιός. Εξάλλου τέλειοι γονείς δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν και τέλεια παιδιά, κι αυτό είναι κάτι, που χρειάζεται να κρατάμε καλά στο νου μας.

Όταν κάποιος γίνεται γονιός, τότε είναι η στιγμή που έρχεται στην επιφάνεια το δικό του εσωτερικό παιδί, των δικών του παιδικών χρόνων, έρχεται ξανά σε επαφή με το παρελθόν του, με τα τραύματά του. Και μπορεί είτε να υποκύψει σ’ αυτά και να τα αναπαράγει, διαιωνίζοντας με τη σειρά του αυτό το φαύλο κύκλο γενεών, είτε μπορεί να έρθει αντιμέτωπος με τις πληγές του, σπάζοντας τον κύκλο. Όποια κι αν είναι η επιλογή του, οι συνέπειες είναι αναπόφευκτες και αντίστοιχες της απόφασής του. Ο πρώτος δρόμος είναι σίγουρα ο πιο εύκολος, αλλά εξίσου σίγουρα είναι και ο πιο επικίνδυνος και επώδυνος για το παιδί μπροστά του.

Οι γονείς βλέπουν το παιδί τους ως προέκταση του εαυτού τους, αδυνατούν να το δουν ως ξεχωριστή προσωπικότητα, ως πλάσμα με διαφορετική ταυτότητα, τη δική του ταυτότητα. Περιμένουν απ’ αυτό να γίνει ό,τι δεν έγιναν, να κάνει ό,τι δεν έκαναν, να ζήσουν τη ζωή που δεν έζησαν μέσα απ’ τη ζωή του παιδιού τους, να “φτιάξουν” το τέλειο, το ιδανικό, το ατσαλάκωτο παιδί. Αντ’ αυτού όμως, το μόνο που καταφέρνουν να “φτιάξουν” είναι ένα φοβισμένο παιδί.

«Όταν ο γονιός δεν έχει αρκετή αυτοπεποίθηση, όταν δεν είναι σίγουρος για τη θέση του, μπορεί να αντιδρά άσχημα στις εκδηλώσεις αντίστασης του παιδιού του. Αντί να δει την αντίσταση ως μία εκδήλωση της ταυτότητας του παιδιού, αισθάνεται ότι κατευθύνεται εναντίον του» (Ιζαμπέλ Φιλιοζά). Και τότε οι γονείς κάνουν ένα από τα μεγαλύτερα τους λάθη. Αντί να προσπαθήσουν να κατανοήσουν τη συμπεριφορά του παιδιού τους, προσπαθούν να μεγαλώσουν ένα υπάκουο και πειθαρχημένο παιδί χρησιμοποιώντας ως όπλο τους και έχοντας ως σύμμαχο τους το φόβο. Και ο φόβος είναι παιδική κακοποίηση.

Παιδική κακοποίηση δεν είναι μόνο ό,τι αγγίζει τη σφαίρα του ακραίου. Παιδική κακοποίηση είναι οι τιμωρίες, οι επικρίσεις, οι υποτιμήσεις, οι ετικέτες, οι συγκρίσεις, οι απαιτήσεις, οι απειλές, η αδιαφορία, η απόρριψη, η απαξίωση, η ειρωνεία, τα λόγια που πονάνε, η αγάπη υπό όρους («Σ’ αγαπώ/ Είσαι καλός/ή, αν κάνεις αυτό που λέω/θέλω εγώ»).

«Το παιδί δεν μπορεί να ακούει προσβολές, γιατί μόνο έτσι μεγαλώνοντας θα αποκτήσει αξιοπρέπεια» (F. Engels). Δε μιλάμε πλέον για μια σχέση ισότιμη, αναφορικά με την αξιοπρέπεια και την αξία του παιδιού ως ανθρώπου. Μιλάμε για μια σχέση ελέγχου, για ένα μόνιμο παιχνίδι εξουσίας, με τους γονείς να κατηγορούν το παιδί ξεχνώντας ότι αυτοί το ξεκίνησαν.

Κάθε φορά που ο γονιός επιδιώκει να επιβληθεί στο παιδί του, κατ’ ουσίαν επιχειρεί να επιβληθεί στα τραύματα του για να μην πονάει. Πίσω απ’ τη βία κρύβεται μια δική του ιστορία, είναι οι παλιές πληγές, που ξαναματώνουν, προβάλλει την οργή της παιδικής του ηλικίας στο παιδί του.

Το παιδί εξαρτάται από τους γονείς του, καθρεφτίζεται στο βλέμμα τους, βλέπει τον εαυτό του μέσα απ’ τα δικά τους μάτια. Το παιδί δεν έχει ανάγκη από τέλειους γονείς, έχει ανάγκη από γονείς που το αγαπούν και κυρίως το αποδέχονται άνευ όρων και όχι άνευ ορίων. Δε φτάνει μόνο η αγάπη, χρειάζεται και η αποδοχή. Ένα παιδί, που δεν το αποδέχθηκαν, τρέχει για μια ζωή προκειμένου να φτάσει κάπου. Έχει ανάγκη από γονείς που αποδέχονται ότι το παιδί τους δεν είναι τέλειο, ότι δεν είναι ίσως αυτό που ονειρεύτηκαν, ότι δεν είναι αυτό που θα ήθελαν να είναι. Αλήθεια, οι ίδιοι είναι αυτό που θα ήθελαν να είναι; Αποδέχτηκαν ποτέ τον εαυτό τους; Τον αγάπησαν; Το παιδί έχει ανάγκη από γονείς, που αναγνωρίζουν τα λάθη τους, τα παραδέχονται και προσπαθούν να τα διορθώσουν.

«Κι εμείς τι πάθαμε που μεγαλώσαμε έτσι;». Μεγαλώσαμε μέσα σ’ έναν ψεύτικο εαυτό. Μάθαμε να φοβόμαστε, να κρυβόμαστε πίσω από μάσκες, να μην έχουμε πρόσωπο, αλλά προσωπείο, να φοράμε το κουστούμι μας και να παίζουμε το ρόλο μας. Μάθαμε να μην εκφράζουμε τις ανάγκες και τα «θέλω» μας, να μην τα αναγνωρίζουμε, να θέλουμε τα «θέλω» των άλλων, να τα περνάμε για δικά μας, να τους ανήκουμε, να εξαρτιόμαστε. Μάθαμε να μην αγαπάμε τον εαυτό μας, άρα και τους άλλους, να μην τον αποδεχόμαστε, να τον σαμποτάρουμε, να ζητούμε το δυσλειτουργικό για να λειτουργήσουμε ή για να νομίζουμε ότι έτσι λειτουργούμε. Μάθαμε να βολευόμαστε, να μη ρισκάρουμε, να μην κυνηγάμε τα όνειρά μας, να μην ονειρευόμαστε, να μας τρομάζει η αλλαγή, δηλαδή η ίδια η ζωή, μάθαμε να μη ζούμε. Άλλα περισσότερο, άλλα λιγότερο. Άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο. Κι αν πάλι όλα αυτά δεν τα αναγνωρίζουμε είναι γιατί κυρίως μάθαμε να τα βάζουμε όλα «κάτω απ’ το χαλί»… Κι αφού δεν τα βλέπω, ή μάλλον δε θέλω να τα δω, τότε δεν υπάρχουν! Αυτό πάθαμε. Γίναμε έτσι…

Μας οφείλουμε λοιπόν να βγούμε στο φως, να δούμε τις σκιές μας, να τις αναγνωρίσουμε, να τις γνωρίσουμε κι αυτή τη φορά να μάθουμε να τις διαχειριζόμαστε. «Να πούμε “ναι” στον εαυτό μας, να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας σαν αυτό να είναι το σοβαρότερο απ’ όλα τα καθήκοντά μας.» (C. Jung). Να βγάλουμε τη μάσκα! Να σπάσουμε τον κύκλο!

 

Κατερίνα Κοντογιαννάτου

Σωματική τιμωρία παιδιών: ερωτήσεις, απαντήσεις και απομυθοποιημένες δηλώσεις

oxi-sti-swmatiki-timwria-twn-paidiwn-02

«Πονάει στα αλήθεια;»

Ναι! Σύμφωνα με το Άρθρο 12 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού του ΟΗΕ, τα παιδιά έχουν το δικαίωμα να εκφράζουν τις απόψεις τους σε θέματα που τα αφορούν και αυτές πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. Τα παιδιά έχουν αρχίσει να μας λένε πόσο πολύ τα πονάει η σωματική τιμωρία. Και ο Paulo Sérgio Pinheiro εξηγεί στην έκθεσή του που κατέθεσε στη Γενική συνέλευση του ΟΗΕ τον Οκτώβριο 2006: Σε όλη τη διαδικασία διεξαγωγής της μελέτης, τα παιδιά εξέφρασαν συστηματικά την επείγουσα ανάγκη να σταματήσει όλη αυτή η βία. Τα παιδιά βεβαιώνουν για τον πόνο –όχι μόνο σωματικό αλλά και ψυχικό– που τους προξενεί αυτή η βία, σε συνδυασμό με την αποδοχή ή ακόμα και με την έγκρισή της από τους ενήλικες. Οι κυβερνήσεις πρέπει να αποδεχτούν ότι αυτή είναι πραγματικά μια επείγουσα ανάγκη, παρόλο που δεν είναι καινούργια. Τα παιδιά υφίστανται βία από τα χέρια των ενηλίκων εδώ και αιώνες χωρίς να φαίνονται ή να ακούγονται. Αλλά τώρα που η κλίμακα και η επίδραση της βίας σε βάρος των παιδιών γίνεται ορατή, δεν μπορούν να περιμένουν άλλο για την αποτελεσματική προστασία στην οποία έχουν απόλυτο δικαίωμα».

Υπάρχει ένας σπουδαίος ερευνητικός τόμος για τις επιπτώσεις της σωματικής τιμωρίας και πειστικά επιβεβαιώνει την πιθανή ζημιά που προκαλεί τόσο βραχυχρόνια όσο και μακροχρόνια. «Η σωματική τιμωρία από τους γονείς και οι σχετικές με αυτήν συμπεριφορές και εμπειρίες των παιδιών», είναι μια ανάλυση 88 ερευνητικών μελετών που δημοσιεύτηκε το 2002 και αναμφισβήτητα επιβεβαιώνει τους κινδύνους. Ενώ τα ευρήματα δεν μας εκπλήττουν, κατά κάποιο τρόπο δεν είναι ούτε απαραίτητα. Δεν θα αναζητούσαμε έρευνα των αποτελεσμάτων των επιπτώσεων της βιαιοπραγίας σε βάρος γυναικών ή ηλικιωμένων για να δικαιολογήσουμε την απαγόρευση: Πρόκειται για ένα ζήτημα θεμελιωδών δικαιωμάτων.

