Tag Archive | αυτογνωσία

Κρύβουμε την αληθινή μας δυναμική

Superhero-Wallpaper

Κρύβουμε την αληθινή μας δυναμική.
Κρύβουμε όλα εκείνα για τα οποία είμαστε ικανοί.
Και ζούμε επιδεικνύοντας την πιο υποβαθμισμένη μας πλευρά… εκείνη που είναι κοινωνικά αποδεκτή… εκείνη που μας έμαθαν να καλλιεργούμε… εκείνη που υιοθετήσαμε για να μην έχουμε προβλήματα…
Και όλα αυτά, μόνο με την επίδραση που άσκησαν πάνω μας οι ιστοριούλες με τους ήρωες;
Όχι μόνο. Θυμόμαστε και μέρος του μηνύματος που μας μετέδωσαν οι γονείς μας:
«Μην μπλέκεις σε μπελάδες…»
Ή, ακόμη χειρότερα:
«Αν συνεχίσεις έτσι, δε θα σε θέλει κανείς…»
Τι σημαίνει συνεχίζω έτσι;
Προφανώς, «συνεχίζω έτσι», σημαίνει ότι είμαι αυτός που είμαι.
Και, τότε; Τι πρέπει να κάνω για να γίνω άλλος;
Η απάντηση είναι προβλέψιμη: ν’ αφήσεις να βγει ο ήρωας.
Δεν λέω ότι πρέπει κανείς να γίνει σούπερ-ήρωας με την έννοια να είναι καταπληκτικός και να εντυπωσιάζει, να σκαρφαλώνει κτίρια, να πηδάει στις στέγες των σπιτιών και να πετάει στον αέρα.
Όχι.
Δεν χρειάζεται.
Μιλάω για τον μοναδικό ηρωισμό που υπερασπίζομαι:
«Το κουράγιο να είναι κανείς αυτός που είναι».
Το θάρρος να μη δημιουργεί μια μυστική ταυτότητα μικρόψυχου, αν δεν είναι μικρόψυχος.
Να μη ζει σαν ηλίθιος, αν δεν είναι ηλίθιος.
Κι αν δεν είναι πολύ γρήγορος, δεν πειράζει. Πρέπει να δέχεται τη βραδύτητα με περηφάνια. Να λέει: «Είμαι λίγο αργός. Ε, και;» Αυτό είναι υπέροχο.
Δεν τρέχει τίποτα αν είναι κανείς «λίγο χαζούλης…» όπως λένε στην Αργεντινή.
Αν όμως δεν είναι… τότε δεν πρέπει να κάνει τον χαζό!
Αν εγώ είμαι λίγο κουτός… αν δεν μου κόβει και πολύ… αν μπορώ ν’ ανακαλύπτω μέσα μου άλλα χαρίσματα εκτός από την εξυπνάδα… πολύ ωραία! Γιατί να σπαταλάω ενέργεια προσπαθώντας να το κρύψω;
Γιατί να μη βρω το θάρρος να πω ποιος είμαι, με τα όποια χαρίσματά μου, κι ας μην είναι τα πλέον ευπρόσδεκτα κοινωνικά κι αυτά που αναγνωρίζονται και εκτιμώνται περισσότερο, κι ας μην είναι αυτά που μου κάνουν « την καλύτερη διαφήμιση».
Αυτό που λιγότερο χρειάζεσαι είναι να σε κάνουν τα προσόντα σου υπερόπτη.
Προσόν, μπορεί να είναι και το να μην ξεχωρίζεις.
Το μεγαλύτερο προσόν ενός ήρωα είναι να μπορεί να αντιμετωπίζει τις καταστάσεις χωρίς να εξαναγκάζεται να δείχνει στους άλλους ότι είναι όπως εκείνοι λένε ότι πρέπει να είναι.

Jorge Bucay, Ο δρόμος της ευτυχίας

Advertisements

Η ψυχοθεραπεία δεν είναι για όλους!

chairs-psychotherapy   Με ρωτάνε: «Τελικά βοηθάει η ψυχοθεραπεία; Αξίζει τον κόπο να προσπαθήσω;».

Προσωπικά, λόγω της εκτεταμένης μου εμπειρίας σ’ αυτό το επάγγελμα, δεν μπορώ να απαντήσω με ένα ναι, ή με ένα όχι.

Είναι σα να με ρωτάς: «Βοηθά να ταξιδεύω στη θάλασσα; Βοηθά να κάνω καταδύσεις; Να κάνω ορειβασία; Βοηθά να μπαίνω σε σχέσεις;»

Εξαρτάται.

Σε κάποιους η θάλασσα φέρνει ναυτία. Δεν τολμούν ούτε να σκεφτούν να κολυμπήσουν σε άγνωστα νερά. Και μόνο η ιδέα τους αναστατώνει, τους τρομάζει.

Το ίδιο και οι βουτιές.

Ακόμα και η ιδέα της περιπέτειας, του ταξιδιού, της ανάβασης τους κουράζει και δεν βρίσκουν σ’ αυτήν κανένα νόημα.

Η πλειοψηφία των ανθρώπων αγαπούν τα προβλήματα περισσότερο από τις λύσεις τους, γιατί έμαθαν να ζουν μ’ αυτά, και μέσα από αυτά να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους.

Οι αλλαγές τους τρομάζουν, ιδίως εάν αυτές πρόκειται να τους οδηγήσουν σε μια καινούργια ζωή, γιατί σε αυτό το νέο πλαίσιο ζωής χρειάζεται να καταβάλουν προσπάθεια. Να αλλάξουν τις συνήθειές τους.

Να πάψουν να ρίχνουν τις ευθύνες της ζωής τους σε άλλους, και να τις αναλάβουν οι ίδιοι.

Επίσης, η κάθε ατομική απόπειρα εμπλοκής σε προσωπική ψυχοθεραπεία είναι τόσο μοναδική, ιδιαίτερη κι εξατομικευμένη, ως προς τα κίνητρα, τα προσόντα των υποψηφίων και –γι’ αυτό- την αποτελεσματικότητά της, όσο τα χαρακτηριστικά που φέρουν σ’ αυτήν τα υποψήφια μέλη, θεραπευτής και θεραπευόμενος.

Η θετική έκβαση της θεραπευτικής συνεργασίας εξαρτάται από μια σειρά παραμέτρων.

Την επαγγελματική κι αυτογνωστική εμπειρία του εμπλεκόμενου ψυχοθεραπευτή.

Το εύρος και την πληρότητα της εκπαίδευσής του.

