Αρχείο

Πρώτη μέρα στο σχολείο: Άγχος του παιδιού ή άγχος του γονιού;  

πρ

Μετά από μια σχετικά σύντομη περιήγηση στο διαδίκτυο, διαπίστωσα πως η πλειονότητα των άρθρων για την πρώτη μέρα στο σχολείο επικεντρώνεται στο άγχος αποχωρισμού του παιδιού. Λογικό, ναι… Τι γίνεται όμως με το άγχος του γονιού; Ούτως ή άλλως είναι αλληλένδετα.

Πολλές φορές ο γονιός επαναφέρει μνήμες και αναβιώνει το άγχος αποχωρισμού που έζησε ο ίδιος ως παιδί. Απαντάται επίσης συχνά σε γονείς υπερπροστατευτικούς, που θέλουν να ελέγχουν τα πάντα, προκειμένου να είναι βέβαιοι πως το παιδί τους είναι προστατευμένο από κάθε πιθανό ή και απίθανο κίνδυνο. Αυτό ενδέχεται να ενισχυθεί στην περίπτωση που οι γονείς βλέπουν το παιδί ως ανίκανο να υπερασπιστεί τον εαυτό του, πλέκοντας μ’ αυτό τον τρόπο πιο δυνατά την αλυσίδα εξάρτησης.

Επιπλέον, η ανησυχία των γονιών για το τι θα αντιμετωπίσει το παιδί στο καινούριο περιβάλλον, αν θα καταφέρει να εγκλιματιστεί σε συνδυασμό με πιθανές ενοχές που το αφήνουν σε «ξένα χέρια» επιβαρύνει την κατάσταση του άγχους τους.

Παίζει λοιπόν καθοριστικό ρόλο το πώς ο γονιός θα διαχειριστεί τη νέα αυτή συνθήκη. Χρειάζεται πρώτα από όλα να αναγνωρίσει το δικό του άγχος, να το αποκρυπτογραφήσει και να το αντιμετωπίσει, καθώς είναι ιδιαιτέρως εύκολο να μεταβιβαστεί στο παιδί και να γίνει προβολή πάνω του.

Είναι απαραίτητο επομένως η λεκτική και η μη λεκτική επικοινωνία να συμφωνούν. Τα παιδιά εισπράττουν και αντιλαμβάνονται εξίσου τα μη λεκτικά σημάδια. Αν για παράδειγμα, η μητέρα λέει στο παιδί «Ξέρω πως θα σου αρέσει και θα περάσεις καλά στο σχολείο», αλλά ταυτόχρονα τρέμει η φωνή της ή δακρύζει, εύκολα συμπεραίνει κανείς το διπλό μήνυμα που εισπράττει το παιδί. Είναι αναγκαίο λοιπόν, οι γονείς να χαλαρώσουν και να ηρεμήσουν και όχι να προσποιούνται πως είναι ήρεμοι.

Σημαντικό είναι επίσης, να μη μιλούν για το σχολείο με αρνητική προδιάθεση, αλλά να δείχνουν πως εμπιστεύονται το νέο αυτό χώρο για το παιδί. Μια γραμμή που θα πρέπει να τηρηθεί από κοινού και από τους δύο γονείς, προκειμένου να μη λαμβάνει το παιδί αντικρουόμενα μηνύματα, που θα του προκαλέσουν σύγχυση.

Τι μπορεί να γίνει:

Προκειμένου να είναι όσο το δυνατόν πιο ομαλή η προσαρμογή του παιδιού στο σχολείο, αλλά και των γονιών για αυτό τον αποχωρισμό, παρακάτω δίνονται κάποια προτεινόμενα βήματα.

  • Είναι βοηθητικό εάν το παιδί είναι εξοικειωμένο με σύντομους αποχωρισμούς και δεν είναι αυτή η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Βοηθητικό είναι επίσης και για το γονιό, που είναι σε θέση να διαπιστώσει ότι το παιδί μπορεί να παραμείνει ασφαλές και μακριά του υπό τη φροντίδα άλλων προσώπων. Κατά τους αποχωρισμούς είναι σημαντικό ο γονιός να μη φεύγει κρυφά, ώστε να μη «στεναχωρηθεί» το παιδί, εφόσον κάτι τέτοιο ενισχύει το αίσθημα εγκατάλειψης και ανασφάλειας. Όταν το παιδί ζητήσει το γονιό δε θα ξέρει πότε έφυγε, που είναι, αν θα ξαναγυρίσει κ.α. Χρειάζεται λοιπόν, ο γονιός να αποχαιρετά το παιδί, να το ενημερώνει για το πού θα πάει ή τι θα κάνει και να το επιβεβαιώνει πως θα επιστρέψει και θα είναι και πάλι μαζί. Στην περίπτωση που το παιδί ξεσπάσει σε κλάματα, καλό είναι ο γονιός να διατηρήσει την ψυχραιμία του, δίχως να υποκύψει στην επιθυμία του παιδιού να μη φύγει. Αντίθετα, χρειάζεται να μείνει σταθερός και να καθησυχάσει το παιδί ότι θα επιστρέψει. Σε καμία επίσης περίπτωση δεν αγνοούμε ή υποτιμούμε τα συναισθήματα του παιδιού με φράσεις όπως «Έλα τώρα μην κάνεις έτσι, δεν έγινε τίποτα, μην κλαις» κ.α. Αντίθετα αποκωδικοποιούμε τη συμπεριφορά του παιδιού και καθρεφτίζουμε το συναίσθημά του «Βλέπω ότι στεναχωριέσαι που φεύγω».
  • Λίγες μέρες πριν ξεκινήσει το σχολείο, γονιός και παιδί μπορούν να το επισκεφθούν, ώστε το παιδί να δει το χώρο, να γνωρίσει τη δασκάλα του, αλλά και να ενημερωθεί για το τι θα κάνουν εκεί και πως θα περνάει τη μέρα του. Όσο πιο ενημερωμένο και εξοικειωμένο είναι το παιδί, τόσο πιο πιθανό να μειωθούν ενδεχόμενοι φόβοι του. Αν γνωρίζετε και άλλο παιδί που θα πάει στο ίδιο σχολείο, θα μπορούσατε να το γνωρίσετε με το παιδί σας, ώστε να νιώσει μεγαλύτερη σιγουριά.
  • Στην ευκολότερη προσαρμογή βοηθάει επίσης η σταδιακή ένταξη του παιδιού, όπου καθημερινά αυξάνεται σιγά-σιγά ο χρόνος παραμονής του παιδιού στο χώρο του σχολείου.
  • Επιπλέον, το παιδί μπορεί να έχει μαζί του κάποιο αγαπημένο αντικείμενο (π.χ. παιχνίδι, αρκουδάκι κτλπ.), το οποίο θα λειτουργήσει ως μεταβατικό αντικείμενο και θα ενισχύσει το αίσθημα σιγουριάς του παιδιού.
  • Θα μπορούσατε επίσης να εντάξετε στο παιχνίδι ρόλων το σχολείο, όπου θα δείξετε στο παιδί τι κάνουν και πώς περνούν τη μέρα τους τα παιδιά στο σχολείο.
  • Όταν επιστρέφει στο σπίτι από το σχολείο, δείξτε ενδιαφέρον για το πώς πέρασε και συζητήστε μαζί του τυχόν απορίες ή ο,τι άλλο το παιδί επιθυμεί να μοιραστεί μαζί σας.

