Κείμενα- Αποσπάσματα, Οικογένεια, Περί ψυχοθεραπείας, Περί γονεϊκότητας, Uncategorized

Το τραύμα πίσω από τον ψυχοθεραπευτή

therapist

Στην εικοσαετή ενασχόλησή μου με ανθρώπους που ασχολούνταν επαγγελματικά με την παροχή βοήθειας σε άλλους ανθρώπους έχω συναντήσει συχνά μια συγκεκριμένη ιστορία παιδικής ηλικίας, που προσωπικά θεωρώ πως έχει ιδιαίτερη σημασία:
  • Υπήρχε μια μητέρα που ήταν κατά βάθος συναισθηματικά ανασφαλής και για την ισορροπία της στηριζόταν σε ένα συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφοράς του παιδιού της. Αυτή η μητέρα μπορούσε να κρύβει την ανασφάλειά της από το παιδί της, αλλά και από οποιονδήποτε άλλο, πίσω από ένα σκληρό, αυταρχικό, ακόμα και δεσποτικό προσωπείο.
  • Το παιδί είχε μια εκπληκτική ικανότητα ν’ αντιλαμβάνεται και ν’ ανταποκρίνεται διαισθητικά, δηλαδή ασυνείδητα, σε αυτή την ανάγκη της μητέρας του, ή και των δύο γονέων του, και να υποδύεται το ρόλο που ασυνείδητα του είχαν αναθέσει.
  • Αυτός ο ρόλος εξασφάλιζε στο παιδί την «αγάπη» των γονέων- αλλά και την εκμετάλλευσή του από τους γονείς του. Το παιδί ένιωθε ότι το είχαν ανάγκη, και η ανάγκη αυτή διασφάλιζε την ύπαρξή του.

(…) Έτσι αναπτύσσουν τελικά μια ειδικού τύπου ευαισθησία στα ασυνείδητα σήματα με τα οποία εκδηλώνονται οι ανάγκες των ανθρώπων γύρω τους. Δεν προκαλεί έκπληξη λοιπόν το ότι συχνά επιλέγουν να γίνουν αργότερα ψυχοθεραπευτές. Ποιος άλλος άλλωστε, που δεν θα είχε τέτοιο ιστορικό θα μπορούσε να δείξει τόσο ενδιαφέρον, ώστε να περνά ολόκληρη τη μέρα του προσπαθώντας ν’ ανακαλύψει τι συμβαίνει στο ασυνείδητο των άλλων ανθρώπων; Όμως, η ανάπτυξη και η τελειοποίηση αυτής της ειδικού τύπου ευαισθησίας- που κάποτε βοήθησε το παιδί να επιβιώσει και τώρα επιτρέπει στον ενήλικα ν’ ακολουθήσει κάποιο από τα επαγγέλματα που σχετίζονται με την παροχή βοήθειας- εμπεριέχουν επίσης τις ρίζες της συναισθηματικής διαταραχής του. Αν δηλαδή ένας θεραπευτής δεν έχει συνειδητοποιήσει τη δική του απώθηση, μπορεί να αναγκαστεί να χρησιμοποιήσει τους ασθενείς του, οι οποίοι εξαρτώνται από αυτόν, ως υποκατάστατα για τις ακάλυπτες ανάγκες του.

[…] Η ευαισθησία, η ενσυναίσθηση, η ικανότητα ανταπόκρισης και η πανίσχυρη «κεραία» των θεραπευτών δείχνουν ότι ως παιδιά το πιο πιθανό είναι να συνήθιζαν να ικανοποιούν τις ανάγκες των άλλων ανθρώπων και καταπίεζαν τις δικές τους.