Την ηλικία και την ετοιμότητα του υποψήφιου θεραπευόμενου.

Την ωριμότητα και τα κίνητρα που τον ωθούν να ξεκινήσει την διαδικασία.

Το βάθος των τραυματικών του εμπειριών, τους τρόπους που το παρελθόν του παρεμβαίνει στην καθημερινότητά του σήμερα, και την χρήση αυτών των εμπειριών που η ψυχή του είναι έτοιμη να κάνει.

Το ταίριασμα των δύο εταίρων.

Μιλάνε οι ψυχές τους την ίδια γλώσσα; Συνειδητή κι ασυνείδητη;

Πόσο πρόθυμοι και ικανοί είναι και οι δυο τους γι’ αυτοαποκάλυψη;

Τι καταλαβαίνει ο καθένας τους όταν λέει «ψυχοθεραπεία»;

Ταιριάζουν οι τρόποι που την αντιλαμβάνονται και οι προσδοκίες που έχουν απ’ αυτήν;

Μέχρι ποιο σημείο την αυτογνωστικής του πορείας είναι διατεθειμένος ο θεραπευόμενος να φτάσει;

Κατά πόσο σε αυτό μπορεί να τον ακολουθήσει ο συγκεκριμένος ψυχοθεραπευτής;

Πόσο ικανοί είναι αμφότεροι στην μετα-επικοινωνία; Δηλαδή, σε ποιον βαθμό και πόσο ανοιχτά μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους έχοντας ως αντικείμενο συζήτησης την ίδια τους την θεραπευτική επικοινωνία; Την θεραπευτική σχέση και συνεργασία;

Σε ποιο βαθμό μπορεί ο θεραπευόμενος να αναστοχάζεται και να βάζει σε λέξεις τα συναισθήματα και τις εσωτερικές του διεργασίες;

Όλες οι παραπάνω παράμετροι, εφόσον γίνονται αντιληπτά από τους εμπλεκόμενους, και μπορούν να συζητηθούν στο θεραπευτικό πλαίσιο, είναι θεμιτό να γίνουν έναυσμα εισόδου κι εμβάθυνσης της ψυχοθεραπευτικής σύνδεσης, καθώς ορίζουν το πιο σημαντικό της κομμάτι: την θεραπευτική διάδραση, την πορεία και την τελική της έκβαση.

Όχι, λοιπόν. Η καλή, η αποτελεσματική ψυχοθεραπεία δεν είναι για όλους.

Θέλει όλα τα παραπάνω.

Χρειάζεται αυτός που την ξεκινά να είναι οπλισμένος με εξυπνάδα, αντιληπτικότητα, ικανότητα να λεκτικοποιεί την εσωτερική του εμπειρία, υπομονή.

Ικανότητα για επένδυση σε βάθος χρόνου, για επένδυση σε σχέση.

Να θέλει –ακόμη κι αν έχει αμφιθυμία- να αναλάβει τις ευθύνες του για την ζωη του.

Να μην ψάχνει συμβουλές.

Να μην θέλει κάποιος άλλος να τον «σώσει».

Να ξέρει και να πιστεύει πως μόνος του θα βρει τον δρόμο, με την βοήθεια και το «φαναράκι» του ψυχοθεραπευτή.

Σ’ αυτήν την περίπτωση, θα βιώσει την ψυχοθεραπευτική εμπειρία ίσως ως την πολυτιμότερη εμπειρία της ζωής του.

 

Dr. Γρηγόρης Βασιλειάδης, Ψυχολόγος – Συστημικός – Υπαρξιακός Ψυχοθεραπευτής

Πηγή: aftognosia.gr

«Είμαι εγώ.»

i-am-enough ‘Διακήρυξη για την Εκτίμηση του Εαυτού’.

Είμαι εγώ.

Σ’ όλο τον κόσμο δεν υπάρχει κανένας άλλος ακριβώς σαν κι εμένα. Υπάρχουν άνθρωποι, που μου μοιάζουν σε μερικά σημεία, αλλά κανένας δεν είναι ολότελα όμοιος με εμένα. Επομένως ό,τι προέρχεται από εμένα είναι απόλυτα δικό μου γιατί εγώ μόνος μου το διάλεξα.

Μου ανήκει ό,τι έχω: το σώμα μου και όλα όσα έχω κάνει, το μυαλό μου με τις ιδέες του και τις σκέψεις του, τα μάτια μου και οι εικόνες όσων βλέπουν, τα συναισθήματά μου, όποια κι αν είναι αυτά: θυμός, χαρά, αποκάρδιωση, αγάπη, απογοήτευση, ενθουσιασμός, το στόμα μου και τα λόγια που ξεστομίζω: ευγενικά, γλυκά ή σκληρά, σωστά ή λαθεμένα. Η φωνή μου δυνατή ή σιγανή και όλες μου οι πράξεις, άσχετα αν κατευθύνονται προς εμένα ή προς τους άλλους.

Δικές μου είναι όλες μου οι φαντασιώσεις, τα όνειρά μου, οι ελπίδες μου, οι φόβοι μου.

Δικοί μου οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες μου και όλες μου οι αποτυχίες και τα λάθη μου.

Γιατί σε μένα ανήκει όλος ο εαυτός μου, μπορώ να γνωριστώ βαθιά, στενά μαζί του. Έτσι μπορώ να τον αγαπάω και να ‘μαι φίλος μαζί του, με όλες τις πλευρές. Μπορώ λοιπόν να βάλω όλον τον εαυτό μου να δουλέψει για το συμφέρον μου. Μερικές πλευρές του εαυτού μου με βάζουν σε απορία, το ξέρω και άλλες μου είναι τελείως άγνωστες. Όσο όμως διατηρώ φιλικές σχέσεις μαζί του και τον αγαπάω, μπορώ με θάρρος και ελπίδα να αναζητώ λύσεις για τα αινίγματα και τρόπους για να ανακαλύψω πιο πολλά πράγματα για μένα.
Όπως κι αν μοιάζω κι αν φαίνομαι, ό,τι λέω και κάνω, ό,τι σκέφτομαι κι αισθάνομαι σε οποιαδήποτε στιγμή, όλα αυτά είμαι εγώ. Κι αυτό είναι κάτι αυθεντικό και δείχνει πού βρισκόμουν εκείνη τη στιγμή.