 

Καλή αρχή!

 

Κατερίνα Κοντογιαννάτου

 

Εισαγωγική εικόνα: https://xenesglosses.eu/2015/09/i-proti-mera-sto-sxoleio-proetoimasia/

Advertisements

Άη Βασίλη είσαι εδώ;

e0078071_20434225   Σίγουρα το να λέμε ψέματα στα παιδιά δεν είναι το επιθυμητό, αλλά το αντίθετο, να τους παραθέτουμε την αλήθεια προσαρμοσμένη στο αναπτυξιακό τους στάδιο. Είναι όμως τόσο κακό να υποστηρίξουμε την ύπαρξη του Άη Βασίλη; Ας μην ξεχνάμε τη διαφορά ανάμεσα σε ένα ψέμα και σε ένα μύθο με συμβολισμούς. Κι ο Άη Βασίλης είναι ένα τέτοιος μύθος. Η  ψυχαναλύτρια, Francoise Dolto, επισημαίνει πως «τα παιδιά έχουν ανάγκη από ποίηση. Ο μύθος είναι ποίηση και η ποίηση έχει τη δική της αλήθεια».

 

Πότε να πω στο παιδί μου ότι πρόκειται για μύθο;

Καταρχάς, δε χρειάζεται να βιαστούμε και να «σπρώξουμε» το παιδί απότομα στον κόσμο των ενηλίκων. Ανάλογα με τις ερωτήσεις που μας απευθύνει, δίνουμε και την απάντησή μας λαμβάνοντας πάντα υπόψη την ηλικία του. Οδηγός μας είναι οι ερωτήσεις και ακριβώς πάνω σ’ αυτές «πατάμε» για να απαντήσουμε.

Για παράδειγμα, όταν πρόκειται για ένα παιδάκι νηπιακής ηλικίας, οι απαντήσεις μας είναι καλό να συνεχίζουν το παραμύθι και τη μαγεία. Από την ηλικία των 6 ετών και πάνω, το παιδί είναι πλέον σε θέση να διακρίνει το πραγματικό από το μη πραγματικό και να διαχωρίσει την αλήθεια από τη φαντασία.

Με ρώτησε το ίδιο αν υπάρχει.

Προτού μπείτε στον πειρασμό να απαντήσετε με ένα σκέτο «ναι» ή «όχι», διερευνήστε πρώτα τι πιστεύει το ίδιο. Αν απαντήσει θετικά, τότε δεν υπάρχει λόγος να του χαλάσετε το παραμύθι και πείτε του ότι πιστεύετε κι εσείς. Αν πάλι αμφισβητεί την ύπαρξή του, ούτε τότε έχει νόημα να επιμένετε στο αντίθετο. Σ’ αυτή την περίπτωση, καλό είναι να του εξηγήσετε πώς ξεκίνησε αυτή η ιστορία και μιλήστε του για το δικό μας Μέγα Βασίλειο και τη δράση του, ο οποίος  έφτιαξε κοντά στην Καισαρεία μια ολόκληρη πόλη, που ονομάστηκε Βασιλειάδα και ήταν γεμάτη από φιλανθρωπικά ιδρύματα, νοσοκομεία, γηροκομεία, ορφανοτροφεία κ.λπ., ιδρύοντας και καθιερώνοντας τη διανομή αγαθών σε φτωχές οικογένειες.

Του είπαν ότι δεν υπάρχει.

Αν διαπιστώσετε ότι το παιδί έχει απογοητευτεί από μια τέτοια δήλωση, εξηγήστε πως κάποιοι άνθρωποι δεν πιστεύουν στον Άγιο Βασίλη και πως εσείς είστε από αυτούς που πιστεύετε στο μύθο και την παράδοση. Η Dolto αναφέρει «να του εξηγήσεις τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σ’ ένα μύθο και σε ένα ζωντανό πρόσωπο που γεννήθηκε, είχε γονείς, εθνικότητα, το οποίο μεγάλωσε και θα πεθάνει και που κατ’ ανάγκη κατοικεί σ’ ένα σπίτι πάνω στη γη, όπως όλοι οι άνθρωποι κι όχι στα σύννεφα».