Υπάρχει βεβαίως θεωρητικά η πιθανότητα ένα ευαίσθητο παιδί να είχε γονείς που δεν είχαν ανάγκη οι ίδιοι να το κακομεταχειριστούν- γονείς που το έβλεπαν όπως πραγματικά ήταν, το καταλάβαιναν, ανέχονταν και σέβονταν τα συναισθήματά του. Παρ’ όλο που ένα τέτοιο παιδί θα αναπτύξει ένα υγιές αίσθημα αυτοεκτίμησης, σπάνια θα μπορούσαμε να περιμένουμε ότι θ’ αποφασίσει να γίνει ψυχοθεραπευτής, ότι θα καλλιεργήσει δηλαδή και θα αναπτύξει την ευαισθησία του προς άλλους στον ίδιο βαθμό με τα παιδιά που οι γονείς τους τα χρησιμοποιούσαν για να ικανοποιούν τις δικές τους ανάγκες και ότι θα μπορεί ποτέ να καταλάβει ικανοποιητικά- χωρίς να έχει ο ίδιος ανάλογες εμπειρίες- τι σημαίνει «να έχει θανατώσει» κάποιος τον ίδιο του τον εαυτό.

(…) Όχι μόνο ως γονείς, αλλά και ως θεραπευτές, θα πρέπει να είμαστε πρόθυμοι ν’ αντιμετωπίσουμε το παρελθόν μας. Μόνο αφού βιώσουμε με επώδυνο τρόπο και αποδεχτούμε τη δική μας αλήθεια, θ’ απελευθερωθούμε από την ελπίδα ότι μπορούμε ακόμα να βρούμε ένα γεμάτο κατανόηση και ενσυναίσθηση «γονέα»- ίσως σ’ έναν από τους ασθενείς μας-, ο οποίος θα είναι στη διάθεσή μας.

Alice Miller, «Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας»

Advertisements
Περί γονεϊκότητας, Uncategorized

Πρώτη μέρα στο σχολείο: Άγχος του παιδιού ή άγχος του γονιού;  

πρ

Μετά από μια σχετικά σύντομη περιήγηση στο διαδίκτυο, διαπίστωσα πως η πλειονότητα των άρθρων για την πρώτη μέρα στο σχολείο επικεντρώνεται στο άγχος αποχωρισμού του παιδιού. Λογικό, ναι… Τι γίνεται όμως με το άγχος του γονιού; Ούτως ή άλλως είναι αλληλένδετα.

Πολλές φορές ο γονιός επαναφέρει μνήμες και αναβιώνει το άγχος αποχωρισμού που έζησε ο ίδιος ως παιδί. Απαντάται επίσης συχνά σε γονείς υπερπροστατευτικούς, που θέλουν να ελέγχουν τα πάντα, προκειμένου να είναι βέβαιοι πως το παιδί τους είναι προστατευμένο από κάθε πιθανό ή και απίθανο κίνδυνο. Αυτό ενδέχεται να ενισχυθεί στην περίπτωση που οι γονείς βλέπουν το παιδί ως ανίκανο να υπερασπιστεί τον εαυτό του, πλέκοντας μ’ αυτό τον τρόπο πιο δυνατά την αλυσίδα εξάρτησης.

Επιπλέον, η ανησυχία των γονιών για το τι θα αντιμετωπίσει το παιδί στο καινούριο περιβάλλον, αν θα καταφέρει να εγκλιματιστεί σε συνδυασμό με πιθανές ενοχές που το αφήνουν σε «ξένα χέρια» επιβαρύνει την κατάσταση του άγχους τους.

Παίζει λοιπόν καθοριστικό ρόλο το πώς ο γονιός θα διαχειριστεί τη νέα αυτή συνθήκη. Χρειάζεται πρώτα από όλα να αναγνωρίσει το δικό του άγχος, να το αποκρυπτογραφήσει και να το αντιμετωπίσει, καθώς είναι ιδιαιτέρως εύκολο να μεταβιβαστεί στο παιδί και να γίνει προβολή πάνω του.

Είναι απαραίτητο επομένως η λεκτική και η μη λεκτική επικοινωνία να συμφωνούν. Τα παιδιά εισπράττουν και αντιλαμβάνονται εξίσου τα μη λεκτικά σημάδια. Αν για παράδειγμα, η μητέρα λέει στο παιδί «Ξέρω πως θα σου αρέσει και θα περάσεις καλά στο σχολείο», αλλά ταυτόχρονα τρέμει η φωνή της ή δακρύζει, εύκολα συμπεραίνει κανείς το διπλό μήνυμα που εισπράττει το παιδί. Είναι αναγκαίο λοιπόν, οι γονείς να χαλαρώσουν και να ηρεμήσουν και όχι να προσποιούνται πως είναι ήρεμοι.

