Tag Archive | Γνωστική-συμπεριφορική ψυχοθεραπεία

Οι αρχές της Γνωστικής- Συμπεριφορικής Θεραπείας

cognitive-triangle    Η Γνωστική Θεραπεία (ΓΘ) αναπτύχθηκε από τον A. Beck στις αρχές του 1960, στοχεύοντας στην επίλυση των προβλημάτων του εκάστοτε θεραπευόμενου μέσα από την τροποποίηση των λαθεμένων του σκέψεων και συμπεριφορών. Πέρα από τη θεραπεία του Beck, έχουν αναπτυχθεί και άλλες μορφές της γνωστικής –συμπεριφορικής θεραπείας από άλλους μεγάλους θεωρητικούς, όπως η ορθολογική ή λογικο-θυμική θεραπεία του A. Ellis, η γνωστική-συμπεριφορική τροποποίηση του Meichenbaumκαι η πολυδιάστατη θεραπεία του Lazarus.

Το γνωστικό μοντέλο υποστηρίζει ότι οι διαστρεβλωμένες σκέψεις επηρεάζουν τη διάθεση και τη συμπεριφορά μας και είναι αυτές που βρίσκονται πίσω από τα ψυχολογικά μας προβλήματα. Στόχος της θεραπείας είναι να αξιολογηθούν ρελαιστικά αυτές οι σκέψεις και να τροποποιηθούν, ώστε να βελτιωθεί η συναισθηματική κατάσταση και η συμπεριφορά μας.

Αρχές της Γνωστικής- Συμπεριφορικής Θεραπείας

Η Γνωστική- Συμπεριφορική Θεραπεία:

1) βασιζεται στην εξελισσόμενη κατανόηση του θεραπευόμενου και των προβλημάτων του με γνωστικούς όρους.

Αρχικά προσδιορίζεται ο τρόπος σκέψης που συντηρεί τα δυσάρεστα συναισθήματα και τις προβληματικές συμπεριφορές. Στη συνέχεια αναγνωρίζονται οι εκλυτικοί παράγοντες, που συνέβαλαν στο διαστρεβλωμένο τρόπο αντίληψης των πραγμάτων και τέλος, ο θεραπευτής διατυπώνει υποθέσεις για σημαντικά αναπτυξιακά γεγονότα στη ζωή του θεραπευόμενου, καθώς και ορισμένους, σταθερούς τρόπους που έχει για να ερμηνεύει αυτά τα γεγονότα. Η κάθε διατύπωση βασίζεται σε στοιχεία που παρέχει ο θεραπευόμενος στις συνεδρίες. Ο θεραπευτής μοιράζεται με το θεραπευόμενό του αυτες τις υποθέσεις προκειμένου να διασφαλίσει ότι ο τρόπος που σκέφτεται ακούγεται σωστός στο θεραπευόμενο.

2) Απαιτεί μια σταθερή θεραπευτική συμμαχία.

Η θεραπευτική σχέση είναι η σχέση που αναπτύσσει ο θεραπευτής με το θεραπευόμενο, αναπόσπαστο κομμάτι της οποίας αποτελεί η θεραπευτική συμμαχία. Ο θεραπευτής αφιερώνει χρόνο προκειμένου να εδραιώσει μια σταθερή θεραπευτική σχέση, η οποία και παίζει κρίσιμο ρόλο στο αποτέλεσμα τς θεραπευτικής πορείας.

3) Δίνει έμφαση στη συνεργασία και την ενεργό συμμετοχή.

Η θεραπευτική σχέση είναι συνεργατικής φύσης, καθώς σκοπός του θεραπευτή είναι να δουλέψει μαζί με το θεραπευόμενο για την αντιμετώπιση του προβλήματος, που προκαλεί τη δυσλειτουργία.

Η θεραπεία είναι δουλειά ομαδική. Δεν είναι ο θεραπευτής που αποφασίζει μόνος του και «επιβάλλει» στο θεραπευόμενό του τι να κάνει και να ακολουθήσει τις οδηγίες του. Αντίθετα, αποφασίζουν από κοινού. Θεραπευτής και θεραπευόμενος συνεργάζονται, ο πρώτος ως ειδικός της ανθρώπινης συμπεριφοράς και ο δεύτερος ως ειδικός του εαυτού του.