«Γιατί είναι τόσο δύσκολο να σταματήσουμε να χτυπάμε τα παιδιά;»

Διότι πολλοί ενήλικες ακόμα συγχέουν αυτό που μπορούν με αυτό που πρέπει να κάνουν. Αν οι ενήλικες, περιλαμβανομένων των πολιτικών, έβρισκαν αυτό το θέμα εύκολο, θα είχαμε δεχτεί εδώ και πολύ καιρό ότι τα παιδιά έχουν, όπως και εμείς οι υπόλοιποι, ακριβώς το ίδιο δικαίωμα σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της σωματικής τους ακεραιότητας και ίσης προστασίας από το νόμο. Στην πραγματικότητα θα ήταν πιθανό να δεχτούμε ότι τα παιδιά που ξεκινούν πολύ μικρά και πολύ ευαίσθητα, έχουν το δικαίωμα μεγαλύτερης προστασίας από ό,τι οι ενήλικες.

Είναι δύσκολο για τους ενήλικες να εγκαταλείψουν αυτό που ακόμα θεωρούν «δικαίωμά τους» να χτυπάνε και να πονάνε τα παιδιά στο όνομα της «πειθαρχίας» ή του ελέγχου. Αυτή η δυσκολία φαίνεται πως πηγάζει από προσωπική εμπειρία. Οι περισσότεροι άνθρωποι είχαν φάει ξύλο από τους γονείς τους όταν ήταν μικροί. Οι περισσότεροι γονείς έχουν χτυπήσει τα δικά τους παιδιά. Κανένας από εμάς δεν θέλει να σκέφτεται άσχημα για τους γονείς του ή για τη δική μας γονική ευθύνη και αυτό κάνει προκλητικό για πολλούς ανθρώπους, περιλαμβανομένων των πολιτικών και αυτών που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη και ακόμα αυτών που εργάζονται για την προστασία των παιδιών, το να θεωρούν τη σωματική τιμωρία ως το θεμελιώδες θέμα ισότητας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων που πραγματικά είναι. Αυτό δεν είναι θέμα ευθύνης – οι γονείς ενεργούσαν σύμφωνα με τις κοινωνικές προσδοκίες – αλλά ήρθε η ώρα να προχωρήσουμε σε θετικές, μη βίαιες σχέσεις με τα παιδιά. Στοχεύοντας στην εξάλειψη της σωματικής τιμωρίας, απλώς επεκτείνουμε στα παιδιά την πλήρη προστασία από την κακοποίηση και άλλες σκληρές ή απάνθρωπες μορφές τιμωρίας τις οποίες, ως ενήλικες, θεωρούμε δεδομένες για τους εαυτούς μας.

«Οι δημοσκοπήσεις λένε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι εναντίον μιας επίσημης απαγόρευσης της σωματικής τιμωρίας»

Τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων εξαρτώνται γενικά από το πόσο αδέξια εκφράζονται οι ερωτήσεις και πόσες πληροφορίες έχουν αυτοί που τις απαντούν. Αν ο κόσμος είναι πλήρως ενημερωμένος για το θέμα, την υπάρχουσα ανεπάρκεια της προστασίας των παιδιών και τοv σκοπό της απαγόρευσης μπορεί να την υποστηρίξουν. Αλλά έτσι κι αλλιώς, σε αυτό το θέμα όπως και σε άλλα –βία εναντίον των γυναικών, φυλετικές διακρίσεις– οι πολιτικοί πρέπει να ηγούνται, όχι να ακολουθούν την κοινή γνώμη, παραθέτοντας τις απόλυτες υποχρεώσεις τους στα ανθρώπινα δικαιώματα για να διασφαλίσουν ότι ο νόμος παρέχει στα παιδιά, όπως και στους ενήλικες, πλήρη προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς τους. Σχεδόν όλα τα κράτη μέλη που έχουν απαγορεύσει όλες τις μορφές σωματικής τιμωρίας, το έχουν κάνει πριν την αποδοχή της κοινής γνώμης, αλλά στη συνέχεια, γρήγορα η κοινή γνώμη άλλαξε υποστηρίζοντας τη νομοθετική αλλαγή. Σε λίγα χρόνια θα κοιτάμε το παρελθόν με απορία για τον καιρό που ήταν νόμιμο και αποδεκτό το να χτυπάμε τα παιδιά.

«Αν οι γονείς αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τη χρήση σωματικής τιμωρίας, δεν θα είναι τα παιδιά κακομαθημένα και απείθαρχα;»

Όχι. Η πραγματική πειθαρχία δεν βασίζεται στη δύναμη. Αναπτύσσεται μέσα από την κατανόηση, τον αμοιβαίο σεβασμό και την ανοχή. Τα μωρά ξεκινάνε εντελώς εξαρτημένα και καθώς μεγαλώνουν, βασίζονται στους ενήλικες – ιδιαίτερα στους γονείς τους – να τα καθοδηγήσουν και να τα υποστηρίξουν προς την ωριμότητα με αυτοπειθαρχία. Η σωματική τιμωρία δεν λέει στα παιδιά τίποτα για το πώς πρέπει να συμπεριφέρονται. Αντίθετα, το ξύλο στα παιδιά είναι μάθημα κακής συμπεριφοράς. Διδάσκει τα παιδιά ότι οι γονείς τους, τους οποίους ελπίζουμε ότι αγαπούν και σέβονται, βρίσκουν αποδεκτή τη χρήση της βίας για τη λύση προβλημάτων ή συγκρούσεων. Τα παιδιά μαθαίνουν από αυτά που κάνουν οι γονείς τους, όχι μόνο από όσα τους λένε. Η σωματική τιμωρία και άλλες ταπεινωτικές μορφές τιμωρίας δεν είναι υποκατάστατο των θετικών μορφών πειθαρχίας, οι οποίες όχι μόνο δεν κακομαθαίνουν τα παιδιά, αλλά είναι σχεδιασμένες να διασφαλίσουν ότι τα μαθαίνουν να σκέφτονται για τους άλλους και για τις συνέπειες των πράξεών τους.

Τα κράτη έχουν υποχρέωση να υποστηρίζουν τη θετική γονική φροντίδα και η σύσταση της Επιτροπής των Υπουργών για την πολιτική υποστήριξης της θετικής γονικής μέριμνας τους δίνει τις κατευθυντήριες γραμμές να το κάνουν.

somatiki timoria«Με χτυπούσαν όταν ήμουν παιδί και αυτό δεν μου έκανε καθόλου κακό. Στην πραγματικότητα, δεν θα ήμουν εδώ που βρίσκομαι σήμερα αν οι γονείς μου δεν με τιμωρούσαν σωματικά.»

Πώς το ξέρετε αυτό; Κανένας από εμάς δεν ξέρει πώς θα είμαστε αν οι γονείς μας δε μας χτυπούσαν ή δε μας ταπείνωναν ποτέ. Πόσοι άνθρωποι, όταν λένε ότι δεν τους έκανε καθόλου κακό, δεν αρνούνται τον πόνο που ένιωσαν όταν οι πιο κοντινοί τους ενήλικες νόμιζαν ότι μπορούν να τους διδάξουν μόνο προκαλώντας τους πόνο; Οι άνθρωποι συνήθως αρχίζουν να χτυπάνε τα παιδιά τους επειδή και τους ίδιους τους χτυπούσαν όταν ήταν παιδιά, παρόλο που, σύμφωνα με την έρευνα, συνήθως, αισθάνονται ενοχές εκ των υστέρων. Αλλά συνεχίζουν να χτυπάνε τα παιδιά τους ιδιαίτερα όταν έχουν φτάσει στα όριά τους. Είναι άσκοπο να κατηγορούμε τις προηγούμενες γενεές για το ξύλο σε βάρος των παιδιών, διότι ενεργούσαν σύμφωνα με τη διαδεδομένη κουλτούρα της εποχής. Αλλά οι καιροί αλλάζουν και οι κοινωνίες προχωρούν. Η αναγνώριση των παιδιών ως υποκειμένων δικαιωμάτων απαιτεί δράση για να τεθεί ένα τέλος στη νομιμοποίηση και την κοινωνική αποδοχή της βίας σε βάρος των παιδιών, ακριβώς όπως οι κοινωνίες έχουν προχωρήσει στο τέλος της αποδοχής της βίας κατά των γυναικών.

«Οι γονείς έχουν το δικαίωμα να μεγαλώνουν τα παιδιά τους όπως νομίζουν. Πρέπει να αμφισβητούμε μόνο τις ακραίες περιπτώσεις, όπως είναι η παιδική κακοποίηση.»

Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν σταματάνε στην είσοδο του σπιτιού σου. Τα παιδιά έχουν το ίδιο δικαίωμα με τα άλλα μέλη της οικογένειας για προστασία από το ξύλο και δεν είναι πιο παρεμβατικό να επιμένουμε ότι ο νόμος πρέπει προστατεύει τα παιδιά στο σπίτι από το να επιμένουμε ότι οι άντρες πρέπει να σταματήσουν να χτυπάνε τις γυναίκες τους. Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού του ΟΗΕ έχει εισάγει την ιδέα της «γονικής ευθύνης», με το καλό των παιδιών να είναι η βασική έγνοια των γονέων. Τα παιδιά δεν αποτελούν ιδιοκτησία των γονιών τους.

«Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο χτύπημα ενός παιδιού και σε ένα σκαμπίλι με αγάπη.»

Οι διαφορές είναι άσχετες για το νόμο! Το ένα πονάει φυσικά περισσότερο από το άλλο αλλά και τα δυο είναι μια συνέχεια βίας και επίσης και τα δυο παραβιάζουν το ίσο δικαίωμα των παιδιών στον σεβασμό. Οι κοινωνίες δεν θέτουν όρια ούτε προσπαθούν να δικαιολογήσουν οποιοδήποτε επίπεδο βίας όταν αμφισβητούν τη βία εναντίον των γυναικών ή εναντίον των ηλικιωμένων. Επομένως γιατί πρέπει να το κάνουμε όταν πρόκειται για τα παιδιά; Και οι κίνδυνοι οποιασδήποτε σύνδεσης ανάμεσα στο να αγαπάς και να πονάς τους ανθρώπους πρέπει να είναι προφανείς. Ένα «σκαμπίλι με αγάπη» είναι μια αντίθεση του χειρίστου είδους. Αυτός ο φαινομενικά ακίνδυνος όρος είναι ένα πέπλο πίσω από το οποίο μπορούν να κρυφτούν οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων.