Όταν αργότερα εξετάσω πώς έμοιαζα και πώς φαινόμουν, τι έκανα και τι είπα, τι σκέφτηκα και πώς αισθάνθηκα, κάποια σημεία μπορεί να είναι ακατάλληλα. Μπορώ να τα πετάξω τα ακατάλληλα και να κρατήσω όσα αποδείχθηκαν κατάλληλα και να εφεύρω κάτι καινούριο για να αντικαταστήσω ό,τι πέταξα.

Βλέπω, ακούω, αισθάνομαι, σκέπτομαι, λέγω και πράττω. Έχω τα εργαλεία που χρειάζομαι για να επιζήσω, να ‘μαι κοντά με τους άλλους, να ‘μαι παραγωγικός, να καταλαβαίνω και να βάζω σε τάξη μες το νου μου το πλήθος των ανθρώπων και των πραγμάτων έξω από εμένα.

Είμαι κύριος του εαυτού μου και, επομένως, μπορώ να τον οργανώσω.

Είμαι εγώ και είμαι πολύ εντάξει.

Satir, V. (1989). Πλάθοντας ανθρώπους. Κέδρος, Αθήνα

«Μαθαίνεις»

GOODBYE-LOVE-LETTERΜετά από λίγο μαθαίνεις την ανεπαίσθητη διαφορά ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι και να αλυσοδένεις μια ψυχή

και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι

και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

και αρχίζεις να μαθαίνεις πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια

και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα,
με τη χάρη ενός ενήλικα και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

και μαθαίνεις να φτιάχνεις όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια …
και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…

πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου μπορεί να σου κάνει κακό.

Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ αντί να περιμένεις κάποιον να σου φέρει λουλούδια

και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις

και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη

και ότι, αλήθεια, αξίζεις

και μαθαίνεις… μαθαίνεις

…με κάθε αντίο μαθαίνεις.
Jorge Louis Borges

 

«- Κι εμείς τι πάθαμε που μεγαλώσαμε έτσι; – Γίναμε έτσι…»

Yoyo1 «Είναι εύκολο να γίνεις γονιός, αλλά είναι δύσκολο να είσαι γονιός». Σ’ αυτή τη φράση ο Βίλχελμ Μπους εσωκλείει σύντομα και περιεκτικά τη δυσκολία – κι ο,τι αυτή προϋποθέτει ή συνεπάγεται- του να είναι κανείς όχι τέλειος, αλλά ένας αρκούντως καλός γονιός. Εξάλλου τέλειοι γονείς δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν και τέλεια παιδιά, κι αυτό είναι κάτι, που χρειάζεται να κρατάμε καλά στο νου μας.

Όταν κάποιος γίνεται γονιός, τότε είναι η στιγμή που έρχεται στην επιφάνεια το δικό του εσωτερικό παιδί, των δικών του παιδικών χρόνων, έρχεται ξανά σε επαφή με το παρελθόν του, με τα τραύματά του. Και μπορεί είτε να υποκύψει σ’ αυτά και να τα αναπαράγει, διαιωνίζοντας με τη σειρά του αυτό το φαύλο κύκλο γενεών, είτε μπορεί να έρθει αντιμέτωπος με τις πληγές του, σπάζοντας τον κύκλο. Όποια κι αν είναι η επιλογή του, οι συνέπειες είναι αναπόφευκτες και αντίστοιχες της απόφασής του. Ο πρώτος δρόμος είναι σίγουρα ο πιο εύκολος, αλλά εξίσου σίγουρα είναι και ο πιο επικίνδυνος και επώδυνος για το παιδί μπροστά του.

Οι γονείς βλέπουν το παιδί τους ως προέκταση του εαυτού τους, αδυνατούν να το δουν ως ξεχωριστή προσωπικότητα, ως πλάσμα με διαφορετική ταυτότητα, τη δική του ταυτότητα. Περιμένουν απ’ αυτό να γίνει ό,τι δεν έγιναν, να κάνει ό,τι δεν έκαναν, να ζήσουν τη ζωή που δεν έζησαν μέσα απ’ τη ζωή του παιδιού τους, να “φτιάξουν” το τέλειο, το ιδανικό, το ατσαλάκωτο παιδί. Αντ’ αυτού όμως, το μόνο που καταφέρνουν να “φτιάξουν” είναι ένα φοβισμένο παιδί.

«Όταν ο γονιός δεν έχει αρκετή αυτοπεποίθηση, όταν δεν είναι σίγουρος για τη θέση του, μπορεί να αντιδρά άσχημα στις εκδηλώσεις αντίστασης του παιδιού του. Αντί να δει την αντίσταση ως μία εκδήλωση της ταυτότητας του παιδιού, αισθάνεται ότι κατευθύνεται εναντίον του» (Ιζαμπέλ Φιλιοζά). Και τότε οι γονείς κάνουν ένα από τα μεγαλύτερα τους λάθη. Αντί να προσπαθήσουν να κατανοήσουν τη συμπεριφορά του παιδιού τους, προσπαθούν να μεγαλώσουν ένα υπάκουο και πειθαρχημένο παιδί χρησιμοποιώντας ως όπλο τους και έχοντας ως σύμμαχο τους το φόβο. Και ο φόβος είναι παιδική κακοποίηση.

Παιδική κακοποίηση δεν είναι μόνο ό,τι αγγίζει τη σφαίρα του ακραίου. Παιδική κακοποίηση είναι οι τιμωρίες, οι επικρίσεις, οι υποτιμήσεις, οι ετικέτες, οι συγκρίσεις, οι απαιτήσεις, οι απειλές, η αδιαφορία, η απόρριψη, η απαξίωση, η ειρωνεία, τα λόγια που πονάνε, η αγάπη υπό όρους («Σ’ αγαπώ/ Είσαι καλός/ή, αν κάνεις αυτό που λέω/θέλω εγώ»).

«Το παιδί δεν μπορεί να ακούει προσβολές, γιατί μόνο έτσι μεγαλώνοντας θα αποκτήσει αξιοπρέπεια» (F. Engels). Δε μιλάμε πλέον για μια σχέση ισότιμη, αναφορικά με την αξιοπρέπεια και την αξία του παιδιού ως ανθρώπου. Μιλάμε για μια σχέση ελέγχου, για ένα μόνιμο παιχνίδι εξουσίας, με τους γονείς να κατηγορούν το παιδί ξεχνώντας ότι αυτοί το ξεκίνησαν.