Σημαντικό είναι επίσης, να μη μιλούν για το σχολείο με αρνητική προδιάθεση, αλλά να δείχνουν πως εμπιστεύονται το νέο αυτό χώρο για το παιδί. Μια γραμμή που θα πρέπει να τηρηθεί από κοινού και από τους δύο γονείς, προκειμένου να μη λαμβάνει το παιδί αντικρουόμενα μηνύματα, που θα του προκαλέσουν σύγχυση.

Τι μπορεί να γίνει:

Προκειμένου να είναι όσο το δυνατόν πιο ομαλή η προσαρμογή του παιδιού στο σχολείο, αλλά και των γονιών για αυτό τον αποχωρισμό, παρακάτω δίνονται κάποια προτεινόμενα βήματα.

  • Είναι βοηθητικό εάν το παιδί είναι εξοικειωμένο με σύντομους αποχωρισμούς και δεν είναι αυτή η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Βοηθητικό είναι επίσης και για το γονιό, που είναι σε θέση να διαπιστώσει ότι το παιδί μπορεί να παραμείνει ασφαλές και μακριά του υπό τη φροντίδα άλλων προσώπων. Κατά τους αποχωρισμούς είναι σημαντικό ο γονιός να μη φεύγει κρυφά, ώστε να μη «στεναχωρηθεί» το παιδί, εφόσον κάτι τέτοιο ενισχύει το αίσθημα εγκατάλειψης και ανασφάλειας. Όταν το παιδί ζητήσει το γονιό δε θα ξέρει πότε έφυγε, που είναι, αν θα ξαναγυρίσει κ.α. Χρειάζεται λοιπόν, ο γονιός να αποχαιρετά το παιδί, να το ενημερώνει για το πού θα πάει ή τι θα κάνει και να το επιβεβαιώνει πως θα επιστρέψει και θα είναι και πάλι μαζί. Στην περίπτωση που το παιδί ξεσπάσει σε κλάματα, καλό είναι ο γονιός να διατηρήσει την ψυχραιμία του, δίχως να υποκύψει στην επιθυμία του παιδιού να μη φύγει. Αντίθετα, χρειάζεται να μείνει σταθερός και να καθησυχάσει το παιδί ότι θα επιστρέψει. Σε καμία επίσης περίπτωση δεν αγνοούμε ή υποτιμούμε τα συναισθήματα του παιδιού με φράσεις όπως «Έλα τώρα μην κάνεις έτσι, δεν έγινε τίποτα, μην κλαις» κ.α. Αντίθετα αποκωδικοποιούμε τη συμπεριφορά του παιδιού και καθρεφτίζουμε το συναίσθημά του «Βλέπω ότι στεναχωριέσαι που φεύγω».
  • Λίγες μέρες πριν ξεκινήσει το σχολείο, γονιός και παιδί μπορούν να το επισκεφθούν, ώστε το παιδί να δει το χώρο, να γνωρίσει τη δασκάλα του, αλλά και να ενημερωθεί για το τι θα κάνουν εκεί και πως θα περνάει τη μέρα του. Όσο πιο ενημερωμένο και εξοικειωμένο είναι το παιδί, τόσο πιο πιθανό να μειωθούν ενδεχόμενοι φόβοι του. Αν γνωρίζετε και άλλο παιδί που θα πάει στο ίδιο σχολείο, θα μπορούσατε να το γνωρίσετε με το παιδί σας, ώστε να νιώσει μεγαλύτερη σιγουριά.
  • Στην ευκολότερη προσαρμογή βοηθάει επίσης η σταδιακή ένταξη του παιδιού, όπου καθημερινά αυξάνεται σιγά-σιγά ο χρόνος παραμονής του παιδιού στο χώρο του σχολείου.
  • Επιπλέον, το παιδί μπορεί να έχει μαζί του κάποιο αγαπημένο αντικείμενο (π.χ. παιχνίδι, αρκουδάκι κτλπ.), το οποίο θα λειτουργήσει ως μεταβατικό αντικείμενο και θα ενισχύσει το αίσθημα σιγουριάς του παιδιού.
  • Θα μπορούσατε επίσης να εντάξετε στο παιχνίδι ρόλων το σχολείο, όπου θα δείξετε στο παιδί τι κάνουν και πώς περνούν τη μέρα τους τα παιδιά στο σχολείο.
  • Όταν επιστρέφει στο σπίτι από το σχολείο, δείξτε ενδιαφέρον για το πώς πέρασε και συζητήστε μαζί του τυχόν απορίες ή ο,τι άλλο το παιδί επιθυμεί να μοιραστεί μαζί σας.