«Χτυπάω τα παιδιά μου μόνο για να τα σταματήσω να μην τραυματιστούν.»

Το χτύπημα δεν είναι προστασία! Οι γονείς πρέπει να χρησιμοποιούν φυσικές ενέργειες να προστατεύσουν τα παιδιά – ιδιαίτερα τα μωρά και τα μικρά παιδιά – όλη την ώρα. Είναι ένα φυσικό στοιχείο του γονικού ρόλου. Αν ένα παιδί μπουσουλάει προς τη φωτιά ή τρέχει σε έναν επικίνδυνο δρόμο και βέβαια οι γονείς χρησιμοποιούν φυσικούς τρόπους να το σταματήσουν, το αρπάζουν, το σηκώνουν και του λένε για τον κίνδυνο. Όπως εξηγεί η Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Παιδιού στο Γενικό Σχόλιό της Αριθ. 8:

Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η γονική μέριμνα και η φροντίδα για τα παιδιά και ιδιαίτερα για τα μωρά και τα μικρά παιδιά, απαιτεί συχνές φυσικές ενέργειες και παρεμβάσεις για να τα προστατέψει. Αυτό είναι εντελώς ξεχωριστό από την ηθελημένη και τιμωρητική χρήση δύναμης για την πρόκληση πόνου μέχρις ένα βαθμό ή ταπείνωσης. Ως ενήλικες ξέρουμε οι ίδιοι τη διαφορά μεταξύ μιας προστατευτικής φυσικής πράξης και μιας ποινικά κολάσιμης βιαιοπραγίας. Δεν είναι δυσκολότερο να κάνουμε το διαχωρισμό σε σχέση με τις ενέργειες που αφορούν τα παιδιά. Ο νόμος όλων των κρατών, ρητά ή σιωπηρά, επιτρέπει τη χρήση της απαραίτητης δύναμης στο πλαίσιο της νομιμότητας για την προστασία των ανθρώπων.

«Η θρησκεία μου απαιτεί να χρησιμοποιώ σωματική τιμωρία»

Η θρησκευτική ελευθερία δεν μπορεί να λειτουργεί σε αντίθεση με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όπως διευκρινίζει η Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Παιδιού στο Γενικό Σχόλιό της Αριθ. 8:

Μερικοί θέτουν δικαιολογίες βασισμένες στην πίστη τους για τη σωματική τιμωρία, υποδεικνύοντας ότι ορισμένες ερμηνείες των θρησκευτικών κειμένων όχι μόνο δικαιολογούν τη χρήση της, αλλά καθορίζουν το καθήκον της χρήσης της. Η ελευθερία της θρησκευτικής πίστης ισχύει για όλους στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά για Πολιτικά Δικαιώματα (Άρθρο 18), αλλά η πρακτική της θρησκείας ή της πίστης πρέπει να είναι σύμφωνη με το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της σωματικής ακεραιότητας των άλλων. Η ελευθερία άσκησης της θρησκείας ή της πίστης μπορεί να είναι νόμιμα περιορισμένη για να προστατεύει τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες των άλλων.

Οι θρησκευτικοί εξτρεμιστές που υποστηρίζουν το τελετουργικό χτύπημα των παιδιών με διάφορα αντικείμενα πρέπει να καταδικάζονται από την επικρατούσα θρησκευτική γνώμη και από τη κοινωνία ως σύνολο. Επιφανείς θρησκευτικοί ηγέτες συμμετέχουν τώρα στην εκστρατεία της κατάργησης όλων των ειδών σωματικής τιμωρίας. Στην Παγκόσμια Σύνοδο Θρησκειών για την Ειρήνη το 2006 στο Κιότο της Ιαπωνίας, πάνω από 800 θρησκευτικοί αρχηγοί επιδοκίμασαν «μια θρησκευτική δέσμευση να καταπολεμηθεί η βία εναντίον των παιδιών», η οποία παροτρύνει τις κυβερνήσεις να υιοθετήσουν νόμους σύμφωνα με τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού και να απαγορεύσουν όλα τα είδη βίας, περιλαμβανομένης και της σωματικής τιμωρίας όλων των μορφών.

«Αν η σωματική τιμωρία των παιδιών ποινικοποιηθεί, χιλιάδες γονείς θα υποστούν ποινική δίωξη και πολύ περισσότερα παιδιά θα τεθούν υπό τη φροντίδα του κράτους.»

Δεν πρόκειται για τη φυλάκιση των γονέων. Πρόκειται για την προώθηση της θετικής γονικής φροντίδας. Δεν υπάρχουν στοιχεία για αυξημένη ποινική δίωξη των γονέων στον αυξανόμενο αριθμό των χωρών στις οποίες η σωματική τιμωρία απαγορεύεται. Η απαγόρευση της σωματικής τιμωρίας εκπληρώνει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών στα παιδιά. Ο πρώτος της στόχος είναι εκπαιδευτικός: Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, για να σταλεί ένα σαφές μήνυμα στην «ιδιωτικότητα» του σπιτιού ότι δεν είναι πλέον αποδεκτό ή νόμιμο το να χτυπάς ένα παιδί όπως και το να χτυπάς οποιονδήποτε άλλο. Οι κατευθυντήριες γραμμές όλων όσων ασχολούνται με την προστασία των παιδιών, περιλαμβανομένων και των διωκτικών αρχών, θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η εφαρμογή του νόμου επικεντρώνεται στο καλό του παιδιού. Η ποινική δίωξη και άλλες επίσημες παρεμβάσεις είναι απίθανο να ωφελήσουν τα παιδιά εκτός κι αν είναι ο μόνος τρόπος επίτευξης της απαραίτητης προστασίας από σημαντική τους βλάβη.

«Η απαγόρευση της φυσικής τιμωρίας απλώς θα οδηγήσει στη μεταχείριση των παιδιών με πιο φρικτούς τρόπους – στη συναισθηματική κακοποίηση, την ταπείνωση ή το κλείδωμά τους.»

Τα παιδιά έχουν δικαίωμα προστασίας όχι μόνο από τη σωματική τιμωρία, αλλά επίσης και από άλλους τύπους απάνθρωπης ή ταπεινωτικής συμπεριφοράς ή μεταχείρισης. Η νομική μεταρρύθμιση πρέπει να συνδεθεί με την αύξηση της ευαισθητοποίησης και την προώθηση θετικών, μη βίαιων σχέσεων με τα παιδιά. Οι γονείς επιθυμούν να έχουν τα παιδιά τους το καλύτερο δυνατό ξεκίνημα στη ζωή. Οι γονείς που χτυπάνε τα παιδιά τους δεν αισθάνονται καλά για αυτό – γενικά αισθάνονται στεναχωρημένοι και ένοχοι. Συνεπώς, οι περισσότεροι από αυτούς καλωσορίζουν τις συμβουλές για το πώς να εμποδίσουν και να λύσουν συγκρούσεις με τα παιδιά τους. Οι πολιτικές θετικής γονικής φροντίδας βοηθάνε τους γονείς να δώσουν τη δυνατότητα στα παιδιά τους να κατανοούν, να αποδέχονται και να σέβονται τους κανόνες (πειθαρχία) χωρίς να χρησιμοποιούν κανενός είδους βία, είτε φυσική είτε συναισθηματική. Η απομάκρυνση από το ξύλο και την ταπείνωση των παιδιών και η αντιμετώπισή τους ως άτομα που έχουν δικαιώματα μαζί με τους υπολοίπους από εμάς, βελτιώνει την οικογενειακή ζωή του καθενός.

«Γιατί να ανακατέψουμε το νόμο; Γιατί απλά να μην εκπαιδεύσουμε τους γονείς να απομακρυνθούν από τη χρήση σωματικής τιμωρίας;»

Η κατάργηση τα χρειάζεται και τα δυο. Δεν είναι θέμα επιλογής: Τα ανθρώπινα δικαιώματα υπαγορεύουν ότι τα παιδιά έχουν τουλάχιστο την ίδια νομική προστασία όπως οι ενήλικες – στην οικογένεια και παντού αλλού – τώρα. Ο ίδιος ο νόμος είναι ένα ισχυρό εκπαιδευτικό εργαλείο και βέβαια, η μεταρρύθμιση του νόμου που απαγορεύει τη σωματική τιμωρία πρέπει να συνδέεται με εκπαίδευση του κοινού και των γονέων. Μια απαγόρευση θα παρακινήσει τους γονείς να εξετάσουν θετικούς τρόπους εκπαίδευσης των παιδιών τους και θα παρακινήσει τους επαγγελματίες, τους πολιτικούς, τα ΜΜΕ να παράσχουν πόρους και να προσφέρουν αυτή την εκπαίδευση. Το Συμβούλιο της Ευρώπης είναι προετοιμασμένο να βοηθήσει τους γονείς και τους επαγγελματίες σε αυτή την προκλητική αποστολή.

«H εξάλειψη της σωματικής τιμωρίας στα παιδιά, Ερωτήσεις και απαντήσεις, Χτίζοντας μια Ευρώπη για τα παιδιά μαζί με τα παιδιά», http://www.coe.int/children

«Όταν χτυπάμε χωρίς να το θέλουμε»

Πρέπει-να-δίνουμε-ξύλο-στα-παιδιά

– Δε μου αρέσει όταν με χαστουκίζει η μητέρα μου.

– Τι αισθάνεσαι όταν σε χτυπά η μητέρα σου;

– Πονάω, κοκκινίζει το μάγουλό μου και θυμώνω.

– Και τι σκέφτεσαι;

– Σκέφτομαι ότι δε με αγαπά και πολύ.

Η μητέρα του Συλβέν, οκτώ ετών, τον έφερε σε ‘μένα διότι «δεν είναι φρόνιμος»! Δεν την ακούει, κάνει βλακείες.

– Ξέρεις γιατί σε χτυπάει η μαμά;

– Επειδή έχω κάνει κάποια βλακεία.

– Και αυτό σε κάνει να μη θέλεις να κάνεις βλακείες πια;

– Δεν κάνω βλακείες επίτηδες.

– Τι μπορείς να κάνεις για να μη σε χτυπάει;

– Πρέπει να σταματήσω να κάνω βλακείες, να προσέχω περισσότερο.