Κάθε φορά που ο γονιός επιδιώκει να επιβληθεί στο παιδί του, κατ’ ουσίαν επιχειρεί να επιβληθεί στα τραύματα του για να μην πονάει. Πίσω απ’ τη βία κρύβεται μια δική του ιστορία, είναι οι παλιές πληγές, που ξαναματώνουν, προβάλλει την οργή της παιδικής του ηλικίας στο παιδί του.

Το παιδί εξαρτάται από τους γονείς του, καθρεφτίζεται στο βλέμμα τους, βλέπει τον εαυτό του μέσα απ’ τα δικά τους μάτια. Το παιδί δεν έχει ανάγκη από τέλειους γονείς, έχει ανάγκη από γονείς που το αγαπούν και κυρίως το αποδέχονται άνευ όρων και όχι άνευ ορίων. Δε φτάνει μόνο η αγάπη, χρειάζεται και η αποδοχή. Ένα παιδί, που δεν το αποδέχθηκαν, τρέχει για μια ζωή προκειμένου να φτάσει κάπου. Έχει ανάγκη από γονείς που αποδέχονται ότι το παιδί τους δεν είναι τέλειο, ότι δεν είναι ίσως αυτό που ονειρεύτηκαν, ότι δεν είναι αυτό που θα ήθελαν να είναι. Αλήθεια, οι ίδιοι είναι αυτό που θα ήθελαν να είναι; Αποδέχτηκαν ποτέ τον εαυτό τους; Τον αγάπησαν; Το παιδί έχει ανάγκη από γονείς, που αναγνωρίζουν τα λάθη τους, τα παραδέχονται και προσπαθούν να τα διορθώσουν.

«Κι εμείς τι πάθαμε που μεγαλώσαμε έτσι;». Μεγαλώσαμε μέσα σ’ έναν ψεύτικο εαυτό. Μάθαμε να φοβόμαστε, να κρυβόμαστε πίσω από μάσκες, να μην έχουμε πρόσωπο, αλλά προσωπείο, να φοράμε το κουστούμι μας και να παίζουμε το ρόλο μας. Μάθαμε να μην εκφράζουμε τις ανάγκες και τα «θέλω» μας, να μην τα αναγνωρίζουμε, να θέλουμε τα «θέλω» των άλλων, να τα περνάμε για δικά μας, να τους ανήκουμε, να εξαρτιόμαστε. Μάθαμε να μην αγαπάμε τον εαυτό μας, άρα και τους άλλους, να μην τον αποδεχόμαστε, να τον σαμποτάρουμε, να ζητούμε το δυσλειτουργικό για να λειτουργήσουμε ή για να νομίζουμε ότι έτσι λειτουργούμε. Μάθαμε να βολευόμαστε, να μη ρισκάρουμε, να μην κυνηγάμε τα όνειρά μας, να μην ονειρευόμαστε, να μας τρομάζει η αλλαγή, δηλαδή η ίδια η ζωή, μάθαμε να μη ζούμε. Άλλα περισσότερο, άλλα λιγότερο. Άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο. Κι αν πάλι όλα αυτά δεν τα αναγνωρίζουμε είναι γιατί κυρίως μάθαμε να τα βάζουμε όλα «κάτω απ’ το χαλί»… Κι αφού δεν τα βλέπω, ή μάλλον δε θέλω να τα δω, τότε δεν υπάρχουν! Αυτό πάθαμε. Γίναμε έτσι…

Μας οφείλουμε λοιπόν να βγούμε στο φως, να δούμε τις σκιές μας, να τις αναγνωρίσουμε, να τις γνωρίσουμε κι αυτή τη φορά να μάθουμε να τις διαχειριζόμαστε. «Να πούμε “ναι” στον εαυτό μας, να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας σαν αυτό να είναι το σοβαρότερο απ’ όλα τα καθήκοντά μας.» (C. Jung). Να βγάλουμε τη μάσκα! Να σπάσουμε τον κύκλο!

 

Κατερίνα Κοντογιαννάτου

Ο πολύτιμος χρόνος των ωρίμων

111 «Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ’ ό,τι έχω ζήσει μέχρι τώρα…

Έχω περισσότερο παρελθόν από ό,τι μέλλον.

Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που του έδωσαν ένα γεμάτο μπολ με κεράσια: τα πρώτα τα καταβρόχθισε με λαιμαργία, αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγα, άρχισε να τα γεύεται με βαθιά απόλαυση.

Δεν έχω πια χρόνο να ασχοληθώ με τις μετριότητες.

Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις, όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί.

Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να καταστρέψουν εκείνους που θαυμάζουν, να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και την τύχη τους.

Δεν έχω χρόνο για ατέλειωτες φλυαρίες, για άχρηστες συζητήσεις θεμάτων που σχετίζονται με τις ζωές των άλλων, που δεν αποτελούν μέρος της ζωής τους.

Δεν έχω πια χρόνο για να διαχειριστώ τις ευαισθησίες των ανθρώπων, που παρά τη χρονολογική τους ηλικία είναι ανώριμοι.

Δεν μπορώ να δεχτώ και να ανεχτώ τους καιροσκόπους.

Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο, μετά βίας κάνουν λόγο απλά για τις
ετικέτες. Ο χρόνος μου είναι σπάνιος για να συζητώ για τους τίτλους, τις ετικέτες.

Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται…

Δεν υπάρχουν πια πολλά κεράσια στο μπολ…

Θέλω να ζήσω δίπλα σε ανθρώπους που παραμένουν άνθρωποι.

Που ξέρουν να γελούν με τα λάθη τους.

Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.

Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.

Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.

Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.

Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.

Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα, που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων…

Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.

Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.

Σκοπεύω να μην πάει χαμένο κανένα από τα κεράσια, που μου απομένουν…
Είμαι σίγουρος ότι ορισμένα θα είναι πιο νόστιμα απ’ όσα έχω ήδη φάει.
Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.

Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος, γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ…»

 

Mário Coelho Pinto de Andrade

Εμείς, οι άλλοι και τα όρια

oria-gr8-bd8c5157085284109c7f141f53895Η εργασία που κάνουμε στον εαυτό μας μπορεί να ιδωθεί από διάφορες οπτικές γωνίες και με διαφορετικούς τρόπους. Παρ’ όλο που ουσιαστικά μιλάμε για το ίδιο πράγμα, συμβαίνει συχνά ένας τρόπος προσέγγισης ενός θέματος να μας βοηθήσει περισσότερο από κάποιον άλλον. Οι ποικίλες προσεγγίσεις έχουν αξία σαν εργαλεία με την βοήθεια των οποίων θα συλλάβουμε και θα εδραιώσουμε μέσα μας την «αίσθηση» του πράγματος και τότε όλες οι οδηγίες καθίστανται σχεδόν περιττές, γιατί καθοδηγούμαστε πλέον από το εσωτερικό μας αισθητήριο.