 

Καλή αρχή!

 

Κατερίνα Κοντογιαννάτου

 

Εισαγωγική εικόνα: https://xenesglosses.eu/2015/09/i-proti-mera-sto-sxoleio-proetoimasia/

Κείμενα- Αποσπάσματα, Περί γονεϊκότητας

Τα παιδιά δεν είναι ανυπάκουα

 

GTY_kids_misbehaving_sk_141103_16x9_992   Ο David ένα περίεργο και γεμάτο ενέργεια τρίχρονο, έριξε τα πάντα κάτω από το γραφείο της μαμάς του και ζωγραφίζει τους φακέλους της με κηρομπογιές. Η μητέρα του βλέποντας αυτά τα χάλια, τον έβαλε θυμωμένη σε μια άκρη. Ο David φυσικά κλαίει και κοιτάει σαστισμένος.

Όταν ο μπαμπάς του David επιστρέφει στο σπίτι,η μαμά τον καλωσορίζει με τη φράση «Ο αγαπημένος μας γιος είχε κακή συμπεριφορά σήμερα». Προφανώς, ο σύζυγος την ρωτάει «Τι έκανε;». Η ερώτησή του είναι απόλυτα κατανοητή, καθώς το μήνυμα «Ο David είχε κακή συμπεριφορά» δεν εξηγεί τίποτα σχετικά με το τι έκανε πραγματικά, παρά μόνο μεταφέρει την εκτίμηση της μαμάς για τον ίδιο τον David- ήταν ένα «κακότροπο» παιδί.

Μακάρι να ήξεραν οι γονείς πόσα προβλήματα προκαλεί αυτή η έννοια στις οικογένειες. Σκεπτόμενοι με τους όρους της κακής συμπεριφοράς των παιδιών, αυτό δε σημαίνει δυσκολίες μόνο για το παιδί, αλλά προφανώς φέρει και περιττά προβλήματα στους γονείς.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Που είναι το κακό να σκεφτεί και να πει κάποιος ότι το παιδί του είναι ανυπάκουο; Όλοι οι γονείς το κάνουν. Ναι, και οι γονείς των σημερινών γονιών το έκαναν πριν από αυτούς. Στην πραγματικότητα η καταγωγή της έννοιας για την «ανυπακοή» των παιδιών πάει τόσο μακριά στην ιστορία, που ειναι αβέβαιο το αν κάποιος γνωρίζει πότε και πώς ξεκίνησε. Είναι ένας τόσο κοινά χρησιμοποιούμενος όρος, που η χρήση του στις οικογένειες σπάνια έχει δοκιμαστεί.

Όλως περιέργως, ο όρος χρησιμοποιείται αποκλειστικά όταν αναφερόμαστε στα παιδιά και σπάνια σε ενήλικες, φίλους ή συντρόφους. Πόσο συχνά έχετε ακούσει κάποιον να λέει:

– «Ο άντρας μου σήμερα είχε κακή συμπεριφορά»

– «Θύμωσα τόσο πολύ όταν η φίλη μου φέρθηκε με ανυπακοή στο τραπέζι»

– «Ο εργοδότης μου είναι ανυπάκουος»

– «Οι καλεσμένοι μας είχαν άσχημη συμπεριφορά στο χθεσινοβραδινό πάρτυ»

Τότε, προφανώς, θεωρείται ότι μόνο τα παιδιά συμπεριφέρονται άσχημα, κανένας άλλος.Η ανυπακοή στη γλώσσα των γονιών είναι συνυφασμένη με τον τρόπο που οι γονείς βλέπουν τα παιδιά τους. Οι γονείς λένε ότι τα παιδιά τους συμπεριφέρονται άσχημα όταν οι πράξεις τους είναι αντίθετες με ό,τι οι γονείς πιστεύουν πως θα έπρεπε να γίνεται. Για την ακρίβεια, η ανυπακοή είναι η συμπεριφορά που προκαλεί κατά κάποιο τρόπο αρνητικές συνέπειες στο γονιό. Δηλαδή:

Ανυπακοή= συμπεριφορά κακή/άσχημη για τους γονείς

Απ’την άλλη πλευρά, όταν ένα παιδί επιδίδεται σε συμπεριφορές, που δεν επηρεάζουν αρνητικά το γονιό, τότε το παιδί περιγράφεται ως «υπάκουο/καλό».