4) Προσανατολίζεται σε στόχους και επικεντρώνεται σε προβλήματα

Αφού εντοπιστούν τα προβλήματα, στη συνέχεια τίθενται οι στόχοι- οι οποίοι διαμορφώνονται σε ρεαλιστικό επίπεδο, ώστε να επιλυθεί το πρόβλημα. Με τον τρόπο αυτό, ο θεραπευόμενος είναι σε θέση να αναγνωρίσει τι είναι αυτό που επιθυμεί να αλλάξει και τι προσδοκίες έχει από τη θεραπεία, με ποιον τρόπο πιστεύει και περιμένει ότι θα τον βοηθήσει.

 5) Αρχικά δίνει έμφαση στο παρόν.

Η θεραπεία ξεκινάει με εστίαση στα προβλήματα και στις επώδυνες καταστάσεις που βιώνει ο θεραπευόμενος στο εδώ και τώρα. Μέσω της ρεαλιστικής αξιολόγησης των δυσάρεστων συνθηκών επειδιώκεται η μέιωση των συμπτωμάτων.

Η προσοχή στρέφεται στο παρελθόν όταν: (α) ο θεραπευόμενος επιθυμεί έντονα να αναφερθεί σ’ αυτό, (β) είναι «φτωχά» τα αποτελέσματα της γνωστικής, συμπεριφορικής και συναισθηματικής αλλαγής, (γ) ο θεραπευτής θέλει να κατανοήσει πως αναπτύχθηκαν οι δυσλειτουργικές πεποιθήσεις του θεραπευόμενου, που τον επηρεάζουν μέχρι και σήμερα.

6) Έχει ψυχοεκπαιδευτικό χαρακτήρα.

Αυτό σημαίνει ότι επιδιώκει να μάθει στο θεραπευόμενο πώς να γίνει ο ίδιος θεραπευτής του εαυτού του, παρέχοντας του όλα τα απαραίτητα εφόδια και γνώσεις για να φτάσει στο σημείο αυτό. Έτσι μαθαίνει να επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, να αναγνωρίζει τις δυσλειτουργικές του σκέψεις, να αξιολογεί την εγκυρότητά τους και πώς αυτές επιδρούν στο συναίσθημά του, να σχεδιάζει αλλαγές στη συμπεριφορά του, διδάσκοντάς του τον τρόπο για να τα κάνει όλα αυτά.

7) Είναι χρονικά περιορισμένη.

Οι περισσότεροι θεραπευόμενοι με κατάθλιψη και αγχώδεις διαταραχές θεραπεύονται μέσα σε ένα διάστημα λίγων μηνών. Ωστόσο, δε σημειώνουν όλοι την ίδια πρόοδο κι ενδεχομένως για κάποιους να απαιτείται περισσότερος χρόνος ( π.χ. ένα με δύο χρόνια θεραπείας), ώστε να τροποποιήσουν αρκετά άκαμπτες πεποιθήσεις και συμπεριφορές, στις οποίες οφείλονται τα συμπτώματά τους.

8) Έχει δομημένες συνεδρίες.

Ανεξάρτητα από τη φύση του προβλήματος ή το στάδιο της θεραπείας, τηρείται μια προκαθορισμένη δομή σε κάθε συνεδρία. Η δομημένη διαδικασία βοηθάει στον εστιασμό σημαντικών θεμάτων για τον πελάτη, φαίνεται πιο κατανοητή στο θεραπευόμενο κι έτσι αυξάνονται οι πιθανότητες να προχωρήσει σε αυτοθεραπεία μετά το τέλος των συνατήσεων

9) Χρησιμοποιεί μια ποικιλία τεχνικών.