Σε ποιους φέρνει δώρα;

Ο Άη Βασίλης φέρνει δώρα σε όλα τα παιδιά κι όχι μόνο στα «καλά» παιδιά, όπως πολύ συχνά επισημαίνουν κάποιοι γονείς και εκπαιδευτικοί με φράσεις «Αν είσαι καλό παιδί, θα σου φέρει δώρο ο Άη Βασίλης», «Με αυτά που κάνεις, μην περιμένεις δώρο από τον Άγιο Βασίλη» κ.ο.κ. Ο Άγιος λοιπόν φέρνει δώρα σε όλους γιατί πολύ απλά δεν υπάρχουν «καλά» και «κακά» παιδιά, υπάρχουν  μόνο παιδιά που κάνουν λάθη, όπως άλλωστε κάνουν όλοι οι άνθρωποι.

Τι είδους δώρα φέρνει;

Καλό είναι τα δώρα που φέρνει ο Αη Βασίλης να είναι συμβολικά, αντανακλώντας το πνεύμα των Χριστουγέννων και όχι αυτό του καταναλωτισμού, διευκρινίζοντας πως όποιο μεγαλύτερο ή ακριβό δώρο είναι από μέρους των γονιών.

Και τα παιδιά μοιράζουν δώρα!

Όταν το παιδί γράφει το γράμμα του στον Άγιο Βασίλη μπορείτε να του ζητήσετε να σκεφτεί σε ποιους θα ήθελε να κάνει δώρα και τι θα επέλεγε για τον καθένα. Αν και η έννοια της μοιρασιάς, είναι μια έννοια που αναπτύσσεται σταδιακά και αρχίζει να γίνεται κατανοητή στα παιδιά από την ηλικία των 3-4 χρονών κι έπειτα, αυτός είναι ένας από τους πολλούς τρόπους να του εμφυσήσουμε το μήνυμα της ικανοποίησης και της χαράς μέσα από την προσφορά.

Ο Άη Βασίλης πάλι θα ρθει!

Ο Άη Βασίλης υπάρχει γιατί εμείς θέλουμε να υπάρχει! Εξάλλου, ποιος είπε ότι δεν υπάρχει; Όσο υπάρχει αγάπη, όσο προσφέρουμε και μοιραζόμαστε, όσο ονειρευόμαστε, όσο ελπίζουμε, όσο συμβαίνουν θαύματα, όσο τα αδύνατα γίνονται δυνατά και όσο πιστεύουμε σ’ εμάς, στους άλλους, στο καλύτερο, στο επόμενο, στο απίθανο και τ’ άπιαστο, τόσο θα υπάρχει. Προσωπικά πιστεύω ακόμη, εσείς;

 

Κατερίνα Κοντογιαννάτου

Αν φας αυτό θα σου δώσω παγωτό

4   Το δίχρονο μου είπε, «Αν φας αυτό το φαγητό μπορείς να φας παγωτό Έβαλε μπροστά μου ένα πλαστικό πιάτο στο οποίο είχε τοποθετήσει μια μωβ πλαστελίνη.

«Τι είναι;», ρώτησα.

«Είναι υγιεινό φαγητό

«Τι είδους υγιεινό φαγητό.»

«Απλά πρέπει να το φας

«Χρειάζομαι πιρούνι

«Θα σου φέρω ένα εγώ, κύριε Tom.» Έψαξε στο ράφι και βρήκε ένα πλαστικό. «Ορίστε το πιρούνι σου, τώρα φάε το φαγητό σου

Προσποιήθηκα ότι δάγκωσα. Μερικές φορές όταν τα παιδιά θέλουν να δοκιμάσω το φανταστικό φαγητό τους, κάνω μια κωμική έκφραση και λέω, «Είναι χάλια» ή «Καίει!» αλλά αυτή τη φορά είπα, «Είναι πολύ καλό! Θα το φάω όλο!» και κάρφωσα την πλαστελίνη με το πιρούνι μου βάζοντάς το και καλά ολόκληρο στο στόμα μου. Μετά το έκρυψα στο χέρι μου ενώ ταυτόχρονα προσποιούμουν ότι μασούσα και κατάπινα. «Τώρα είμαι έτοιμος για το παγωτό μου.»

Το «παγωτό» ήταν από περισσότερη πλαστελίνη που είχε βάλει σε ένα σκεύος. Για ένα λεπτό νόμιζα ότι θα μου το σέρβιρε, αλλά τελικά είπε, «Πρώτα πρέπει να κάνεις μπάνιο, και μετά μπορείς να φας παγωτό.»

«Δε θέλω να κάνω μπάνιο

«Πρέπει να κάνεις μπάνιο αν θέλεις να φας παγωτό

«Θα χρειαστώ σφουγγάρι

«Θα σου φέρω εγώ σφουγγάρι, κύριε Tom.» Βρήκε μια μικρή κουβερτούλα στην γωνιά με τις κούκλες. «Να το σφουγγάρι σου

Προσποιήθηκα ότι έκανα μπάνιο και αφού τελείωσα είπα, «Είμαι καθαρός, τώρα είμαι έτοιμος για το παγωτό.»

«Όχι, πρώτα πρέπει να φορέσεις τις πιτζάμες σου

«Δε θέλω να φορέσω τις πιτζάμες μου

«Πρέπει να φορέσεις τις πιτζάμες σου και μετά θα φας παγωτό

Συνεχίσαμε για λίγο κάπως έτσι.

Ήταν ξεκάθαρο ότι δε θα έτρωγα παγωτό.

Ήταν ένα παιχνίδι, προσποιούμασταν. Το φαγητό δεν ήταν αληθινό, το μπάνιο δεν ήταν αληθινό, οι πιτζάμες δεν ήταν αληθινές. Ακόμα και το παγωτό δεν ήταν αληθινό. Τίποτα δεν ήταν αληθινό, ήταν ένα παιδικό παιχνίδι. Παρ’ όλα αυτά καθώς κρατούσε την ανταμοιβή μου σε απόσταση, άρχισα να ενοχλούμαι και να νιώθω αβοήθητος. Ένιωθα να με χειραγωγούν και να με ελέγχουν. Έκανα ό,τι μου έλεγε, αλλά πάλι ζητούσε κάτι ακόμα. Το παιχνίδι ήταν προσποιητό, αλλά τα συναισθήματα που μου προκαλούσε ήταν αληθινά.