– «Η Deppy ήταν υπάκουο παιδί σήμερα»

– «Ο Michael ήταν ήσυχος στο μαγαζί»

– «Προσπαθούμε να μάθουμε στα παιδιά μας να είναι καλά»

Οι γονείς θα ήταν πιο αποτελεσματικοί και η ζωή στο σπίτι πιο ευχάριστη για όλους, αν ξεκινούσαν να σκέφτονται με διαφορετικό τρόπο για τη συμπεριφορά των παιδιών τους. Πρώτα, προσπαθήστε να θυμάστε ότι όλες οι πράξεις των παιδιών είναι συμπεριφορές. Το κάθε τι που λένε ή κάνουν είναι μια συγκεκριμένη συμπεριφορά. Αν το δούμε υπό αυτό το πρίσμα, τότε ένα παιδί συμπεριφέρεται όλη μέρα. Και για τον ίδιο ακριβώς λόγο όλοι όσοι «συμπεριφέρονται» προσπαθούν να καλύψουν τις ανάγκες τους.

Ένα βρέφος κλαίει επειδή πεινάει, κρυώνει ή πονάει. Κάτι πάει στραβά, ο οργανισμός του κάτι χρειάζεται. Το κλάμα είναι ο τρόπος των βρεφών να ζητήσουν «βοήθεια». Μια τέτοια συμπεριφορά θα έπρεπε να ιδωθεί για την ακρίβεια ως αρκετά κατάλληλη, καθώς το κλάμα είναι αυτό που φέρνει τη βοήθεια που το βρέφος χρειάζεται. Αν δούμε το παιδί ως έναν οργανισμό που συμπεριφέρεται κατάλληλα, προκειμένου να καλύψει μια ανάγκη, φυσικά και δε θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι τα παιδιά είναι ανυπάκουα ή συμπεριφέρονται άσχημα.

Ομοίως με τον τρίχρονο David, που εξερευνούσε κι έριξε τα πάντα κάτω από το γραφείο. Αν αυτή η συμπεριφορά είχε ιδωθεί ως μια εκδήλωση της ανάγκης του να δει καινούρια σχήματα και μεγέθη χειριζόμενος αντικείμενα ή ζωγραφίζοντας, δε θα είχε χαρακτηριστεί από τη μητέρα του ως «ανυπακοή».

Η οικογενειακή ζωή θα μπορούσε να είναι κατά πολύ λιγότερο εκνευριστική για τους γονείς και περισσότερο διασκεδαστική για τα παιδιά, αν οι γονείς αποδέχονταν τις παρακάτω αρχές για τα παιδιά:

ΑΡΧΗ ΠΡΩΤΗ: Όπως και κάθε άλλος, τα παιδιά έχουν ανάγκες και προκειμένου να τις καλύψουν,ενεργούν ή συμπεριφέρονται.

ΑΡΧΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: Τα παιδιά δεν είναι ανυπάκουα, απλώς συμπεριφέρονται για να καλύψουν τις ανάγκες τους.

Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι στους γονείς θα αρέσουν όλες οι συμπεριφορές των παιδιών τους. Ούτε είναι κάτι το οποίο θα έπρεπε να περιμένουμε, καθώς είναι βέβαιο πως τα παιδιά θα κάνουν πράγματα, που προκαλούν συνέπειες μη αποδεκτές από τους γονείς. Τα παιδιά μπορεί να είναι «φασαριόζικα» και να κάνουν ζημιές, να σε καθυστερούν ενώ βιάζεσαι, να σ’ ενοχλούν όταν έχεις ανάγκη λίγη ηρεμία, να σου δημιουργούν επιπλέον δουλειές, να ανακατεύουν το σπίτι, να διακόπτουν τις συζητήσεις σου και να σπάνε πράγματα αξίας.