Η ωρίμανση του χαρακτήρα μας φαίνεται ξεκάθαρα από τον βαθμό διαφοροποίησής μας από το περιβάλλον και από την μάζα. Δηλαδή κατά πόσο έχουμε αντιληφθεί και αισθανθεί σε βάθος ότι εμείς είμαστε διαφορετικά όντα από τους υπόλοιπους ανθρώπους του περίγυρού μας, έχουμε διακριτή προσωπικότητα και δεν είμαστε απλώς ένας ακόμα απρόσωπος κρίκος μιας παρέας, οικογένειας, επιχείρησης, έθνους, θρησκείας, ή οποιουδήποτε άλλου συνόλου, από του σημαντικότερου έως του πιο ασήμαντου.

Μπορούμε να πούμε όχι στις διάφορες επιδράσεις, όπως επίσης αν εμείς το κρίνουμε ως σωστό, μπορούμε να πούμε ένα συνειδητό ναι. Η ισχυροποίηση του εαυτού μας μας απαλλάσσει από διάφορες φοβίες, κυρίως από τον φόβο του νέου.

Είναι πλέον της μόδας σήμερα η φοβία της παγκοσμιοποίησης. Φοβούνται πολλοί ότι θα χάσουν την «ταυτότητά» τους. Πολλά πράγματα θα χαθούν (κατά την γνώμη μου κυρίως αρνητικά, ίσως όμως και μερικά θετικά), μεταξύ των οποίων, επιτέλους, και πολλές εξωτερικές ψευτοταυτότητες. Η αληθινή ταυτότητα όμως δεν χάνεται ποτέ γιατί δεν έχει σχέση με θρησκείες και πατρίδες.

Και ένας γάμος είναι κάποιο είδος παγκοσμιοποίησης. Ενωνόμαστε με έναν άλλον άνθρωπο. Αν χάσουμε την «ταυτότητά» μας τότε σημαίνει ότι δεν την είχαμε ποτέ. Δεν μπορούμε να περιχαρακωθούμε στο παρελθόν, επειδή φοβόμαστε τις αλλαγές. Τι θα κάνουμε; Θα σταματήσουμε τον κόσμο; Ο φόβος του «άλλου» και ο φόβος της αλλαγής είναι ενδείξεις ανωριμότητας του χαρακτήρα μας. Αισθανόμαστε ότι τα όριά μας είναι διάτρητα και αντί να τα σταθεροποιήσουμε, ώστε επιτέλους να τολμήσουμε να «ανοιχτούμε» με υγιή τρόπο, εμείς προτιμούμε την φοβική απομόνωση.

Επίσης η ωρίμανση σημαίνει ότι διαφοροποιούμε σωστά τις εσωτερικές μας λειτουργίες. Όταν χρειάζεται να σκεφτούμε δεν πελαγοδρομούμε μέσα σε θάλασσες συναισθηματισμών, με την δικαιολογία ότι αλλιώς θα γίνουμε ψυχροί και αναίσθητοι, ούτε όταν πρέπει να αισθανθούμε χανόμαστε σε αμφιβολίες και θεωρίες.

Συμβαίνει μέσα μας μια διαδικασία ξεκαθαρίσματος ρόλων της κάθε ιδιότητάς μας και επίσης της θέσης μας μέσα στο κοινωνικό σύνολο και στις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους. Η διαφοροποίηση είναι κάτι το ουσιώδες. Μην βιαστείτε να προβάλλετε την αντίρρηση ότι ο εσωτερισμός αντιθέτως οδηγεί στην ενότητα, γιατί θα σας ρωτήσω: πως μπορώ να ενωθώ δημιουργικά με τον οποιονδήποτε άνθρωπο, όταν π.χ. τα παιδιά μου με κάνουν ότι θέλουν, το σπίτι μου το διοικεί η πεθερά μου και όταν παραχώρησα στην ερρωμένη μου (η οποία με σέρνει από πίσω της σαν σκυλάκι) την ουσιαστική διαχείριση των τραπεζικών μου λογαριασμών και μου «τρώει» λεφτά; Πως μπορώ να μιλάω για ενότητα. Πως θα ενωθώ με κάποιον; Υπάρχω για να ενωθώ; Αφού μου τα έχουν πάρει όλα, ακόμα και την θέλησή μου.

Για να υπάρξει ενότητα πρέπει πρώτα να υπάρξω εγώ. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αποκτήσω κάποια προσωπικότητα, οριοθετώντας την περιοχή της ευθύνης μου. Βάζοντας όρια μεταξύ του «εγώ» και του «εσύ», προασπίζοντας τον ζωτικό μου χώρο. (Παρακαλώ να μην γίνει σύγχυση με θεωρία γνωστού δικτάτορα).

Αρχίζουμε με παραδείγματα για να γίνει αντιληπτή η θεωρία του ζητήματος. Η επιλογή επίπλωσης του σπιτιού μου είναι δικαιοδοσία δική μου και της γυναίκας μου. Αν επέμβει κάποιος τρίτος (έστω κάποιος από τους γονείς μας) και με πιέσεις κατορθώσει να μας παρασύρει στις δικές του προτιμήσεις, τότε επιτρέψαμε να καταπατήσει τα όριά μας. Τα όρια που χωρίζουν την δική του ζωή από την δική μας. Εισχώρησε στο σπίτι μας ένας εισβολέας και ανέλαβε την εξουσία. Εμείς ως προσωπικότητες εκμηδενιστήκαμε. Είμαστε φερέφωνα και το μόνο που θα κάνουμε είναι να χρηματοδοτήσουμε τις επιλογές κάποιου άλλου ο οποίος αποφάσισε αντί για μας, επειδή η δική μας θέληση υπαναχώρησε. Αυτός ο άλλος ίσως δεν έχει δική του ζωή και παρασιτικά προσκολλήθηκε στην δική μας. Τώρα όμως ούτε εμείς έχουμε δική μας ζωή.