Παρόλο που οι γνωστικές στρατηγικές είναι κεντρικής σημασάις, χρησιμοποιούνται τεχνικές και από άλλες θεραπευτικής προσεγγίσεις, ενταγμένες μέσα στο γνωστικό πλαίσιο, για να επιτευχθεί η αλλαγή στον τρόπο σκέψης, στη διάθεση και τη συμπεριφορά του θεραπευόμενου.

 

Οι παραπάνω αρχές εφαρμόζονται σε όλους τους πελάτες, ωστόσο η θεραπεία διαφοροποιέιται ανάλογα με τον κάθε θεραπευόμενο, τη φύση και το είδος των προβλημάτων του, τους στόχους, την κινητοποίησή του για αλλαγή, την ικανότητά του να δημιουργεί ισχυρό θεραπευτικό δεσμό, την προηγούμενη θεραπευτική του εμπειρία και την προτίμησή του για θεραπεία.

 

Κατερίνα Κοντογιαννάτου

Βιβλιογραφία:

Beck, J. (2004). Εισαγωγή στη γνωστική θεραπεία. Αθήνα: Πατάκη

 

«Δεν πάω σε ψυχολόγο, γιατί…»

PicsArt_1410170290704

  • πάνε μόνο οι τρελοί.

Το να ζητήσει κάποιος βοήθεια από ψυχολόγο δεν τον κάνει ούτε τρελό, ούτε προβληματικό. Αντίθετα, πρόκειται για κάποιον, που αποδέχεται τις δυσκολίες που βιώνει, επιθυμεί να τις διαχειριστεί κι αναλαμβάνει δράση. Ο καθένας μπορεί να απευθυνθεί σε ψυχολόγο, με σκοπό να διευθετήσει θέματα που τον απασχολούν και δυσκολεύουν την καθημερινότητά του/ τη λειτουργικότητά του/ τη σχέση του με τον εαυτό του ή με τους άλλους.

  • μπορώ να τα καταφέρω μόνος/η μου, είμαι δυνατός/ή.

Στην πραγματικότητα ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Το θάρρος να παραδεχθεί κάποιος ότι βρίσκεται σε μία δύσκολη κατάσταση και χρειάζεται βοήθεια, αποτελεί ένδειξη δύναμης και σίγουρα όχι αδυναμίας. Μέσω της ψυχοθεραπείας εξερευνά κανείς τον εαυτό του, έρχεται σε επαφή με επώδυνες εμπειρίες και δύσκολα συναισθήματα μεταξύ άλλων, τα οποία ξεπερνά και απελευθερώνεται. Όσοι λοιπόν αποφασίζουν να μπουν σε μια τέτοια διαδικασία, κάθε άλλο παρά αδύναμοι είναι. Μια τέτοια απόφαση απαιτεί θάρρος, σθένος, δύναμη και είναι ένδειξη υγείας.

  • έχω την οικογένεια μου και τους φίλους μου για να μιλήσω.

Σίγουρα η οικογένεια και οι φίλοι αποτελούν σημαντικά υποστηρικτικά πλαίσια και μπορεί να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση. Όμως, ο ψυχολόγος είναι κάποιος με γνώσεις, εξειδίκευση, κατάρτιση και εμπειρία, που παρατηρεί τα πράγματα αντικειμενικά και μπορεί να βοηθήσει μακροπρόθεσμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, παρά τις καλοπροαίρετες προθέσεις της οικογένειας και των φίλων, ενδεχομένως να φέρουν το άτομο σε ακόμη πιο δύσκολη θέση. Φράσεις όπως: «Δεν είναι τίποτα, θα περάσει», «Μην αγχώνεσαι», «Θα το ξεπεράσεις, είσαι δυνατός/ή εσύ», «Κάνε πράγματα που σ’ ευχαριστούν», «Βγες έξω, διασκέδασε», ίσως να μην είναι βοηθητικές και να έχουν τα αντίθετα αποτελέσματα. Το άτομο είναι πολύ πιθανό να αισθάνεται ότι δεν το καταλαβαίνουν, ότι δε δίνουν σημασία σε όσα σκέφτεται και νιώθει κι ότι υποβαθμίζουν το πρόβλημά του.