– Μπορείς να το κάνεις αυτό;

– Μα όχι, αφού δεν το κάνω επίτηδες.

Είναι σαφές! Τα χαστούκια δεν έχουν την ικανότητα να βοηθήσουν τον Συλβέν να αλλάξει τη συμπεριφορά του. Όμως, έχουν τη δύναμη να τον κάνουν να αισθάνεται στερημένος κι ένοχος.

Όσο τα χτυπήματα δεν είναι πραγματικά βίαια- και αλίμονο, συχνά ακόμη κι όταν είναι- τα παιδιά δικαιολογούν τους γονείς τους. Βρίσκουν φυσικό να τα χτυπούν και το δικαιολογούν: εκείνα έκαναν κάτι κακό, ήταν ανυπάκουα, έκαναν κάποια ανοησία. Αυτό είναι που τα δηλητηριάζει, περισσότερο από το σωματικό πόνο, και που κάνει βλαβερό ακόμη και το παραμικρό χτύπημα, το παιδί αισθάνεται «κακό» και πιστεύει ότι ο γονέας έχει το δικαίωμα να βλάπτει το σώμα του. Η Μονίκ Ταζρού το εκφράζει πολύ σωστά με την εξής φράση: «Το σώμα δεν αποτελεί πλέον απλώς το αντικείμενο που δέχεται τα χτυπήματα, μετατρέπεται κυρίως στο εκμαγείο των χτυπημάτων που δέχτηκε το παιδί και είναι το ίδιο το παιδί που υποφέρει μέσα του». Το εκμαγείο των χτυπημάτων που δέχτηκε το παιδί, αυτό ακριβώς.

Παρ’ όλο που τα χτυπήματα μπορεί να οδηγήσουν σε αλλαγή της συμπεριφοράς βραχυπρόθεσμα, συνήθως είναι άχρηστα. Όλοι οι γονείς το έχουν βιώσει αυτό, γεγονός που δεν τους εμποδίζει να συνεχίσουν να χτυπούν. Αυτό αποδεικνύει ότι το πραγματικό κίνητρο είναι ασυνείδητο. Ορισμένοι γονείς το αναγνωρίζουν, άλλοι όχι. (…)

«Θα λέγαμε ότι πηγαίνει γυρεύοντας για ξύλο». ΌΧΙ, τα φαινόμενα είναι σίγουρα εναντίον του, αλλά ας το αναλύσουμε. Όταν σας χτυπά κάποιος που πρέπει να σας προστατεύει, δημιουργείται μια γνωστική ασυμφωνία. «Η μαμά είναι η προστάτης μου»/ «Η μαμά μου κάνει κακό»: πρόκειται για δύο ασύμβατες φράσεις. Το παιδί πρέπει είτε να αμφισβητήσει την πρώτη, είτε τη δεύτερη. Όμως, είναι ευκολότερο να πιστέψει ότι «δεν πονάω και τόσο πολύ» παρά ότι «η μαμά δε με προστατεύει πια». Εξάλλου η μαμά έχει την τάση να επιβεβαιώνει αυτή την εκδοχή: «Σε δέρνω για το καλό σου, οπότε δεν πονάς». Όλα αυτά είναι ακατανόητα. Έτσι, για να μπορέσει το παιδί να δώσει σε όλα αυτά κάποιο νόημα, επαναλαμβάνει τη συμπεριφορά που οδήγησε σε ξύλο. Για να μειώσει τη γνωστική ασυμφωνία αναισθητοποιείται, έτσι ώστε να μην πονάει. Γι’ αυτό το ξύλο οδηγεί στο ξύλο.

Ένας γονιός χτυπά το παιδί του σπάνια, όποτε κάνει κάποια ανοησία. Χτυπά αντανακλαστικά, από συνήθεια, από άγνοια, αλλά κυρίως επειδή είναι κουρασμένος, πνιγμένος από την αίσθηση της ανικανότητάς του. Δεν ξέρει πια τι να κάνει, δεν καταφέρνει να χειριστεί τις προδιαθέσεις του, οπότε δέρνει για να αποκτήσει και πάλι εξουσία, αυτήν την εξουσία επάνω στον άλλον που προσφέρει η δυνατότητα να τον πληγώσεις και που δίνει την εντύπωση της αξίας. Το να κάνουμε κακό αποτελεί μια προσπάθεια αποκατάστασης ότι έχουμε σημασία.

ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΚΑΝΩ ΚΑΚΟ= ΕΧΩ ΕΞΟΥΣΙΑ= ΕΙΜΑΙ ΙΚΑΝΟΣ

«Με ελευθερώνει, μετά αισθάνομαι καλύτερα!» μου επιβεβαίωσε μια μητέρα. Τη στιγμή που χτυπάμε είμαστε πλημμυρισμένοι από μία παρόρμηση καταστροφής, ανάληψης της εξουσίας, υποδούλωσης του άλλου.  Αυτό ίσως, να μας ελευθερώνει, αλλά στην πραγματικότητα το ξύλο μας βοηθά να κρύβουμε τα πραγματικά μας συναισθήματα.

Οι πιο ευερέθιστοι, πτοημένοι,κουρασμένοι και αγχωμένοι γονείς είναι αυτοί που χρησιμοποιούν συχνότερα τις σωματικές τιμωρίες: το παιδί, άρα, τιμωρείται βάσει αυτού που υποφέρουν οι γονείς του και όχι ανάλογα με τα όσα κάνει ή δεν κάνει. Όλοι οι γονείς, ή σχεδόν όλοι, σήκωσαν κάποια στιγμή το χέρι τους στο παιδί τους. Όμως, πρέπει να πάψουμε να εθελοτυφλούμε, το ξύλο δεν αποτελεί εκπαιδευτική μέθοδο. Πρόκειται για μία βίαιη παρόρμηση που μπορούμε να μάθουμε να την ελέγχουμε.

Πώς γίνεται να είμαστε ικανοί να προσβάλλουμε, να ενοχοποιούμε, να απαξιώνουμε αυτούς που αγαπούμε περισσότερο; Ποτέ δε θα τολμούσαμε να συμπεριφερθούμε έτσι σε κάποιο συνάδελφο ή φίλο. Πώς γίνεται να είμαστε ικανοί να κάνουμε τόσο κακό στις κόρες των ματιών μας;

Ιζαμπέλ Φιλιοζά, «Δεν υπάρχουν τέλειοι γονείς»

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΑ ΧΑΣΤΟΥΚΙΑ: Όταν οι γονείς προσβάλλουν και υποτιμούν τα παιδιά

550px-Stop-Taking-Things-Personally-Step-1

«Λοιπόν, χοντρούλα;», «Τι άχρηστος!», «Ε, ελέφαντα, θα έρθεις;», «Προσοχή έρχεται η μπουλντόζα!», «Ο ηλίθιος πήρε πάλι 5 στα μαθηματικά!», «Έτσι άσχημη που είσαι, φαντάζεσαι ότι θα αρέσεις στα αγόρια;», «Ποια νομίζεις ότι είσαι; Η βασίλισσα της Αγγλίας;».

Σας σοκάρουν οι λέξεις; Αλίμονο, δεν τις φαντάστηκα. Ελάχιστα είναι τα παιδιά που δεν τα προσέβαλαν ποτέ οι γονείς τους. Αυτές οι υποτιμήσεις μοιάζουν με συναισθηματικά χαστούκια. Πληγώνουν τον νέο που τις ανέχεται, τον ενήλικα που τις προφέρει και τη σχέση τους. Η προσωπική μας ιστορία μας κάνει να πιστεύουμε ότι η λεκτική βία είναι ανώδυνη. Στα σχολεία οι προσβολές είναι μόνιμες. Οι έφηβοι λένε εξάλλου: «Με κοροϊδεύουν», χωρίς να λένε πώς. Αν κάποιος ενήλικας επαναστατήσει, του απαντούν: «Δεν καταλαβαίνεις, δεν είναι τίποτε, το συνηθίζουμε, όλοι μιλάνε έτσι».

Όμως όταν ένας από τους εφήβους αυτούς περνά την πόρτα του ψυχολόγου ή όταν βρεθεί μέσα σε μία ομάδα όπου μπορεί να μιλήσει με ειλικρίνεια, εμπιστεύεται κάτι τελείως διαφορετικό. Το να σε προσβάλουν σε πληγώνει και οδηγεί στην επιδείνωση των σχέσεών σου με τους άλλους. Οι επικρίσεις και οι υποτιμήσεις δημιουργούν ένα δηλητηριώδες κλίμα. Μέσα σε μια τάξη όπου κάποια προσβολή μπορεί να προέλθει από έναν ενήλικα ή από κάποιο παιδί χωρίς κανένας να την αποκηρύξει ως απαράδεκτη, κανένας δεν αισθάνεται πλέον ασφαλής. Ούτε το θύμα, ούτε οι παθητικοί μάρτυρες, ούτε καν ο επιτιθέμενος. Η εσωτερική αλλαγή είναι αδιόρατη, τις περισσότερες φορές ασυνείδητη. Κανένας πλέον δε διακινδυνεύει να εκφραστεί ελεύθερα, Όλοι παίζουν κάποιο ρόλο.

Το ίδιο ισχύει και στην οικογένεια. Καθένας φορά το κοστούμι του και παίζει το ρόλο του, ώστε να είναι αποδεκτός. Ορισμένοι ταυτίζονται με το ρόλο τους, πιστεύουν ότι έτσι είναι, ότι αυτή είναι η πραγματική ζωή.

Αυτές οι στάσεις της περιφρόνησης και της υποτίμησης είναι ήδη επίπονες όταν προέρχονται από κάποιο φίλο κι ακόμη περισσότερο όταν προέρχονται από τους ίδιους τους γονείς μας. Οι συνηθισμένες προσβολές πληγώνουν περισσότερο από ό,τι θέλουμε να πιστεύουμε.