Σκεφτείτε πόσο πιο δυνατά θα ήταν τα συναισθήματα αν ήμουν εγώ το παιδί, εκείνη ο ενήλικας και δεν ήταν ένα παιχνίδι όλο αυτό, αλλά μέρος της καθημερινής μου πραγματικότητας…

Πηγή : teachertomsblog.blogspot.gr
Μετάφραση: Babyradio – Θωμαΐδου Ευθυμία – Ζωή

Τα παιδιά δεν είναι ανυπάκουα

 

GTY_kids_misbehaving_sk_141103_16x9_992   Ο David ένα περίεργο και γεμάτο ενέργεια τρίχρονο, έριξε τα πάντα κάτω από το γραφείο της μαμάς του και ζωγραφίζει τους φακέλους της με κηρομπογιές. Η μητέρα του βλέποντας αυτά τα χάλια, τον έβαλε θυμωμένη σε μια άκρη. Ο David φυσικά κλαίει και κοιτάει σαστισμένος.

Όταν ο μπαμπάς του David επιστρέφει στο σπίτι,η μαμά τον καλωσορίζει με τη φράση «Ο αγαπημένος μας γιος είχε κακή συμπεριφορά σήμερα». Προφανώς, ο σύζυγος την ρωτάει «Τι έκανε;». Η ερώτησή του είναι απόλυτα κατανοητή, καθώς το μήνυμα «Ο David είχε κακή συμπεριφορά» δεν εξηγεί τίποτα σχετικά με το τι έκανε πραγματικά, παρά μόνο μεταφέρει την εκτίμηση της μαμάς για τον ίδιο τον David- ήταν ένα «κακότροπο» παιδί.

Μακάρι να ήξεραν οι γονείς πόσα προβλήματα προκαλεί αυτή η έννοια στις οικογένειες. Σκεπτόμενοι με τους όρους της κακής συμπεριφοράς των παιδιών, αυτό δε σημαίνει δυσκολίες μόνο για το παιδί, αλλά προφανώς φέρει και περιττά προβλήματα στους γονείς.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Που είναι το κακό να σκεφτεί και να πει κάποιος ότι το παιδί του είναι ανυπάκουο; Όλοι οι γονείς το κάνουν. Ναι, και οι γονείς των σημερινών γονιών το έκαναν πριν από αυτούς. Στην πραγματικότητα η καταγωγή της έννοιας για την «ανυπακοή» των παιδιών πάει τόσο μακριά στην ιστορία, που ειναι αβέβαιο το αν κάποιος γνωρίζει πότε και πώς ξεκίνησε. Είναι ένας τόσο κοινά χρησιμοποιούμενος όρος, που η χρήση του στις οικογένειες σπάνια έχει δοκιμαστεί.

Όλως περιέργως, ο όρος χρησιμοποιείται αποκλειστικά όταν αναφερόμαστε στα παιδιά και σπάνια σε ενήλικες, φίλους ή συντρόφους. Πόσο συχνά έχετε ακούσει κάποιον να λέει:

– «Ο άντρας μου σήμερα είχε κακή συμπεριφορά»

– «Θύμωσα τόσο πολύ όταν η φίλη μου φέρθηκε με ανυπακοή στο τραπέζι»

– «Ο εργοδότης μου είναι ανυπάκουος»

– «Οι καλεσμένοι μας είχαν άσχημη συμπεριφορά στο χθεσινοβραδινό πάρτυ»

Τότε, προφανώς, θεωρείται ότι μόνο τα παιδιά συμπεριφέρονται άσχημα, κανένας άλλος.Η ανυπακοή στη γλώσσα των γονιών είναι συνυφασμένη με τον τρόπο που οι γονείς βλέπουν τα παιδιά τους. Οι γονείς λένε ότι τα παιδιά τους συμπεριφέρονται άσχημα όταν οι πράξεις τους είναι αντίθετες με ό,τι οι γονείς πιστεύουν πως θα έπρεπε να γίνεται. Για την ακρίβεια, η ανυπακοή είναι η συμπεριφορά που προκαλεί κατά κάποιο τρόπο αρνητικές συνέπειες στο γονιό. Δηλαδή:

Ανυπακοή= συμπεριφορά κακή/άσχημη για τους γονείς

Απ’την άλλη πλευρά, όταν ένα παιδί επιδίδεται σε συμπεριφορές, που δεν επηρεάζουν αρνητικά το γονιό, τότε το παιδί περιγράφεται ως «υπάκουο/καλό».

– «Η Deppy ήταν υπάκουο παιδί σήμερα»

– «Ο Michael ήταν ήσυχος στο μαγαζί»

– «Προσπαθούμε να μάθουμε στα παιδιά μας να είναι καλά»

Οι γονείς θα ήταν πιο αποτελεσματικοί και η ζωή στο σπίτι πιο ευχάριστη για όλους, αν ξεκινούσαν να σκέφτονται με διαφορετικό τρόπο για τη συμπεριφορά των παιδιών τους. Πρώτα, προσπαθήστε να θυμάστε ότι όλες οι πράξεις των παιδιών είναι συμπεριφορές. Το κάθε τι που λένε ή κάνουν είναι μια συγκεκριμένη συμπεριφορά. Αν το δούμε υπό αυτό το πρίσμα, τότε ένα παιδί συμπεριφέρεται όλη μέρα. Και για τον ίδιο ακριβώς λόγο όλοι όσοι «συμπεριφέρονται» προσπαθούν να καλύψουν τις ανάγκες τους.