  • θα χάσω τον εαυτό μου, θα πρέπει να κάνω ό,τι λέει ο θεραπευτής μου.

Η σχέση θεραπευτή-θεραπευόμενου δεν είναι μια σχέση εξάρτησης, ούτε εξουσίας, όπου ο θεραπευτής υποβάλλει στο θεραπευόμενο τι να κάνει. Ρόλος του ψυχολόγου δεν είναι να δώσει συμβουλές και έτοιμες λύσεις στον πελάτη, αλλά να τον βοηθήσει να διερευνήσει και να ανακαλύψει το δικό του δρόμο και όχι να τον κατευθύνει. Πρόκειται για μία σχέση συνεργατική, όπου ο θεραπευόμενος συμμετέχει ενεργά και δεν είναι παθητικός δέκτης των υποδείξεων του θεραπευτή.

  • θα μιλήσω για τραυματικές εμπειρίες και θα γίνω χειρότερα.

Η αυτογνωσία, που προκύπτει μέσω της ψυχοθεραπείας δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η αναζήτηση των αιτιών, η αμφισβήτηση των δυσλειτουργικών σκέψεων και προτύπων συμπεριφοράς είναι συχνά μια δύσκολη δουλειά. Ωστόσο, είναι άκρως χρήσιμη, βοηθητική και ωφέλιμη, καθώς οδηγεί εν τέλει στην υιοθέτηση νέων πιο λειτουργικών μοτίβων.

  • την ξέρω εγώ τη μοίρα μου, μια ζωή άτυχος/η είμαι.

Τη μοίρα μας την φτιάχνουμε εμείς οι ίδιοι μέσα από τις επιλογές μας. Συχνά, λόγω παλαιότερων τραυματικών εμπειριών εμπλεκόμαστε σε καταστάσεις ή επιλέγουμε ανθρώπους με αποτέλεσμα να αναπαράγουμε τα δυσλειτουργικά μοτίβα σχέσεων, που έχουμε μάθει, αναζητώντας μ’ αυτό τον τρόπο το «οικείο», το «γνώριμο», όσο δυσάρεστα κι αν είναι. Μέσω της ψυχοθεραπείας αναγνωρίζει κανείς τα μη λειτουργικά πρότυπα και είναι σε θέση να τα αντικαταστήσει με άλλα πιο ωφέλιμα.

  • η ψυχοθεραπεία θα κρατήσει πολύ καιρό.

Η διάρκεια εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως: τα κίνητρα του πελάτη, το είδος του προβλήματος, καθώς και την ψυχοθεραπευτική μέθοδο, που ακολουθεί ο θεραπευτής. Για παράδειγμα, το μοντέλο της ψυχανάλυσης απαιτεί όντως πολλά χρόνια, υπάρχουν όμως και προσεγγίσεις, όπως η γνωστική-συμπεριφορική, που δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στο παρόν, στο «εδώ και τώρα» και είναι πιο σύντομες σε διάρκεια.

  • η ψυχοθεραπεία θα μου κοστίσει μια περιουσία.

Το κόστος αποτελεί πράγματι ανασταλτικό παράγοντα για πολλούς. Όμως, δε χρεώνουν όλοι οι θεραπευτές το ίδιο. Επίσης, πολλοί θεραπευτές διαμορφώνουν το κόστος ανάλογα με τις ανάγκες του πελάτη και τις συνθήκες (π.χ. χαμηλό εισόδημα, διάρκεια θεραπείας, ατομική/ομαδική θεραπεία κ.α.).

  • η ψυχοθεραπεία είναι πολυτέλεια.

Η ψυχοθεραπεία είναι ανάγκη για όποιον πιστεύει ότι την χρειάζεται και μέσο επίλυσης των δυσκολιών. Αποτελεί επένδυση, βοηθώντας το άτομο να αξιοποιήσει όλες του τις δυνατότητες. Εξάλλου, το να προσέχει και να φροντίζει κάποιος την ψυχική του υγεία και ισορροπία δεν είναι πολυτέλεια.