Στο γήπεδο του τένις, τα σχόλια του πατέρα δε σταματούν λεπτό. «Κουνήσου, άντε, κούνα το χοντρό πισινό σου!». Η Ντέμπορα προσπαθεί. Κάθε μπαλιά που χτυπά στο δίχτυ προκαλεί μία κόμη κοροϊδία: «Είσαι άχρηστη, αλήθεια, καημένο μου παιδί!». Όταν τον αποδοκιμάζω, ο πατέρας δικαιολογείται. «Δεν την υποτιμώ, απλώς την ωθώ να προσπαθήσει περισσότερο. Την κινητοποιώ γιατί ξέρω ποιες είναι οι ικανότητές της. Διαφορετικά, δε θα έλεγα τίποτα!». Αυτός ο πατέρας πιστεύει όσα λέει; Με αυτόν τον τρόπο μειώνει τη γνωστική ασυμφωνία, αλλά πρέπει να κλείνει και τα μάτια του! Η κόρη του έχει δημιουργήσει ένα όστρακο ώστε να μην αισθάνεται πια. Έχει απομονωθεί από τον εαυτό της, έχει καλυφθεί από ένα παχύ στρώμα λίπους για να μετριάσει τα χτυπήματα… Βέβαια παράτησε το τένις λίγο μετά. Λατρεύει τον πατέρα της…και δεν τον αμφισβητεί. Προτιμά να καταστρέψει τη δική της εικόνα. Είναι προφανές ότι δεν έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό της, αλλά δε συνδέει την έλλειψη αυτή με τη στάση του πατέρα της. Εξάλλου, εκείνος είναι τόσο εξαίρετος, τόσο άνετος με τη ζωή, τόσο γενναιόδωρος, τόσο εξυπηρετικός με όλους.

Εκείνος είναι κυρίαρχος. Δε συμπαθεί τους ψυχολόγους και αρνείται να σκεφθεί το δικό του μερίδιο ευθύνης για την έλλειψη εσωτερικής ασφάλειας της κόρης του: «Έτσι είναι αυτή». Με ποιον τρόπο επωφελείται κάνοντας την να υποφέρει έτσι; Διατηρεί την εξουσία. Δεν επιτρέπει στα συναισθήματά του να αναδυθούν. Υπήρξε καταπιεσμένος από τον πατέρα του, ταπεινωμένος, υποτιμημένος. Ηθελημένα καυστικός με τη σειρά του, δεν αφήνει τα συναισθήματά του να αναδυθούν στην επιφάνεια. Πέρα από τον έλεγχο επάνω στην κόρη του, στην πραγματικότητα προσπαθεί να ελέγξει τα δικά του συναισθήματα, να τα κρατήσει κρυμμένα.

Η επίδραση των τραυμάτων επιβεβαιώνεται κάποιες φορές πού αργά.

Στην πραγματικότητα η προσβολή δεν απευθύνεται στο ίδιο το παιδί, αλλά πώς μπορεί να το ξέρει; Τα παιδιά πιστεύουν τους γονείς τους.

Από πού προέρχονται αυτές οι προσβολές; Συχνά, τις έχουμε ακούσει, μας τις έχουν απευθύνει όταν ήμαστε μικροί. Έχουμε απαλείψει την επιθετική τους πλευρά, τις έχουμε εσωτερικεύσει, κρύβοντας τον πόνο. Ο μηχανισμός είναι αμυντικός. Η προσβολή αποτελεί προβολή επάνω στον άλλον, ώστε να προσπαθήσουμε να πάψουμε τον πόνο που αισθανόμαστε μέσα μας. Πίσω από μία προσβολή υπάρχει πάντα η προσωπική μας ιστορία, ένα τραύμα που μας πονά ακόμη, συναισθήματα και ανάγκες.

Οι προσβολές μας δεν είναι αθώες. Προβάλλονται επάνω στα παιδιά μας, αλλά δε λένε τίποτε για αυτά. Μιλάνε για τα δικά μας τραύματα.

Οι προσβολές, οι υποτιμήσεις, οι επικρίσεις, οι βρισιές δεν αποτελούν εκπαιδευτικές μεθόδους, αλλά βία, ακόμη κι όταν, και ιδίως όταν οι γονείς είναι αυτοί που προσβάλλουν. Οι επικρίσεις αποτελούν χτυπήματα έναντι του άλλου, ώστε να μην αναγκαστούμε να κοιτάξουμε μέσα μας. «Όποιος κοροϊδεύει, κοροϊδεύει τα μούτρα του!» λένε τα παιδιά.

Όταν παρουσίασα αυτή τη δυναμική σε έναν πατέρα που με επισκέφθηκε για το γιο του, εκείνος επαναστάτησε: «Μα, είναι αλήθεια ότι είναι άχρηστος, την αλήθεια λέω μόνο, δεν μπορώ να του πω ότι είναι ιδιοφυϊα, δείτε τους βαθμούς του!».

Υπομονετικά του εξήγησα τη διαφορά διαπίστωσης και ερμηνείας. Υπογραμμίζοντας ότι το «είναι ιδιοφυϊα» πάλι θα τον έκρινε, δε θα έκανε μία αντικειμενική διαπίστωση. Το «οι βαθμοί σου είναι κατώτεροι από το μέσο όρο» αποτελεί αντικειμενική πραγματικότητα. Το «είσαι άχρηστος»  αποτελεί μια γενικευμένη ερμηνεία, ένας χαρακτηρισμός του μαθητή και όχι της βαθμολογίας του. Η ερμηνεία είναι υποκειμενική, αποτέλεσμα των δικών μας βιωμάτων, της δικής μας άποψης, της δικής μας οπτικής γωνίας και όχι της δικής του πραγματικότητας. Συχνά δυσκολευόμαστε να κάνουμε αυτή τη διάκριση, αφού η δική μας ερμηνεία μας φαίνεται ως η μόνη δυνατή επιλογή. Αλλά το παιδί λόγω υποχωρητικότητας και ανάγκης για συνάφεια έχει την τάση να συμβιβάζεται με αυτό που λέμε για το άτομό του. Το φαινόμενο έχει μελετηθεί και ονομάζεται «αυτόματη εκπλήρωση των προβλέψεων». Θεωρούμε ότι ένα παιδί είναι άχρηστο, μπαίνει σε μία (μηχανική;) διαδικασία αποτυχίας: είμαι άχρηστος, δεν υπάρχει λόγος να προσπαθήσω να λύσω το πρόβλημα, δε θα τα καταφέρω…, συμβιβάζεται με αυτό τον ορισμό για τον εαυτό του μέσω των σκέψεων και της συμπεριφοράς του. Μοιάζει όλο και περισσότερο με το χαρακτηρισμό του γονέα του και έτσι επιβεβαιώνει την άποψή του.

JPA1

Έχουμε την τάση να ξεχνούμε ότι τα παιδιά κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν. Αν δεν ικανοποιήσουν τις προσδοκίες μας, είναι επειδή είτε αυτό που τους ζητάμε δεν μπορούν να το ελέγξουν, είτε βρίσκεται σε αντίθεση με τις ασυνείδητες προσδοκίες μας.

Τι είναι αυτό που μας ωθεί, παρόλα αυτά να επικρίνουμε; Υπήρξαμε κι εμείς παιδιά και άρα θα πρέπει να θυμόμαστε τον πόνο που αισθανόμαστε όταν οι ίδιοι οι γονείς μας μας χαρακτήριζαν αρνητικά. Δεν το θυμόμαστε διότι αισθανθήκαμε ένοχοι, αποδεχθήκαμε αυτόν τον χαρακτηρισμό και κλειδώσαμε τα συναισθήματά μας μέσα στην καρδιά μας. Ξεπεράσαμε αυτή την εμπειρία, ξέρουμε πόσο αντιπαιδαγωγικές είναι οι επικρίσεις, αφού έχουμε μέσα μας την απόδειξη. Αυτές οι επικρίσεις μας πλήγωσαν και δε μας βοήθησαν να αναπτύξουμε τις ικανότητές μας. Και ωστόσο, τις χρησιμοποιούμε και εμείς με τη σειρά μας. Γιατί; Διότι αισθανθήκαμε ένοχοι, κατώτεροι, υποτιμημένοι λόγω τις επίκρισης. Την εσωτερικεύσαμε και τη θεωρήσαμε δίκαιη. Πόσοι ενήλικες κοιτάζουν το παρελθόν τους κρίνοντας τον εαυτό τους: «Ήμουν κακομαθημένος, ήμουν αδύναμη, ήμουν ανυπόφορος..», ξεχνώντας ότι αυτές οι στάσεις ήταν μόνο οι συνέπειες, όχι τα αίτια.

Τα συμπτώματά μας δεν αποτελούν προβλήματα, είναι λύσεις, ή μάλλον ,  προσπάθειες επίλυσης των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε.

Όταν μία συμπεριφορά ή αποτέλεσμα του παιδιού μας δεν ξυπνά μέσα μας παλιά τραύματα, τις περισσότερες φορές είμαστε ικανοί να αναγνωρίσουμε ότι η συμπεριφορά αυτή έχει κάποια αιτία, ότι οι ρίζες της βρίσκονται σε κάποια βαθύτερη ανησυχία. Προσπαθούμε να να κατανοήσουμε το πρόβλημα και μετά αναζητούμε κάποια λύση και όχι να ενοχοποιήσουμε το παιδί. Για παράδειγμα, μπροστά σε έναν καταστροφικό έλεγχο, η αντίδρασή μας θα είναι η εξής: Τι συνέβη; Θα ακούσουμε, θα σκεφτούμε τις διάφορες πιθανές αιτίες: έλλειψη προσπάθειας, έλλειψη προσοχής, αδυναμία κατανόησης, ιδιαίτερες δυσκολίες, πρόβλημα με το μάθημα ή με το καθηγητή… Θα εξετάσουμε τη σχέση ανάμεσα στο παιδί μας και στον καθηγητή του. Με λίγα λόγια, θα τοποθετήσουμε τους βαθμούς σ’ ένα πλαίσιο, σκεπτόμενοι ότι αποτελούν μόνο σύμπτωμα και ότι πρέπει να ανακαλύψουμε το πρόβλημα που εμποδίζει το παιδί μας να προχωρήσει.

Δε θα σκεφτόμασταν ποτέ, βλέποντας στο θερμόμετρο έναν πυρετό 39,5ο C, να ζητήσουμε από το παιδί να προσπαθήσει να μειώσει τη θερμοκρασία του. Γνωρίζουμε ότι πρόκειται για ένα σύμπτωμα και ότι χρειάζεται να διαγνωστεί η ασθένεια για να την θεραπεύσουμε. Κατά τον ίδιο τρόπο, αν το παιδί μας δεν παίρνει καλούς βαθμούς, αυτό που συμβαίνει είναι ότι υπάρχει κάτι που το εμποδίζει. Αν δεν καταφέρουμε να το ανακαλύψουμε, τότε έχουμε ελάχιστες πιθανότητες να δούμε τους βαθμούς του να βελτιώνονται.