Ένα βρέφος κλαίει επειδή πεινάει, κρυώνει ή πονάει. Κάτι πάει στραβά, ο οργανισμός του κάτι χρειάζεται. Το κλάμα είναι ο τρόπος των βρεφών να ζητήσουν «βοήθεια». Μια τέτοια συμπεριφορά θα έπρεπε να ιδωθεί για την ακρίβεια ως αρκετά κατάλληλη, καθώς το κλάμα είναι αυτό που φέρνει τη βοήθεια που το βρέφος χρειάζεται. Αν δούμε το παιδί ως έναν οργανισμό που συμπεριφέρεται κατάλληλα, προκειμένου να καλύψει μια ανάγκη, φυσικά και δε θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι τα παιδιά είναι ανυπάκουα ή συμπεριφέρονται άσχημα.

Ομοίως με τον τρίχρονο David, που εξερευνούσε κι έριξε τα πάντα κάτω από το γραφείο. Αν αυτή η συμπεριφορά είχε ιδωθεί ως μια εκδήλωση της ανάγκης του να δει καινούρια σχήματα και μεγέθη χειριζόμενος αντικείμενα ή ζωγραφίζοντας, δε θα είχε χαρακτηριστεί από τη μητέρα του ως «ανυπακοή».

Η οικογενειακή ζωή θα μπορούσε να είναι κατά πολύ λιγότερο εκνευριστική για τους γονείς και περισσότερο διασκεδαστική για τα παιδιά, αν οι γονείς αποδέχονταν τις παρακάτω αρχές για τα παιδιά:

ΑΡΧΗ ΠΡΩΤΗ: Όπως και κάθε άλλος, τα παιδιά έχουν ανάγκες και προκειμένου να τις καλύψουν,ενεργούν ή συμπεριφέρονται.

ΑΡΧΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: Τα παιδιά δεν είναι ανυπάκουα, απλώς συμπεριφέρονται για να καλύψουν τις ανάγκες τους.

Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι στους γονείς θα αρέσουν όλες οι συμπεριφορές των παιδιών τους. Ούτε είναι κάτι το οποίο θα έπρεπε να περιμένουμε, καθώς είναι βέβαιο πως τα παιδιά θα κάνουν πράγματα, που προκαλούν συνέπειες μη αποδεκτές από τους γονείς. Τα παιδιά μπορεί να είναι «φασαριόζικα» και να κάνουν ζημιές, να σε καθυστερούν ενώ βιάζεσαι, να σ’ ενοχλούν όταν έχεις ανάγκη λίγη ηρεμία, να σου δημιουργούν επιπλέον δουλειές, να ανακατεύουν το σπίτι, να διακόπτουν τις συζητήσεις σου και να σπάνε πράγματα αξίας.

Σκεφτείτε όλες αυτές τις συμπεριφορές ως εξής: είναι συμπεριφορές στις οποίες τα παιδιά επιδίδονται προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες τους. Αν την ίδια στιγμή συμβαίνει να παρεμβαίνουν στην επιδίωξή σας για ηρεμία, αυτό δε σημαίνει ότι το παιδί είναι ανυπάκουο. Απλώς ο συγκεκριμένος τρόπος συμπεριφοράς του είναι μη αποδεκτός απο ‘σας. Μην το ερμηνεύετε πως το παιδί προσπαθεί να κάνει κάτι εναντίον σας, προσπαθεί μόνο να κάνει κάτι για το ίδιο. Και αυτό δεν  το κάνει ούτε κακό, ούτε ανυπάκουο παιδί.

Αν οι γονείς καταργούσαν τη λέξη «ανυπακοή» από το λεξιλόγιό τους, σπάνια θα ένιωθαν επικριτικοί και θυμωμένοι. Συνεπώς, δε θα ένιωθαν ότι αντεπιτίθενται με τιμωρία, όπως στην περίπτωση του μικρού David. Παρόλα αυτά, όλοι οι γονείς χρειάζονται να μάθουν κάποιες αποτελεσματικές μεθόδους για τη ρύθμιση των συμπεριφορών που παρεμβαίνουν στις ανάγκες τους, αλλά η ετικετοποίηση με το χαρακτηρισμό του παιδιού ως ανυπάκουο, δεν είναι μία απ’ αυτες. Ούτε κι η τιμωρία -οποιουδήποτε είδους- είναι.

 

Μετάφραση: Κατερίνα Κοντογιαννάτου

Βιβλιογραφία: «The essential tools every parent needs:What every parent should know», Dr, Thomas Gordon

Στη συγκοίμιση λέμε «ναι»

46e3f81711d7ec3d6e3e6f70dd1385aaΣυγκοίμιση: τι είναι

Η συγκοίμιση (ή συν-κοίμιση ή και παρακοίμιση), διεθνώς γνωστή με τον όρο co-sleeping, είναι η πρακτική όπου γονείς και βρέφη (ή/και παιδιά) κοιμούνται μαζί στο ίδιο δωμάτιο. Ο όρος co-bedding ή bed-sharing αναφέρεται σε ένα από τα είδη συγκοίμισης, όπου γονείς και βρέφη μοιράζονται το ίδιο κρεβάτι στη διάρκεια του ύπνου.

Αν και ιδιαίτερα διαδεδομένη πρακτική στον ανατολικό κόσμο, φαίνεται πως δε συμβαίνει το ίδιο και στο δυτικό, μέχρι τουλάχιστον και τον 19ο αιώνα, όπου πολλοί επαγγελματίες υγείας την αποθάρρυναν, θεωρώντας την ως κάτι παράξενο και επίκίνδυνο. Ωστόσο, η Αμερικάνικη Παιδιατρική Εταιρία σημειώνει πως από τη στιγμή που πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις ασφάλειας τότε μόνο θετική μπορεί να είναι η επίδραση της στα βρέφη.

 

Κανόνες ασφάλειας στη συγκοίμιση (όταν γονείς και παιδί κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι)

– Οι γονείς δεν καπνίζουν, δεν πίνουν περισσότερο από ένα-δυο ποτά, δεν παίρνουν κατασταλτικά φάρμακα, δεν κάνουν χρήση ναρκωτικών ουσιών.