Δείτε κάτι διαφορετικό. Αισθάνεστε μια αντιπάθεια για κάποιους γειτονικούς λαούς. Είστε σίγουροι ότι αυτό το συναίσθημα είναι δικό σας και ότι δεν το έχουν εμφυτεύσει μέσα σας πάσης φύσης επιτήδειοι, ή προβληματικοί άνθρωποι (μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος), και οι εταιρείες όπλων πανηγυρίζουν από τον επικερδή γι αυτές «πατριωτισμό» σας; Όταν από τα αισθήματα και τις ιδεολογίες μας κάποιοι σε καίριες θέσεις αποκτούν εξουσία και τεράστια περιουσία, τότε καλό θα είναι να αναλογιστούμε κατά πόσο τα αισθήματά μας είναι γνήσια ή μήπως είναι χειραγώγηση από μηχανισμούς πλουτισμού και εξουσίας.

Ντύνεστε όπως ντύνεστε γιατί αυτό απηχεί τις προτιμήσεις σας, ή φοβάστε την απόρριψη της παρέας σας; Αν είστε γυναίκα και κάποιος σας παρενοχλήσει στον δρόμο αισθάνεστε ντροπή, ενώ την ντροπή θα έπρεπε να την νοιώθει μόνο αυτός που σας ενόχλησε; Και επειδή ντρέπεστε, αναίτια φυσικά, τον αφήνεται να συνεχίζει να σας ενοχλεί και δεν τον βάζετε στην θέση του; Αισθάνεστε αμήχανα όταν τα παιδιά σάς ρωτάνε για το σεξ επειδή αυτή είναι μια φυσική ντροπή, ή σας έχουν χειραγωγήσει κάποιοι ανέραστοι ιερωμένοι που αρέσκονται σαδιστικά να σας βλέπουν να δυσκολεύεστε στην ερωτική σας ζωή, γιατί αυτοί δεν έχουν δική τους; Και μήπως αυτό το έχουν καταφέρει γιατί το υπουργείο παιδείας δεν έχει συνειδητοποιήσει την εκβιαστική καταπάτηση των δικών του ορίων, εις βάρος της ψυχική υγείας των παιδιών; Και άλλα πολλά…

Όλα αυτά είναι ενδείξεις έλλειψης και καταπάτησης ορίων. Οι επιθυμίες, οι προτιμήσεις, οι αποφάσεις (καλοπροαίρετες ή μη) των άλλων εισβάλουν εντός μας με ή χωρίς πίεση εκ μέρους τους, γιατί δεν έχουμε ισχυρή αίσθηση ατομικότητας, διακριτής από το περιβάλλον. Αυτή η αίσθηση δεν είναι τυχαία. Χαρακτηρίζει ένα συγκεκριμένο εξελικτικό επίπεδο και κατακτάται με την προσπάθεια. Με απλά λόγια επιτρέπουμε σε κάποιους να «χώνονται» στην ζωή μας. Όπως και εμείς ενδεχομένως να «χωνόμαστε» στην ζωή των άλλων, να «φυτρώνουμε εκεί που δεν μας σπέρνουν», γιατί αυτοί οι ταλαίπωροι οι άλλοι δεν έχουν το σθένος να μας βάλουν στην θέση μας.

Ένα μεγάλο «μυστικό» μιας ευτυχισμένης και ισορροπημένης ζωής είναι να μάθουμε να βάζουμε τους άλλους στην θέση τους, πράγμα που μπορούμε να το επιτύχουμε μόνο όταν κάνουμε το ίδιο και στον εαυτό μας.

Διαβάστε μερικούς υποθετικούς (αλλά πολύ αληθινούς) διάλογους, για να «πιάσετε» την αίσθηση του πράγματος. Τα όρια δεν είναι μόνο θέμα λογικής. Πρέπει να αναπτύξουμε και την αίσθησή τους. Θα μπορούσαμε να πούμε επίσης ότι είναι θέμα «στυλ» και σίγουρα δεν είναι θέμα σύγκρουσης και διαμάχης. Είναι μια ορθολογική, αποστασιοποιημένη και με «επαγγελματισμό» θα έλεγα διασάφηση αρμοδιοτήτων.

– «Γιατί το έχεις έτσι το σπίτι σου, τι νοικοκυρά είσαι εσύ.»
Απάντηση: «Εδώ μητέρα είσαι επισκέπτρια. Αν δεν τον θέλεις αυτό τον ρόλο, ορίστε η πόρτα.»

– «Γιατί είσαι με αυτόν τον άνθρωπο κορίτσι μου; Θέλεις να με πεθάνεις;»
Απάντηση: «Το αν θα πεθάνεις ή όχι είναι δική σου ευθύνη. Η υγεία σου είναι επίσης δική σου ευθύνη. Θα σε θάψω, θα σε κλάψω και θα συνεχίσω την ζωή μου.»

– «Μπαμπά αν δεν μου αγοράσεις σοκολάτα (την δέκατη για σήμερα) δεν θα σε αγαπάω».
Απάντηση: «Εγώ παιδί μου θα σε αγαπάω, αλλά σοκολάτα δεν θα σου πάρω. Δεν κάνει να τρως πολλές σοκολάτες, πάντως μπράβο σου που έχεις το θάρρος να επιμένεις».

– «Έχω πρόβλημα με τον τάδε, έλα να σου πω τι έκανε».
Απάντηση: «Καλύτερα να μην αρχίσουμε το κουτσομπολιό. Πάντως αν πράγματι έχεις πρόβλημα μαζί του συζήτησέ το με τον ίδιο και όχι με εμένα που δεν με αφορά. Πρώτα προσπάθησε να βοηθηθείς εσύ, λύνοντας το πρόβλημα σε συνεννόηση μαζί του και σε περίπτωση που δεν τα καταφέρεις, αν νομίζεις ότι μπορώ να σου προσφέρω πρακτική βοήθεια και αν το νομίζω και εγώ, τότε θα ακούσω αυτά τα πράγματα».