Μόνο η οργή μας μας τυφλώνει. Ξεχνάμε τα πάντα και ουρλιάζουμε στα παιδιά μας. Η οργή μας στην πραγματικότητα, δε μιλά για τους βαθμούς του παιδιού, αλλά για τα δικά μας ασυνείδητα βιώματα, τα δικά μας τραύματα. Γι’ αυτό η οργή μας δεν είναι μόνο επίπονη για τα παιδιά μας, αλλά και αναποτελεσματική όσον αφορά στην πρόοδό τους. Προσβάλλουμε το παιδί για να δαμάσουμε τα δικά μας συναισθήματα. Η αλήθεια βρίσκεται λοιπόν αλλού, μας αφορά, λέει:

«Όταν παίρνεις έναν κακό βαθμό αισθάνομαι άσχημα, όπως αισθανόμουν όταν έπαιρνα εγώ κακούς βαθμούς.»

Ή μάλλον:

«Είμαι οργισμένος, διότι έχω κακή εικόνα για τον εαυτό μου και φοβάμαι τι θα πουν οι άλλοι για μένα.»

«Όταν ήμουν μικρός έπαιρνα πολλούς κακούς βαθμούς, αισθανόμουν άχρηστος, αισθανόμουν πάντα ταπεινωμένος. Με κάνεις να ξαναζώ αυτή την ταπείνωση.»

«Όταν έπαιρνα κακό βαθμό, με έδερναν. Δεν πρέπει να μου το θυμίζεις!»

«Δεν πήρα ποτέ καλούς βαθμούς, και αν ήξερες πόσα θυσίασα, πόσο δούλεψα γι’ αυτό…δεν ανέχομαι η ζωή σου να είναι ευκολότερη.»

«Δουλεύω σκληρά για να μπορείς να πας στο σχολείο. Όταν βλέπω τους βαθμούς σου, νομίζω ότι αδικούμαι…»

Το να απαξιώνουμε τον άλλον, σημαίνει ότι αποκτούμε εξουσία πάνω του, αλλά κυρίως ότι αποκτούμε εξουσία επάνω στα τραύματα της δικής μας ζωής. Αποτελεί μια ατυχή προσπάθεια να βγει το παιδί που υπήρξαμε κάποτε από την κατάσταση της απαξίωσης στην οποία είναι φυλακισμένο. Όμως, αντί να το απελευθερώνουμε, κάθε φορά που ταπεινώνουμε τους άλλους, στρίβουμε ακόμη μια φορά το κλειδί στην πόρτα της φυλακής του.

Δεν υπάρχει λόγος να αισθανόμαστε ενοχές αν εκπλαγούμε από το γεγονός ότι χρησιμοποιούμε κάποια απαξιωτική κρίση. Ας αρκεστούμε στο να σταματήσουμε, να ζητήσουμε συγνώμη από το παιδί και μετά να ακούσουμε πώς αντηχεί η συγκεκριμένη επίκριση μέσα μας. Τι λέει για εμένα; Είναι πραγματικά μια πόρτα εισόδου στην προσωπική μου ιστορία.

Ιζαμπέλ Φιλιοζά, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΕΛΕΙΟΙ ΓΟΝΕΙΣ.

Σχέση μητέρας-κόρης

imagesΑδιαμφισβήτητα θα ορίζαμε τη σχέση μητέρας-κόρης ως μία ιδιαίτερα ισχυρή σχέση, η πιο ισχυρή σχέση γυναίκας με γυναίκα. Ισχυρότατη, τόσο ως προς τη σημασία, όσο και ως προς την ένταση. Η μητέρα – πέραν όλων των άλλων σημαντικών και για το αγόρι και για το κορίτσι  – αποτελεί το πρώτο πρότυπο κοινωνικοποίησης του κοριτσιού όσον αφορά στο φύλο του.

 Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική άποψη και όσον αφορά στα στάδια της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης του κοριτσιού, μετά από την οιδιποδειακή φάση, όπου το κορίτσι «προσκολλάται» ιδιαίτερα στον πατέρα, καταλήγει να ταυτιστεί με το γονέα του ίδιου φύλου, δηλαδή τη μητέρα. Ταύτιση είναι η διαδικασία κατά την οποία το παιδί επιδιώκει να μοιάσει στο γονέα του ίδιου φύλου, υιοθετώντας τις αξίες, τις πεποιθήσεις και τις αντιλήψεις του. Η διαδικασία της ταύτισης διαδραματίζεται κατά την προσχολική περίοδο με χρονικό σημείο αιχμής τα πέντε χρόνια του παιδιού. Συνεπώς, το κορίτσι σε αυτή την ηλικία έχει διαμορφώσει κάποια ταυτότητα του φύλου του, σαφώς και βάσει κοινωνικών προσδοκιών και στερεοτύπων, που το παιδί ενσωματώνει μέσα από τις αλληλεπιδράσεις του με τους άλλους, με συνομηλίκους, αλλά και μέσα από τα ερεθίσματα που προσλαμβάνει από τα ΜΜΕ σχετικά με τα στερεότυπα που αφορούν στο ρόλο του φύλου. Μετά τη φάση της ταύτισης, ακολουθεί η φάση της ατομοποίησης, της διαφοροποίησης του κοριτσιού, κατά τη διάρκεια της εφηβείας. Αυτή είναι η πιο δύσκολη φάση, με πολλά σκαμπανεβάσματα, πολλή αμφιθυμία και πολλές συγκρούσεις, οι οποίες άλλες φορές επιλύονται και άλλοτε οξύνονται και βαθαίνουν. Τέλος, περνάμε στη φάση της ενηλικίωσης του κοριτσιού, οπότε και επέρχεται η «συμφιλίωση» με τη μητέρα και η σύνθεση των αντιθέσεων μέσα από μια πιο ισότιμη σχέση.

 Η ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι στις οικογένειες όπου υπάρχουν και θηλυκά και αρσενικά παιδιά, η μητέρα έχει μεγαλύτερη “αδυναμία” στο γιο και ο πατέρας στην κόρη, έχει τις ρίζες της στη φάση του οιδιπόδειου όπου το παιδί «προσκολλάται» όπως είπαμε στο γονέα του αντίθετου φύλου, μια «προσκόλληση» που συχνά διαιωνίζεται και ευοδώνεται από τον ίδιο το γονέα, λόγω δικών του ελλειμμάτων προσωπικών, συναισθηματικών, συζυγικών. Για να το πούμε απλά, όταν αυτό συμβαίνει, σηματοδοτεί ελλείμματα προσωπικά αλλά και σε επίπεδο σχέσεων μέσα στην οικογένεια και κυρίως μεταξύ των συζύγων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το παιδί έρχεται να καλύψει συζυγικά κενά και – δυστυχώς – να αναπληρώσει το ρόλο τού ή τής συζύγου. Πρόκειται για μία δυσλειτουργική τριγωνοποίηση που φυσικά δεν ευνοεί ούτε τους γονείς, ούτε το παιδί και που δυστυχώς απαντάται συχνά στην ελληνική οικογένεια.

 Η σχέση μητέρας-κόρης εξελίσσεται σε μία σχέση ανταγωνιστική, εφόσον οι προσδοκίες της μητέρας από την κόρη είναι πολύ περισσότερες. Η μητέρα μεγαλώνει ξανά μέσα από την κόρη της και διαμορφώνει ένα σχέδιο ζωής γι’ αυτήν που συνήθως περιλαμβάνει δικούς της ανεκπλήρωτους στόχους, αποφυγή δικών της λαθών και λανθασμένων επιλογών και αξίες, πεποιθήσεις και αντιλήψεις που συνάδουν με τις δικές της. Η αποδοχή εκ μέρους της μητέρας προς το γιο είναι πιο εύκολη υπόθεση. Ο ίδιος γονιός, η ίδια μητέρα, μπορεί να είναι πιο ανταποδοτική και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του γιου της – και ιδιαίτερα του έφηβου γιου της – ενώ από την άλλη να είναι πολύ περισσότερο απαιτητική και να ασκεί πολύ μεγαλύτερο έλεγχο στην κόρη της και τις επιλογές της από την εξωτερική της εμφάνιση, ως τις επαγγελματικές της επιλογές και τα κριτήρια επιλογής του συντρόφου της. Αυτό συμβαίνει διότι η μητέρα δεν έχει καταφέρει να διαφοροποιηθεί από την κόρη της, αλλά την αντιμετωπίζει ως προέκταση του εαυτού της. Δυσκολεύεται ιδιαίτερα να την θεωρήσει ξεχωριστή ατομικότητα και προσωπικότητα και να σεβαστεί τις επιλογές της.

 Τα κορίτσια, ιδίως σε μικρή ηλικία, έχουν την τάση να εξιδανικεύουν τις μητέρες τους, να τις θεωρούν παντοδύναμες, ακόμη και να τις μιμούνται. Αυτό συμβαίνει διότι το κορίτσι έχει ανάγκη να ταυτιστεί με το γονέα του ίδιου φύλου, τη μητέρα, για να αποκτήσει την ταυτότητα του φύλου του. Είναι σημαντικό για τον ψυχισμό, για την υγιή ψυχική συγκρότηση του κοριτσιού να εξιδανικεύσει τη μητέρα του. Η μητέρα είναι παντογνώστρια και παντοδύναμη και ό, τι λέει και υποστηρίζει είναι αδιαπραγμάτευτο. Αυτό, φυσικά, αρχίζει σιγά-σιγά να αλλάζει, εφόσον το παιδί κοινωνικοποιείται ευρύτερα και έρχεται σε επαφή με παιδαγωγούς, δασκάλους, συνομηλίκους και άλλα ερεθίσματα του ευρύτερου κοινωνικού του περιβάλλοντος. Και ενώ βλέπουμε την τάση αυτή να διαρκεί στα προσχολικά χρόνια και σε γενικές γραμμές και στα χρόνια του δημοτικού, προς το τέλος του δημοτικού και με την είσοδο στην εφηβεία, το «υπάκουο» και «πειθαρχημένο» παιδί γίνεται ένα «ανυπάκουο» και «απείθαρχο» αγνώριστο παιδί.