Σκεφτείτε όλες αυτές τις συμπεριφορές ως εξής: είναι συμπεριφορές στις οποίες τα παιδιά επιδίδονται προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες τους. Αν την ίδια στιγμή συμβαίνει να παρεμβαίνουν στην επιδίωξή σας για ηρεμία, αυτό δε σημαίνει ότι το παιδί είναι ανυπάκουο. Απλώς ο συγκεκριμένος τρόπος συμπεριφοράς του είναι μη αποδεκτός απο ‘σας. Μην το ερμηνεύετε πως το παιδί προσπαθεί να κάνει κάτι εναντίον σας, προσπαθεί μόνο να κάνει κάτι για το ίδιο. Και αυτό δεν  το κάνει ούτε κακό, ούτε ανυπάκουο παιδί.

Αν οι γονείς καταργούσαν τη λέξη «ανυπακοή» από το λεξιλόγιό τους, σπάνια θα ένιωθαν επικριτικοί και θυμωμένοι. Συνεπώς, δε θα ένιωθαν ότι αντεπιτίθενται με τιμωρία, όπως στην περίπτωση του μικρού David. Παρόλα αυτά, όλοι οι γονείς χρειάζονται να μάθουν κάποιες αποτελεσματικές μεθόδους για τη ρύθμιση των συμπεριφορών που παρεμβαίνουν στις ανάγκες τους, αλλά η ετικετοποίηση με το χαρακτηρισμό του παιδιού ως ανυπάκουο, δεν είναι μία απ’ αυτες. Ούτε κι η τιμωρία -οποιουδήποτε είδους- είναι.

 

Μετάφραση: Κατερίνα Κοντογιαννάτου

Βιβλιογραφία: «The essential tools every parent needs:What every parent should know», Dr, Thomas Gordon

Κείμενα- Αποσπάσματα, Περί γονεϊκότητας

Πρόωρη ανεξαρτητοποίηση βρεφών

f87f8b9c7516f96f6835a91d17c164c4  Πρέπει να παίρνουμε το μωρό αγκαλιά;

Να παρηγορούμε κάθε του κλάμα;

Να το βάζουμε στο στήθος κάθε φορά που εκείνο το ζητάει;

Στις δυτικές κοινωνίες κατά τoν προηγουμενο αιωνα επικράτησε η γονεική φιλοσοφία που θέλει τα μωρά μας να ‘σκληραγωγούνται’ από τις πρώτες κιόλας ημέρες της ζωής τους, να μπαίνουν σε ‘πρόγραμμα’, ώστε να γίνει πιο εύκολη η ζωή των πολυάσχολων γονιών τους. Τα τελευταία επιστημονικά δεδομένα τονίζουν τη βλαπτική επίδραση που έχει αυτή η λογική στην σωματική και ψυχική υγεία των παιδιών μας. Πολλά βρέφη υποφέρουν από αποξένωση στα χέρια γονιών με καλές συνήθως προθέσεις. Δεν προσδοκούμε από το μωρό μας να περπατήσει στους τέσσερις ή στους έξι μήνες της ζωής του. Έχουμε όμως την πλανεμένη ιδέα ότι η συμπεριφορά του από τις πρώτες ήδη εβδομάδες θα έχει ωριμάσει τόσο που δε θα απαιτεί συχνό τάισμα, αγκαλιά και ανθρώπινη επαφή.