– «Που θα πας πάλι και θα με αφήσεις μόνη μου;».
Απάντηση: «Μητέρα σε αγαπάω και θα σου προσφέρω ότι μπορώ, αλλά μου ζητάς να παίξω έναν ρόλο που δεν μου ανήκει. Δεν είμαι ούτε σύζυγός σου, ούτε φίλη σου, αλλά το ενήλικο παιδί σου, ιδιότητα παντελώς διαφορετική. Ένα κομμάτι της ζωής μου δεν σε συμπεριλαμβάνει και σκέφτομαι να το ζήσω. Ένα άλλο κομμάτι όμως σε συμπεριλαμβάνει και χαίρομαι γι αυτό, αλλά δεν είναι τώρα η δική του ώρα. Μην κάνεις τον κόπο να με περιμένεις το βράδυ γιατί θα ξενυχτήσεις άσκοπα».

images (17)Όταν λέμε «απάντηση» στην ουσία σημαίνει: Ήρεμη απάντηση, κοφτή, συγκεκριμένη, χωρίς διάλογο. Χωρίς να αναστατωθούμε, με απόλυτη ηρεμία, κοινοποιούμε τις αποφάσεις μας και δεν εμπλεκόμαστε σε διαλόγους απαντώντας σε ερωτήσεις «παγίδα», που αποσκοπούν να μας χειραγωγήσουν οδηγώντας μας σε ψυχοφθόρες συζητήσεις. Αν εκνευριστούμε έχουμε χάσει το παιχνίδι, γιατί επηρεαστήκαμε και μπαίνουμε σε διαδικασίες άμυνας και δικαιολογιών. Ίσως δεν δίνουμε αυτό που μας ζητήθηκε, αλλά το μήνυμα που περνάμε είναι ότι είμαστε ευάλωτοι και ο καθένας μπορεί κατά βούληση να μας χαλάει την μέρα. Αυτό μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ως μέσο πίεσης και εκδίκησης.

Όταν κάποιος δεν μπορεί να αποσπάσει την πλήρη υποταγή μας, πολύ πιθανόν είναι να αρχίσει να ικανοποιεί το εγώ του εκνευρίζοντας μας και εξαναγκάζοντας μας να του δίνουμε λογαριασμό απολογούμενοι για πράγματα που δεν τον αφορούν, διότι αυτό του δίνει μια αίσθηση ισχύος επάνω μας.

Το φαινόμενο της γκρίνιας, που χαρακτηρίζει σχεδόν όλους τους γονείς εξυπηρετεί αυτόν τον διπλό στόχο. Να υποτάξει τα παιδιά στο διογκωμένο εγώ των γονιών, με το πρόσχημα ότι όλα γίνονται για το «καλό» τους και αν δεν το καταφέρει, τότε να προκαλέσει την αντίδραση του εγώ των παιδιών. Είναι και αυτό ένα αποτέλεσμα, όχι το αρχικώς σχεδιασθέν, αλλά τουλάχιστον δείχνει ότι αυτός που γκρινιάζει μπορεί να επηρεάσει το παιδί του, δηλαδή πως ακόμα έχει κάποια εξουσία επάνω του. Η γκρίνια είναι ένα όπλο που παραβιάζει τα συναισθηματικά όρια των άλλων. Υποκύπτουμε προκειμένου να απαλλαγούμε από την δυσάρεστη αυτή κατάσταση.

Κάνουμε λοιπόν την ανακοίνωσή μας και φεύγουμε, ή διακόπτουμε αυτή την συζήτηση ευγενικά. Αλλιώς αν εμπλακούμε σε διάλογο, σημαίνει ότι «τσιμπήσαμε» και ο επίδοξος εξουσιαστής της προσωπικής μας ζωής θα μας εξουθενώσει ενεργειακά, επειδή θα αρχίσουμε να αμυνόμαστε μαλώνοντας, ή να απολογούμαστε για προσωπικές μας αποφάσεις που δεν έχουμε κανένα λόγο να δικαιολογήσουμε στον οποιονδήποτε.

Ας αναλύσουμε το τελευταίο περιστατικό. Ο γιος ή η κόρη πρώτα έβαλαν τον εαυτό τους στην θέση του. Αποδέχθηκαν τον ρόλο τους ως ενήλικα παιδιά της μητέρας τους και συναισθηματικά και διανοητικά. Αυτό δημιουργεί κάποιο σαφές όριο, βάσει του οποίου ειπώθηκαν τα επόμενα λόγια. Υπάρχει προσωπική ζωή που δεν την απεμπολούμε για χάρη κάποιου οιδιπόδειου συμπλέγματος, ή έστω χάρη της ανίας της μητέρας μας, επειδή δεν φρόντισε να έχει την δική της προσωπική ζωή. Δεν θα γίνουμε ο σύζυγός της (που ενδεχομένως απουσιάζει σε κάποιο καφενείο – ή αν έχει πεθάνει δεν θα την «παντρευτούμε» εμείς). Έτσι ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα. Η ζωή μας χωρίζεται σε δύο διακριτά μέρη, που το κάθε ένα έχει τα σαφή του όρια. Η ζωή μας με τους φίλους μας (που τους αγαπάμε) και η ζωή μας με την μητέρα μας (που την αγαπάμε και αυτή, πιθανώς βαθύτερα αλλά με διαφορετικό τρόπο). Σε κάθε μέρος αφιερώνουμε συγκεκριμένο χρόνο, πάντα κατά την δική μας εκτίμηση και όχι των άλλων. Τα πρόσωπα του ενός τμήματος δεν έχουν συνήθως καμία θέση στα γεγονότα του άλλου τμήματος, επειδή εμείς έτσι το θελήσαμε, μετά από δική μας λογική ή συναισθηματική αξιολόγηση των πραγμάτων και των αναγκών, και όχι επειδή κάποιος άλλος μας έδωσε την άδειά του.

Συνηθισμένο μέσο πίεσης είναι η υγεία. Μας απειλούν οι γονείς μας ότι θα τους «πεθάνουμε» αν ζήσουμε την ζωή μας, όπως συμβαίνει στο παράδειγμα που αναφέραμε. Μας «ρίχνουν το μπαλάκι», που σημαίνει ότι επιχειρούν να μας μεταβιβάσουν την ευθύνη για την υγεία τους ώστε να μας δημιουργήσουν ενοχές και φόβους, με σκοπό την εξουδετέρωση της θέλησής μας. Όταν όμως έχουμε να κάνουμε με ενήλικους ανθρώπους και αυτοεξυπηρετούμενους, τότε την ευθύνη την έχουν μόνο αυτοί. Δεν έχουν κανένα δικαίωμα σε τέτοιου είδους μεταβίβαση και εμείς καμία δουλειά να την αναλάβουμε. Άρα το «μπαλάκι» τους το γυρίζουμε πίσω, χωρίς δισταγμό και ενοχές.