-Η μητέρα δεν είναι υπερβολικά κουρασμένη με μειωμένες αντιδράσεις.

– Γύρω και κάτω από το βρέφος δεν υπάρχουν αντικείμενα, όπως λούτρινα, μαξιλάρια.

– Τα μαλλιά της μητέρας δεν είναι υπερβολικά μακριά, όπου θα μπορούσε το βρέφος να μπλεχτεί.

– Δεν υπάρχει κενός χώρος, όπου το βρέφος θα μπορούσε να παγιδευτεί.

– Δεν κοιμούνται μαζί σε καναπέ, πολυθρόνα, καρέκλες κλπ. Το στρώμα του κρεβατιού δεν είναι ιδιαίτερα μαλακό, δε βουλιάζει (π.χ. στρώμα νερού).

– Δε μοιράζεται το βρέφος το κρεβάτι με μεγαλύτερα αδέλφια ή με κατοικίδια.

– Το βρέφος δεν κοιμάται μόνο του σε κρεβάτι ενήλικα.

– Το βρέφος δεν είναι μικρότερο των 8 εβδομάδων.

– Το βρέφος δεν είναι πρόωρο ή λιποβαρές. Δεν έχει πυρετό ή οξεία ασθένεια.

– Η θερμοκρασία του δωματίου δεν είναι ούτε πολύ κρύα, ούτε πολύ ζεστή.

– Το βρέφος δεν είναι υπερβολικά  ντυμένο. Το σκέπασμά του είναι στερεωμένο στα πόδια του κρεβατιού και δεν καλύπτει το βρέφος πάνω από το λαιμό. Σκεπάζεται με ελαφριά βρεφική κουβέρτα ή σε υπνόσακο.

– Η μητέρα θηλάζει. Έχει βρεθεί πως οι μητέρες, οι οποίες ταϊζουν το μωρό τους με μπιμπερό κοιμούνται με την πλάτη στραμμένη στο βρέφος και ανταποκρίνονται λιγότερο στις ανάγκες του τη νύχτα.

Τέλος, μια άλλη εναλλακτική για τη συγκοίμιση στο ίδιο κρεβάτι, είναι η ειδική τοποθέτηση και στερέωση του κρεβατιού του βρέφους στο κρεβάτι των γονιών στο ύψος του κεφαλιού. Το βρεφικό κρεβάτι περιβάλλεται από κάγκελα, εκτός από την πλευρά της ένωσης των δυο κρεβατιών.

 

Συνήθεις δυτικές απόψεις

  • «Η συγκοίμιση θα προκαλέσει ψυχολογικά προβλήματα στο παιδί»

Οι γονείς που έχουν την παραπάνω ανησυχία, φοβούνται πως το παιδί τους θα δυσκολευτεί να αυτονομηθεί και να ανεξαρτητποιηθεί. Ο Dr. James Mc Kenna υποστηρίζει πως αυτή η διατύπωση είναι μια προσωπική και αυθαίρετη κρίση. Μια κρίση, που βασίζεται στις δυτικές αξίες και στην ιδιαίτερη προώθηση της ατομικότητας και της αυτονομίας των βρεφών. Ωστόσο, καμία έρευνα δεν έχει δείξει ότι οι στόχοι για διαχωρισμό και ανεξαρτησία επηρεάζονται αρνητικά από τη συγκοίμιση. Αντίθετα φαίνεται πως όταν η πρακτική αυτή επιλέγεται από τους  γονείς για ιδεολογικούς και συναισθηματικούς σκοπούς –εξαιρουμένων βέβαια των περιπτώσεων, όπου η συγκοίμιση αποτελεί μέρος μιας γενικότερης ψυχοπαθολογικής και δυσλειτουργικής οικογένειας και/ή όταν αυτή συμβαίνει κάτω από επικίνδυνες κοινωνικές ή σωματικές συνθήκες- μόνο θετικές επιδράσεις έχει στον ψυχισμό και στη συνολικότερη λειτουργικότητα του παιδιού. Όταν οι σχέσεις των εμπλεκόμενων μερών είναι υγιείς, τα μακροχρόνια αποτελέσματα κάθε άλλο παρά αρνητικά είναι.

  • «Αν το παιδί μου κοιμάται από τώρα στην κρεβατοκάμαρά μας, τότε πώς θα μάθει να κοιμάται μόνο του στο δωμάτιό του;»

Ας μην ξεχνάμε τη νευρολογική ανωριμότητα των βρεφών κατά τη γέννησή τους, καθώς και το γεγονός ότι αργούν να ωριμάσουν σε σχέση με τα περισσότερα θηλαστικά. Ενώ τα υπόλοιπα είδη θηλαστικών γεννιούνται με το 60%-70% του ενήλικου εγκεφάλου τους και συνήθως στον πρώτο χρόνο της ζωής του έχουν ανεξαρτητοποιηθεί πλήρως, στο ανθρώπινο είδος το ποσοστό του εγκεφάλου βρίσκεται στο 25% συγκριτικά με των ενηλίκων, ενώ για την πλήρη ανάπτυξη και ανεξαρτητοποίηση τους (σωματική και ψυχική) απαιτούνται πολλά περισσότερα χρόνια (14 με 17).

Ως εκ τούτου, τα βρέφη αδυνατούν να φροντίσουν τα ίδια τον εαυτό τους και χρειάζονται την προσοχή και την επαφή με τους άλλους. Η κάλυψη της έμφυτης ανάγκης των βρεφών για επαφή και εγγύτητα από τους γονείς (όπως για παράδειγμα μέσα από το άγγιγμα, τα λόγια, τη συναισθηματική υποστήριξη) νωρίς στη ζωή τους οδηγεί και σε από νωρίς ανεξαρτησία και αυτάρκεια, εν αντιθέσει με ό,τι πιστεύεται στο δυτικό κόσμο. Η αυθαίρετη κοινωνική ιδέα ότι οι γονείς θα πρέπει ήδη από τη βρεφική ηλικία να προωθήσουν την ανεξαρτησία του παιδιού τους οδηγεί συχνά στους λανθασμένους ισχυρισμούς πως ένα βρέφος, το οποίο δεν μπορεί να ανακουφιστεί μόνο του από νωρίς δε θα μπορέσει να τα καταφέρει ούτε αργότερα και πως οι γονείς αυτού του τύπου είναι ανεπαρκείς. Αντίθετα με όλα αυτά, τέτοιου είδους ιδέες και ισχυρισμοί δεν έχουν καμία επιστημονική τεκμηρίωση.