 Στην εφηβεία, η σχέση μητέρας – κόρης περνάει από πολλές τριβές και συγκρούσεις. Η εφηβεία είναι – μεταξύ άλλων – και η περίοδος θυμικής αναστάτωσης, η περίοδος της «θύελλας και της ορμής». Ο έφηβος θέλει να γίνει κάτι διαφορετικό από το γονιό, από το πρότυπο αξιών, αρχών, αντιλήψεων, επιλογών και συμπεριφοράς που του έχει μεταδώσει ο γονιός. Έχει ανάγκη να νιώθει ότι η ταυτότητα του εγώ του, η προσωπικότητά του, είναι δική του, δεν είναι κακέκτυπο της προσωπικότητας των γονιών του. Όσο λιγότερο διατεθειμένος είναι ο γονιός να το αποδεχθεί και να το σεβαστεί αυτό, τόσο πιο πολλή θα είναι η αντιδραστικότητα και η επαναστατική διάθεση από την πλευρά του εφήβου. Ο γονιός που δίνει χώρο στον έφηβο, που είναι ανταποδοτικός και στοργικός, αλλά παράλληλα θέτει και όρια και έχει απαιτήσεις από αυτόν, ο γονιός που θα μπορέσει να ισορροπήσει με επιτυχία ανάμεσα σε αυτές τι δυο διαστάσεις, θα καταφέρει να κερδίσει τη σχέση με το παιδί του. Για μια μητέρα, είναι σαφώς πιο δύσκολο να κρατήσει τις απαραίτητες αποστάσεις από την κόρη της, να είναι διακριτική και να επιδείξει την απαιτούμενη αυτοσυγκράτηση όταν πρέπει. Η μητέρα θέλει η κόρη της να την «δικαιώσει», ενώ η κόρη θέλει να αποδείξει ότι αυτό που καταφέρνει είναι δική της κατάκτηση, ότι τα επιτεύγματά της είναι δικά της επιτεύγματα και όχι της μητέρας της.

 Πολλές φορές πιστεύουμε ότι η αγάπη αρκεί. Παραγνωρίζουμε όμως συχνά το ότι αγάπη χωρίς αποδοχή είναι μία κενή νοήματος αγάπη. «Αγαπώ» σημαίνει αφήνω τον άλλο ν’ αναπτυχθεί, να βρει το δικό του ξεχωριστό δρόμο. Η αποδοχή είναι η πρώτη ανάγκη των παιδιών που χρειάζεται να ικανοποιείται από τους γονείς. Η δεύτερη ανάγκη είναι η προσοχή. Κάθε παιδί χρειάζεται προσοχή και επίδειξη ειλικρινούς ενδιαφέροντος από την πλευρά των γονιών, ώστε να μάθει τα θέλω του, τις δικές του ξεχωριστές ανάγκες, να γνωρίσει τις ικανότητες και να αναπτύξει τις δεξιότητές του. Η τρίτη σημαντική ανάγκη είναι η εκτίμηση. Κάθε παιδί έχει ανάγκη να νιώθει ότι εκτιμάται τόσο το ίδιο, ως προσωπικότητα, όσο και η οποιαδήποτε προσφορά του. Ένα απλό «ευχαριστώ» από την πλευρά των γονιών είναι η πιο ουσιαστική έμπρακτη εκδήλωση εκτίμησης από την πλευρά τους. Τέλος, τέταρτη ζωτική ανάγκη όλων των παιδιών είναι η ανάγκη τους για αυτονομία. Ανάλογα με την ηλικία και το εξελικτικό στάδιο στο οποίο βρίσκεται, κάθε παιδί έχει ανάγκη να νιώθει ότι κάνει πράγματα μόνο του για τον εαυτό του. Επιπλέον, όσον αφορά στις μητέρες, χρειάζεται να συνειδητοποιήσουν ότι οι κόρες τους, ακόμη κι όταν τους μοιάζουν εξωτερικά, είναι διαφορετικές, ξεχωριστές οντότητες κι όχι προέκτασή τους.

 Συχνά μια «ανέτοιμη» να γίνει μητέρα γυναίκα θα διαμορφώσει μια πιο ανταγωνιστική σχέση με την κόρη της, από μια γυναίκα για την οποία η μητρότητα ήταν συνειδητή επιλογή. Η ετοιμότητα ή μη ετοιμότητα μιας μητέρας εξαρτάται από τους λόγους για τους οποίους γίνεται γονιός. Είναι κάτι που της «επιβλήθηκε», κάτι που έτυχε, ή κάτι που επέλεξε; Κι αν είναι κάτι που επέλεξε, γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους το επέλεξε; Το να είναι κάποιος γονιός αποτελεί το πιο σημαντικό «επάγγελμα», μα δυστυχώς το μόνο ίσως «επάγγελμα» για το οποίο δε χρειάζεται καθόλου προπαρασκευή και δεν απαιτούνται συγκεκριμένες γνώσεις. Γι’ αυτό και η συμμετοχή των γονιών στις ομάδες των Σχολών Γονέων είναι πάρα πολύ σημαντική, το πιο σημαντικό πράγμα για τη διαμόρφωση ουσιαστικής σχέσης με το παιδί τους. Σχετικά με τον ανταγωνισμό στη σχέση μητέρας-κόρης, ο οποίος βεβαίως υφίσταται με διάφορες μορφές, μπορούμε να πούμε το εξής: κάθε μητέρα παραπαίει θα λέγαμε ανάμεσα σε δύο άκρα. Από τη μια είναι σαν να λέει στην κόρη της: «Θέλω να γίνεις καλύτερη από εμένα, να καταφέρεις περισσότερα πράγματα στη ζωή σου, να μην επαναλάβεις τα ίδια λάθη κτλ…» και : «Δεν σου επιτρέπω να κάνεις κάτι διαφορετικό απ’ ό, τι θέλω εγώ, γιατί μόνο εγώ ξέρω το καλό σου καλύτερα από τον καθένα». Από την άλλη, όταν η κόρη τολμά να διαφοροποιηθεί σε κάποια σημεία, της τονίζει πόσο «αχάριστη» είναι που δεν έχει αναγνωρίσει καμία από τις θυσίες της, αλλά κι όταν ακόμη η κόρη ακολουθεί πιστά το σχέδιο ζωής που της έχει χαράξει η μητέρα της, η μητέρα μπορεί να εκδηλώνει και κάποια μορφή ζήλιας γι’ αυτό που η κόρη έχει καταφέρει. Συχνά οι μητέρες βιώνουν μια αμφιθυμία ως προς τις κόρες τους και ως προς αυτό που αυτές στοχεύουν και επιτυγχάνουν. Σαν να θέλουν αλλά και να μη θέλουν να τα καταφέρουν.

 Μια γυναίκα, όταν γίνεται μητέρα, συνήθως ξαναζεί την παιδική της ηλικία μέσα από την κόρη της. Όταν δεν το έχει συνειδητοποιήσει αυτό, επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη που έκαναν οι δικοί της γονείς. Όταν το έχει συνειδητοποιήσει, συνήθως αποφεύγει να επαναλάβει τα ίδια λάθη. Ωστόσο, έτσι μπορεί να φτάσει στο άλλο άκρο: να γίνει υπερβολικά επιτρεπτική, ανεκτική και επιεικής, μη μπορώντας να θέτει όρια στη συμπεριφορά του παιδιού της.

 Ο ανταγωνισμός μητέρας-κόρης εντείνεται κατά την περίοδο της εφηβείας. Η έφηβη κόρη θέλει να κάνει διαφορετικά πράγματα από τη μητέρα. Η παντοδύναμη μητέρα «αποκαθηλώνεται» και «αποϊδανικοποιείται». Στην εφηβεία, το σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι συνομήλικοι, οι οποίοι έχουν τη δική τους ξεχωριστή κουλτούρα και τη δική τους διάλεκτο, θέτουν τις δικές τους προτεραιότητες και διαμορφώνουν τα δικά τους κριτήρια επιλογών. Αν η μητέρα δεν έχει φροντίσει να καλύψει τις ανάγκες της κόρης της προγενέστερα (αποδοχή, προσοχή, εκτίμηση, αυτονομία), είναι πιθανόν η κόρη να αναζητήσει και να βρεί την κάλυψη αυτών των αναγκών στον κύκλο των συνομηλίκων, απορρίπτοντας τη μητέρα. Αν η μητέρα δεν μπορέσει να «αντέξει» αυτή την απόρριψη, θα αντιδράσει έντονα, με πολύ θυμό, ο οποίος μπορεί να σημάνει έως και τη ρήξη στη σχέση.

 Η ύπαρξη της κόρης φυσικά δεν αποτελεί κίνδυνο για τη μάνα, εκτός αν η μάνα την αντιμετωπίζει ως «επικίνδυνη», όταν έχει διαμορφωθεί ένας ιδιαίτερος δεσμός ανάμεσα στην κόρη και τον πατέρα. Στη σχέση μητέρας-κόρης μέγιστης σημασίας είναι ο ρόλος του πατέρα. Ο πατέρας μπορεί να είναι ουσιαστικός καταλύτης στη μεταξύ τους σχέση και να έχει μία καθόλα δημιουργική συνεισφορά στην επικοινωνία μητέρας-κόρης. Ο πατέρας χρειάζεται να διεκδικεί το ρόλο του και να δηλώνει δυναμικά και ουσιαστικά τη συναισθηματική τους παρουσία. Δυστυχώς, συχνά η δυναμική μιας οικογένειας με πατέρα και σύζυγο συναισθηματικά απόντα μοιάζει πάρα πολύ με εκείνη με πατέρα φυσικά απόντα.