Περιμένουμε με αγωνία την ημέρα που το βρέφος μας θα τρώει αραιά και τακτικά, θα παίζει μόνο του και θα κοιμάται ήσυχο από μόνο του στο κρεβατάκι του. Αυτές βέβαια δεν είναι φυσιολογικές συμπεριφορές για ένα μωρό αλλά συμβαίνουν είτε σε λίγα παιδιά πραγματικά καλόβολα, είτε –συνηθέστερα- σε παιδιά που συνήθισαν, συμβιβάστηκαν με την αποστέρηση, την ιδρυματοποίηση, την κλεισούρα στον σκοτεινό, εσωτερικό,αποσυνδεδεμένο τους κόσμο. Είναι σα να μη θέλουμε να ζήσουμε την παιδικότητα μαζί τους, σα να θέλουμε να προσπεράσουμε μερικά χρόνια ανάπτυξης αυτόματα, απλά πατώντας εάν γίνεται ένα κουμπί. Βιαζόμαστε να τα δούμε μεγαλωμένα. «Να αφήσουμε το μωρό μας να κλάψει για να βγάλει την στενοχώρια, για να εκτονωθεί ή γιατί θα κάνει καλό στα πνευμόνια του (!)», ακούγεται συχνά από χείλη επαγγελματιών υγείας και μη. Ας το δούμε από άλλη σκοπιά: Αν νιώσουμε μόνοι μας και μας πιάσουν τα κλάματα, τι συνιστά υγιή αντίδραση, να αποσυρθούμε στο καβούκι μας ώστε να μην ενοχλήσουμε τους κοντινούς μας ανθρώπους ή να αποζητήσουμε τη βοήθεια τους;

«Μα κλαίει όποτε προσπαθώ να φύγω μακριά του». Τι παράλογο.. Τα μωρά όταν αφεθούν μόνα τους γνωρίζουν από ένστικτο ότι πρέπει να επανενωθούν με τη μαμά τους. Ως αποτέλεσμα διαμαρτύρονται και κλαίνε. Το μικρό τους σωματάκι κατακλύζεται από ορμόνες του στρες, οι οποίες σταματούν την πέψη και την ανάπτυξη. Σε αντίθεση, όσο βρίσκονται σε επαφή με τη μαμά τους χαλαρώνουν, επιτρέποντας στο σωματάκι τους να ωριμάσει. Όσο κρατάμε, όσο αγγίζουμε ένα μικρό παιδί, τόσο καλύτερη η σχέση μας. Πρόωρες προσπάθειες να ανεξαρτητοποιηθεί το βρέφος, να μην ‘κακομάθει’ στην αγκαλιά μας, κλονίζουν την εμπιστοσύνη του στη μαμά, στη σταθερότητα του κόσμου γύρω του. Αν δεν απαντήσουμε έγκαιρα, κατάλληλα και με ευαισθησία στις ανάγκες του θα βρεθεί απώτερα σε κίνδυνο για ανασφάλεια, χαμηλή αυτοπεποίθηση, συναισθηματικά προβλήματα και –τελικά- υπερβολική εξάρτηση από τους άλλους στην ενήλικη ζωή.

6 μηνών μαθαίνεις να “ανεξαρτητοποιείσαι”. 12 μηνών μαθαίνεις να “κοινωνικοποιείσαι” με άλλα 12μηνα. 3 χρονών μαθαίνεις αγγλικά, 5 ετών ξέρεις να διαβάζεις. 15 ετών έχεις ξεχάσει τι θα πει παιχνίδι και γνησιότητα, έχεις βαρεθεί. 18 ετών παπαγαλίζεις για να μπεις σε ένα πανεπιστήμιο που δεν οδηγεί πουθενά. 25 ετών είσαι άνεργος, αναζητείς εργασία ότι να ναι και ψάχνεις πως να φύγεις στο εξωτερικό. Δεν νιώθεις να έχεις κανένα φίλο, σου μαγειρεύει η μάνα σου – περισσότερο από όταν ήσουν ενός έτους που σου μαγείρευαν στον παιδικό.
 Πάσχεις από κατάθλιψη. Ελλάδα 2014.

Στέλιος Παπαβέντσης MRCPCH DCH IBCLC 2014

ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΣΕ ΓΟΝΕΙΣ

Μήνυμα σε γονείς Νο 11

m21  «Μη στέκεσαι ακίνητη έξω από την πόρτα ενός μωρού που κλαίει και η μόνη του επιθυμία είναι να σε αγγίξει. Πήγαινε στο μωρό σου, πήγαινε στο μωρό σου ένα εκατομμύριο φορές.»

 

Peggy O’ Mara

ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΣΕ ΓΟΝΕΙΣ

Μήνυμα σε γονείς Νο10

m21  «Η δουλειά μας ως γονείς είναι να διδάσκουμε στα παιδιά μας πώς να αντιμετωπίζουν την απογοήτευση και όχι να τα κρατάμε μακριά από αυτή. Γιατί κι αυτή είναι μέρος της ζωής.»