  • «Είναι ασφαλές να κοιμόμαστε μαζί με τα παιδιά μας;»

Ας αντιστρέψουμε την ερώτηση και ας αναρωτηθούμε «είναι ασφαλές για τα παιδιά μας να κοιμούνται μόνα τους;». Από τη στιγμή που τηρούνται όλοι οι κανόνες ασφαλείας (που προαναφέρθηκαν), τότε ελαχιστοποιούνται και οι πιθανότητες για το Σύνδρομο Αιφνίδιου Θανάτου (SIDS). Για την ακρίβεια και σε αντίθεση με την επικρατούσα αντίληψη, η συντριπτική πλειοψηφία περιστατικών αιφνίδιων θανάτων συμβαίνει σε βρέφη που κοιμούνται μόνα τους.

Η διαφορά στα ποσοστά αυτά φαίνεται πως οφείλεται στο γεγονός ότι τα βρέφη, που κοιμούνται σε κοντινή απόσταση από τη μητέρα τους, βρίσκονται σε «προστατευτική εγρήγορση», καθώς νιώθουν πιο ασφαλή και γνωρίζοντας ότι η μητέρα τους θα ανταποκριθεί άμεσα στις ανάγκες τους, ξυπνούν πιο εύκολα αν αισθανθούν πως κατά κάποιο τρόπο κινδυνεύει η υγεία τους (π.χ. δυσκολία στην αναπνοή).

 

Πλεονεκτήματα και μακροπροθέσμα οφέλη της συγκοίμισης

Η Margot Sunderland (διευθύντρια του Κέντρου Ψυχικής Υγείας του Παιδιού στο Λονδίνο) επισημαίνει τη θετική συμβολή της συγκοίμισης μέσα από μια σειρά επιστημονικών μελετών, καθώς τα παιδιά αυτά εξελίσσονται σε ήρεμους και υγιείς ενήλικες.

Ορισμένα από τα πλεονεκτήματα που αναφέρονται στις έρευνες είναι: το γεγονός ότι διευκολύνεται και προάγεται ο θηλασμός, ρυθμίζονται με καλύτερο τρόπο οι σημαντικές λειτουργίες, για παράδειγμα τα βρέφη έχουν πιο σταθερή θερμοκρασία σώματος, πιο κανονικούς καρδιακούς παλμούς, λιγότερες παύσεις στην αναπνοή τους, αισθάνονται μεγαλύτερη συναισθηματική ασφάλεια –καθώς γνωρίζουν ότι οι γονείς τους είναι εκεί και πως μπορούν να ανταποκριθούν συναισθηματικά και σωματικά με ένα σωρό τρόπους, με αποτέλεσμα να κλαίνε λιγότερο συχνά και κατά συνέπεια να εκκρίνουν λιγότερα ποσοστά ανδρεναλίνης, κάτι που συνδέεται με μικρότερες πιθανότητες ανάπτυξης άγχους και άλλων διαταραχών στην ενήλικη ζωή.

Όσον αφορά στα μακροπρόθεσμα οφέλη, έχει παρατηρηθεί πως τα παιδιά -στα οποία οι γονείς τους ακολούθησαν την πρακτική της συγκοίμισης και την ακολούθησαν μέχρις ότου τα ίδια θελήσουν να κοιμούνται μόνα τους- είχαν υψηλότερο επίπεδο αυτοεκτίμησης, ήταν πιο χαρούμενα,  βίωναν  λιγότερες ενοχές, λιγότερο άγχος και φόβο, ανεξάρτητοποιήθηκαν πιο σύντομα, παρουσίασαν καλύτερη συμπεριφορά στο σχολείο και ήταν πιο εξοικειωμένα με πράξεις στοργής και τρυφερότητας.

 

Κατερίνα Κοντογιαννάτου

Πρόωρη ανεξαρτητοποίηση βρεφών

f87f8b9c7516f96f6835a91d17c164c4  Πρέπει να παίρνουμε το μωρό αγκαλιά;

Να παρηγορούμε κάθε του κλάμα;

Να το βάζουμε στο στήθος κάθε φορά που εκείνο το ζητάει;

Στις δυτικές κοινωνίες κατά τoν προηγουμενο αιωνα επικράτησε η γονεική φιλοσοφία που θέλει τα μωρά μας να ‘σκληραγωγούνται’ από τις πρώτες κιόλας ημέρες της ζωής τους, να μπαίνουν σε ‘πρόγραμμα’, ώστε να γίνει πιο εύκολη η ζωή των πολυάσχολων γονιών τους. Τα τελευταία επιστημονικά δεδομένα τονίζουν τη βλαπτική επίδραση που έχει αυτή η λογική στην σωματική και ψυχική υγεία των παιδιών μας. Πολλά βρέφη υποφέρουν από αποξένωση στα χέρια γονιών με καλές συνήθως προθέσεις. Δεν προσδοκούμε από το μωρό μας να περπατήσει στους τέσσερις ή στους έξι μήνες της ζωής του. Έχουμε όμως την πλανεμένη ιδέα ότι η συμπεριφορά του από τις πρώτες ήδη εβδομάδες θα έχει ωριμάσει τόσο που δε θα απαιτεί συχνό τάισμα, αγκαλιά και ανθρώπινη επαφή.