 Πολλές φορές, επίσης, από την παιδική κιόλας ηλικία, οι μητέρες έχουν την τάση να συγκρίνουν τις κόρες τους με τις φίλες τους ή με άλλα συνομήλικα άτομα του ευρύτερου κοινωνικού ή οικογενειακού περιβάλλοντος. Η σύγκριση, όποτε και με όποιον τρόπο κι αν γίνεται, είναι ολέθρια. Από τη στιγμή που ένας γονιός συγκρίνει το παιδί του με άλλα παιδιά, η αποδοχή πηγαίνει περίπατο. Η σύγκριση είναι ιδιαιτέρως «τοξικός» παράγοντας όσον αφορά στην ανάπτυξη των παιδιών. Οι γονείς θεωρούν ότι συγκρίνοντας το παιδί τους με άλλα παιδιά και τα επιτεύγματά του με τα επιτεύγματα άλλων παιδιών θα τα κάνουν να θελήσουν να προσπαθήσουν περισσότερο. Η σύγκριση όμως δε δημιουργεί κίνητρα στα παιδιά και τους εφήβους, δεν τα ενθαρρύνει, αντιθέτως τα αποθαρρύνει. Ο γονιός γίνεται κριτής, τιμητής και αξιολογητής των επιτευγμάτων και της συμπεριφοράς του παιδιού του. Το ζητούμενο δεν είναι όμως το παιδί να αξιολογεί και να κρίνει από μόνο του τα επιτεύγματα και τη συμπεριφορά του;

 Η θετική αυτοεικόνα της μητέρας, η υψηλή της αυτοαντίληψη, όσον αφορά στο σωματικό της εαυτό, με δυο λόγια η υψηλή της αυτοεκτίμηση γενικότερα, αλλά και ειδικότερα ως προς το σώμα και την εξωτερική της εμφάνιση, αποτελούν αναμφισβήτητα απαραίτητες προϋποθέσεις για το χτίσιμο μιας αντίστοιχα θετικής αυτοαντίληψης της κόρης και ιδιαίτερα της έφηβης κόρης. Το να είναι ευχαριστημένη μια μητέρα με την εξωτερική της εμφάνιση δε σημαίνει βέβαια ότι υπερτονίζει τη θηλυκότητά της και ότι προβάλλει ιδιαίτερα τη σεξουαλικότητά της, επιδεικνύοντας ναρκισσιστικά στοιχεία που μπορεί να αναστείλουν και ακόμα και να υποσκάψουν τη σεξουαλική ταυτότητα της κόρης της. Και σε αυτό τον τομέα χρειάζεται η αναζήτηση στοιχείων και η προώθηση συμπεριφορών που θα εξασφαλίσουν την ισορροπία τόσο στην ίδια τη μητέρα, η οποία θα πρέπει να μπορεί να συνδυάζει αρμονικά το ρόλο της μητέρας, της συζύγου, της επαγγελματία, της γυναίκας, όσο και στη σχέση μητέρας-κόρης, έτσι ώστε η κόρη να μη νιώθει σε καμία περίπτωση ότι «απειλείται» από τη μητέρα.

 Πολλές φορές οι μητέρες τείνουν να γίνονται σκληρές απέναντι στις κόρες τους: υπερβολικές απαιτήσεις, ειρωνεία, λόγια που πονάνε. Οι συμπεριφορές αυτές μητέρων συχνά συσχετίζονται με μη ρεαλιστικές προσδοκίες που οι μητέρες μπορεί να έχουν από τις κόρες τους, για παράδειγμα:

  • Θα αρέσω στην κόρη μου και αυτή θα είναι σαν εμένα / θα μου μοιάζει.
  • Η κόρη μου θα με αγαπά περισσότερο απ’ όλους.
  • Μπορώ να διαμορφώσω την προσωπικότητα της κόρης μου έτσι ώστε να δημιουργήσω την ιδανική γυναίκα.
  • Οι δυο μας θα μπορούμε να έχουμε τη σχέση που πάντοτε ήθελα να έχω με τη δική μου μητέρα.

Όταν αυτές οι προσδοκίες δεν εκπληρώνονται, η μητέρα μπορεί να απελπίζεται και να θυμώνει, εκστομίζοντας «λόγια που πονάνε», ενώ η κόρη μπορεί να βιώνει απόρριψη γι’ αυτό που είναι και ότι είναι αποδεκτή μόνον όταν συμβαδίζει με το σενάριο της μητέρας της.

 Μια ανταγωνιστική σχέση μητέρας-κόρης αναμφίβολα μπορεί να βελτιωθεί, να μετατραπεί σε μία σχέση ειρηνική, συνεργατική, σε μια σχέση αγάπης. Πέρα από τη συνειδητοποίηση του ρόλου της, η μητέρα, όπως και κάθε γονιός, χρειάζεται να μπορεί να ακούει. Οι δεξιότητες επικοινωνίας αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις ενός υγιούς και γόνιμου διαλόγου ανάμεσα στις δύο γενιές. Οι δεξιότητες αυτές βέβαια μαθαίνονται και εξελίσσονται, όπως ακριβώς εξελίσσεται και εμπλουτίζεται και βαθαίνει η σχέση ανάμεσα στη μητέρα και την κόρη, οι οποίες μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά και συμπληρωματικά και καθόλου ανταγωνιστικά. Πρώτα οι μητέρες, ως μεγαλύτερες και σοφότερες, χρειάζεται να συνειδητοποιήσουν ότι δεν πρόκειται για μία εξουσιαστική σχέση, αλλά για μία ισότιμη σχέση συνεργασίας: και οι κόρες μαθαίνουν πολλά από τις μητέρες, αλλά και οι μητέρες μπορούν να μάθουν πολλά από τις κόρες τους και να αναπτυχθούν ουσιαστικά μέσα από την αλληλεπίδραση με αυτές.

 Πολλές μητέρες αλλά και κόρες ισχυρίζονται ότι είναι φίλες με τις κόρες τους (και μητέρες τους αντίστοιχα). Ωστόσο, οι μητέρες δεν είναι φίλες με τις κόρες τους, κι ούτε θα πρέπει να επιδιώκουν κάτι τέτοιο. Η σχέση μητέρας-κόρης μπορεί να διακρίνεται από στοιχεία μιας φιλικής σχέσης, αλλά δεν είναι μία φιλική σχέση, πολύ δε περισσότερο δεν είναι δυνατόν μητέρα και κόρη να είναι οι καλύτερες φίλες. Η κόρη χρειάζεται να διαμορφώσει και να προστατεύσει τη δική της ξεχωριστή ταυτότητα, δεν μπορεί να συγχωνευθεί με τη μητέρα της. Αν κάτι τέτοιο συμβαίνει, στην καλύτερη περίπτωση οδηγούμαστε σε μία σχέση συναισθηματικής εξάρτησης, η οποία υποθάλπει πολλούς κινδύνους σχετικά με την μετέπειτα πορεία της ζωής της κόρης και της μεταξύ τους σχέσης.

Συνοπτικά, τα ζητούμενα στη σχέση μητέρας-κόρης, ως προς τις μητέρες, είναι τα εξής:

  • Να αποδέχονται το παιδί τους ως μοναδική οντότητα, με τη δική του ξεχωριστή αξία.
  • Να εκτιμούν τους δικούς τους στόχους στη ζωή ξέχωρα από τους στόχους των παιδιών τους.
  • Να αποφεύγουν να κατηγορούν τα παιδιά τους για τα δικά τους προβλήματα και λάθη.
  • Να μην περιμένουν τα παιδιά τους να αλλάξουν επειδή το επιθυμούν οι ίδιες.
  • Να ενθαρρύνουν τα παιδιά τους να αναπτυχθούν και να εξελιχθούν.

 Πηγή: http://www.genenutrition.gr

Γράφει: Βασιλική Παππά, M.Sc., Ph.D., Συμβουλευτική ψυχολόγος, Πρόεδρος & επιστημονικά υπεύθυνη Πανελληνίου Συνδέσμου Σχολών Γονέων

Link: http://www.genenutrition.gr/oikogeneia-paidi-efibos/motherdaughter.html#ixzz2ajwZm2XF

«Μαμά, μπαμπά…»

Dear-Mom-and-Dad Ο Rudolf Dreikurs γεννήθηκε στη Βιέννη το 1897 και σπούδασε ιατρική και ψυχιατρική στο πανεπιστήμιο της ίδιας πόλης. Εκτός από τη διδασκαλική και συγγραφική του δραστηριότητα, ο Dreikurs πρωτοστάτησε στην ίδρυση συμβουλευτικών σταθμών για τους γονείς και υπήρξε από τους θεμελιωτές της ιδέας για τις ομαδικές συζητήσεις στην τάξη και του οικογενειακού συμβουλίου στο σπίτι.

Ο Dreikurs αναφέρει: «Δεν υπάρχουν κακά παιδιά – υπάρχουν μόνο αποθαρρυμένα και δυστυχισμένα παιδιά, που δεν είχαν την τύχη να δεχτούν εκείνη την ανατροφή που θα τους άνοιγε τα φτερά για να ολοκληρωθούν μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία. Δεν υπάρχει, όμως, και γονιός που ΔΕΝ θα κάνει λάθη στην αγωγή των παιδιών. Απαλλαγείτε, λοιπόν, από τις ενδεχόμενες ενοχές σας. Και ηρεμήστε».

Στο παρακάτω απόσπασμα μιλάει σαν ένα παιδί, που απευθύνεται στο γονιό του.

  • Μη με κάνεις να νιώθω μικρότερος από ό,τι είμαι. Αυτό με κάνει να παριστάνω τον σπουδαίο.
  • Μη μου κάνεις παρατηρήσεις μπροστά στον κόσμο, αν μπορείς. Θα προσέξω περισσότερο αυτά που θα μου πεις, αν μου μιλήσεις ήρεμα μια στιγμή, που θα είμαστε οι δυο μας.
  • Μη με προστατεύεις πάντα από τις συνέπειες. Χρειάζεται καμιά φορά να πάθω, για να μάθω.
  • Μη μου δημιουργείς το αίσθημα ότι τα λάθη μου είναι αμαρτήματα. Μπερδεύονται έτσι μέσα μου όλες οι αξίες, που έχω μάθει να αναγνωρίζω. 
  • Μη δίνεις μεγάλη σημασία στις μικροαδιαθεσίες μου. Καμιά φορά γίνονται μόνο και μόνο για να κερδίσω την προσοχή σου, που ζητούσα.
  • Μη μου κάνεις συνεχώς παρατηρήσεις, γιατί τότε θα χρειαστεί να προστατέψω τον εαυτό μου, παριστάνοντας τον… κουφό.
  • Μη με παραχαϊδεύεις. Ξέρω ότι δεν γίνεται να έχω πάντα αυτό, που θέλω.
  • Μη μου δίνεις επιπόλαιες υποσχέσεις. Νιώθω πολύ περιφρονημένος, όταν δεν τις κρατάς.
  • Μη με αγνοείς, όταν σου κάνω ερωτήσεις. Αν κάνεις κάτι τέτοιο, σύντομα θα αρχίσω να αναζητώ απαντήσεις από άλλες πηγές.
  • Μην πέφτεις σε αντιφάσεις. Με μπερδεύεις αφάνταστα και χάνω την εμπιστοσύνη μου σε ‘σένα.
  • Μην προσπαθείς να με κάνεις να πιστέψω ότι είσαι τέλεια/-ος και αλάνθαστη/-ος. Είναι μεγάλο σοκ για εμένα να καταλάβω ότι δεν είσαι τίποτα από τα δύο.
  • Μη διανοηθείς ποτέ να πιστέψεις ότι θα πέσει η υπόληψή σου, εάν μου ζητήσεις συγγνώμη. Μια τίμια αναγνώριση ενός λάθους σου, μου δημιουργεί θερμά αισθήματα απέναντί σου.