Υπάρχει πάντοτε η περίπτωση όπως λέμε να «μασήσουμε», δηλαδή να δεχθούμε την ανάληψη αυτής της αφύσικης ευθύνης. Αυτό συμβαίνει γιατί η προσπάθειά τους συναντάει κάποια δική μας αδυναμία και εισχωρεί μέσω αυτής. Αν όμως έχουμε τακτοποιήσει τις διάφορες συναισθηματικές εκκρεμότητες με αυτούς αλλά και με τον εαυτό μας, τότε η απάντησή μας θα είναι σαφής και λυτρωτική. Λυτρωτική για μας, γιατί θα προστατεύσει τα όριά μας και θα εξασφαλίσει την ελευθερία μας, αλλά και γι αυτούς επειδή θα δουν ότι η τακτική αυτή δεν περνάει και θα έχουν έτσι την ευκαιρία να ασχοληθούν με κάτι πιο δημιουργικό στην ζωή τους, από το να εκβιάζουν και να εξουσιάζουν τα παιδιά τους.

Κάθε φορά που αισθανόμαστε να παραβιάζονται τα όριά που έχουμε θέσει για τον εαυτό μας, ή εμείς να παραβιάζουμε τα όρια των άλλων, αυτό γίνεται λόγω της ύπαρξης κάποιων αδυναμιών στην ψυχή μας, αλλά και στην ψυχή των άλλων. Μια αυτοανάλυση θα μας πείσει.

Δεν θα επεκταθώ σε περισσότερα παραδείγματα, ελπίζω να έχει γίνει αντιληπτή η ουσία του προβλήματος. Οι αδυναμίες μας, τα ελαττώματά μας, έμφυτα ή επίκτητα, η λάθος διαπαιδαγώγηση, η εξάρτησή μας από την γνώμη των άλλων, οι ψευτοενοχές και άλλα πολλά, προκαλούν υποχωρητικότητα, ή επιθετικότητα.

Τα όρια μετατοπίζονται αφύσικα και οι ρόλοι συγχέονται. Τι είμαι εγώ; Σύζυγος της μητέρας μου, υποχείριο της γυναίκας μου, ή φιλαράκι των παιδιών μου; Και τότε που είναι ο γιος της μητέρας μου, ο σύντροφος της γυναίκας μου και ποιος είναι ο πατέρας των παρατημένων παιδιών μου; Ποια είναι η προσωπική μου ζωή, ποιος αποφασίζει για την διατροφή των παιδιών μου, για το δικό μου ντύσιμο και ποιος κανονίζει τα αισθήματα και τις πεποιθήσεις μου; Έχει ο καθένας δικαίωμα να με αγγίζει παρά την θέλησή μου (αφορά κυρίως γυναίκες), ή να κάνει διάφορα σεξουαλικά σχόλια εις βάρος μου αν εγώ δεν θέλω να τα ακούσω; Μπορώ να λεω «όχι» για να προστατεύσω το σώμα μου και την ιδιωτική μου ζωή; Έχω δικαίωμα να θέλω και να πιστεύω διαφορετικά πράγματα από ότι οι άλλοι, ή μήπως φοβάμαι την απόρριψη και την επιθετική κριτική τους; Η προσωπικότητα έτσι θολώνει και αφομοιώνεται από τους άλλους, ή από την κοινωνία, γιατί δεν υπάρχουν σαφή όρια καθορισμένα από την δική μας θέληση και όχι από τους άλλους.

Αν όμως λειτουργήσουμε σύμφωνα με τα παραπάνω, δηλαδή θέτουμε όρια και έχουμε συγκεκριμένους ξεκάθαρους ρόλους, η ζωή μας θα υποστεί μια θαυμαστή μεταμόρφωση. Το «όχι» είναι μια μαγική λέξη και η συνετή χρήση του είναι ένδειξη της ικανότητάς μας να θέτουμε υγιή (αλλά όχι άκαμπτα) όρια στην ζωή μας. Θα επιλύσουμε με ευκολία τα περισσότερα προβλήματά μας, διασκεδάζοντας με το πώς είχαμε «πνιγεί σε μια κουταλιά νερό». Θα καθίσουμε στην δική μας «καρέκλα» και έτσι οι άλλοι αναγκαστικά θα καθίσουν στην δική τους. Είναι και θέμα ενεργειακό. Η ψυχική μας δύναμη θα αυξηθεί κατακόρυφα και η θέλησή μας θα αποκτήσει ασυνήθιστη ισχύ.

Όλα αυτά δεν είναι «προεκλογικές» εξαγγελίες. Είναι μια ζωντανή πραγματικότητα που περιμένει να την ζήσουμε. Ο λόγος που δεν το κάνουμε είναι γιατί, για τους όποιους λόγους, φοβόμαστε να μπούμε στην θέση μας. Ίσως η θέση μας δεν είναι και τόσο ένδοξη και δεν την θέλουμε, ίσως μας έπεισαν ότι αν γίνουμε ο εαυτός μας θα μας μισήσουν και θα μας απορρίψουν γιατί δεν θα είμαστε όπως είναι όλοι. Ίσως πάλι ποτέ δεν διδαχθήκαμε πώς να είμαστε ο εαυτός μας και να προστατεύουμε την ελευθερία μας.

Αν μπούμε στην θέση μας το επίπεδο της συνειδητότητας αυξάνει, εμφανίζονται νέες υποχρεώσεις, νέες ευθύνες, αλλά και οι αντίστοιχες ικανότητες και η αντίστοιχη εσωτερική γαλήνη. Πολλές συνθήκες της ζωής μας, εσωτερικές ή εξωτερικές θα αλλάξουν (αυτό ίσως μας τρομάζει και ενδέχεται να υπαναχωρήσουμε, προτιμώντας τα παλιά αλλά γνωστά βάσανα). Η ζωή μας, το περιβάλλον μας και οι σχέσεις μας, θα αναδιαταχθούν με έναν λυτρωτικό τρόπο.

Επαναλαμβάνω τον χρυσό κανόνα. Το έλλογο «όχι» είναι η μαγική συνταγή. Ας μην ξεχνούμε επίσης ότι όρια δεν σημαίνει απομόνωση και άμυνα, αλλά δυνατότητα σωστής επικοινωνίας και «ανοίγματος», γιατί αισθανόμαστε ότι δεν κινδυνεύουμε από τους άλλους. Τα όρια προστατεύουν την ελευθερία μας και την ελευθερία των άλλων. Αυτή η απαλλαγή μας από τον φόβο (που προέρχεται από την έλλειψη ορίων) μάς παρέχει την ευχέρεια της δημιουργικής επικοινωνίας. Δεν φοβόμαστε τους άλλους άρα μπορούμε να έρθουμε σε επαφή μαζί τους. Δεν θα αλλοτριωθούμε. Ούτε θα αλλάξουμε παρά την θέλησή μας.

Πηγή: http://www.innerwork.gr

Link: http://www.innerwork.gr/oria.htm