Περιμένουμε με αγωνία την ημέρα που το βρέφος μας θα τρώει αραιά και τακτικά, θα παίζει μόνο του και θα κοιμάται ήσυχο από μόνο του στο κρεβατάκι του. Αυτές βέβαια δεν είναι φυσιολογικές συμπεριφορές για ένα μωρό αλλά συμβαίνουν είτε σε λίγα παιδιά πραγματικά καλόβολα, είτε –συνηθέστερα- σε παιδιά που συνήθισαν, συμβιβάστηκαν με την αποστέρηση, την ιδρυματοποίηση, την κλεισούρα στον σκοτεινό, εσωτερικό,αποσυνδεδεμένο τους κόσμο. Είναι σα να μη θέλουμε να ζήσουμε την παιδικότητα μαζί τους, σα να θέλουμε να προσπεράσουμε μερικά χρόνια ανάπτυξης αυτόματα, απλά πατώντας εάν γίνεται ένα κουμπί. Βιαζόμαστε να τα δούμε μεγαλωμένα. «Να αφήσουμε το μωρό μας να κλάψει για να βγάλει την στενοχώρια, για να εκτονωθεί ή γιατί θα κάνει καλό στα πνευμόνια του (!)», ακούγεται συχνά από χείλη επαγγελματιών υγείας και μη. Ας το δούμε από άλλη σκοπιά: Αν νιώσουμε μόνοι μας και μας πιάσουν τα κλάματα, τι συνιστά υγιή αντίδραση, να αποσυρθούμε στο καβούκι μας ώστε να μην ενοχλήσουμε τους κοντινούς μας ανθρώπους ή να αποζητήσουμε τη βοήθεια τους;

«Μα κλαίει όποτε προσπαθώ να φύγω μακριά του». Τι παράλογο.. Τα μωρά όταν αφεθούν μόνα τους γνωρίζουν από ένστικτο ότι πρέπει να επανενωθούν με τη μαμά τους. Ως αποτέλεσμα διαμαρτύρονται και κλαίνε. Το μικρό τους σωματάκι κατακλύζεται από ορμόνες του στρες, οι οποίες σταματούν την πέψη και την ανάπτυξη. Σε αντίθεση, όσο βρίσκονται σε επαφή με τη μαμά τους χαλαρώνουν, επιτρέποντας στο σωματάκι τους να ωριμάσει. Όσο κρατάμε, όσο αγγίζουμε ένα μικρό παιδί, τόσο καλύτερη η σχέση μας. Πρόωρες προσπάθειες να ανεξαρτητοποιηθεί το βρέφος, να μην ‘κακομάθει’ στην αγκαλιά μας, κλονίζουν την εμπιστοσύνη του στη μαμά, στη σταθερότητα του κόσμου γύρω του. Αν δεν απαντήσουμε έγκαιρα, κατάλληλα και με ευαισθησία στις ανάγκες του θα βρεθεί απώτερα σε κίνδυνο για ανασφάλεια, χαμηλή αυτοπεποίθηση, συναισθηματικά προβλήματα και –τελικά- υπερβολική εξάρτηση από τους άλλους στην ενήλικη ζωή.

6 μηνών μαθαίνεις να “ανεξαρτητοποιείσαι”. 12 μηνών μαθαίνεις να “κοινωνικοποιείσαι” με άλλα 12μηνα. 3 χρονών μαθαίνεις αγγλικά, 5 ετών ξέρεις να διαβάζεις. 15 ετών έχεις ξεχάσει τι θα πει παιχνίδι και γνησιότητα, έχεις βαρεθεί. 18 ετών παπαγαλίζεις για να μπεις σε ένα πανεπιστήμιο που δεν οδηγεί πουθενά. 25 ετών είσαι άνεργος, αναζητείς εργασία ότι να ναι και ψάχνεις πως να φύγεις στο εξωτερικό. Δεν νιώθεις να έχεις κανένα φίλο, σου μαγειρεύει η μάνα σου – περισσότερο από όταν ήσουν ενός έτους που σου μαγείρευαν στον παιδικό.
 Πάσχεις από κατάθλιψη. Ελλάδα 2014.

Στέλιος Παπαβέντσης MRCPCH DCH IBCLC 2014

«Εκπαίδευση» των βρεφών στον ύπνο

crying-blog2   Η αλήθεια είναι ότι η “εκπαίδευση” των βρεφών στον ύπνο χωρίς διακοπές είναι πολύ αμφιλεγόμενο ζήτημα από επιστημονικής άποψης. Η μόνη μέχρις στιγμής επιστημονικά τεκμηριωμένη γνώση για το θέμα είναι ότι ο νυχτερινός θηλασμός και το co-sleeping ενισχύουν τη διάρκεια του θηλασμού για τον επιστημονικά τεκμηριωμένο θεμιτό στόχο, που είναι για τουλάχιστον δύο χρόνια.

Ως προς τις “διάφορες μεθόδους” εκπαίδευσης ενός βρέφους στο μοναχικό ύπνο και τα “διάφορα βιβλία” που συχνά αναφέρουν πολλοί, είναι όλα το ίδιο, μόνο σε προσοδοφόρες για τους συγγραφείς τους παραλλαγές, και έχουν ως κοινή συνισταμένη το εξής: “Ελεγχόμενο κλάμα”.

Ανησυχία υπάρχει στην επιστημονική κοινότητα διεθνώς – και όχι μόνο στους “μαλακούς” γονείς που δε μπορούν να το εφαρμόσουν – για τους κινδύνους του “ελεγχόμενου κλάματος” στην ψυχούλα των βρεφών, αλλά και για το αμφιλεγόμενο έτσι κι αλλιώς μακροπρόθεσμο αποτέλεσμά του: Μωρά που “εκπαιδεύονται” στον μοναχικό ύπνο πρώιμα μπορεί αργότερα, μετά τα 2-3 πρώτα χρόνια της ζωής, να παλινδρομούν, να ξυπνούν, να εμφανίζουν διαταραχές ύπνου, φοβίες κλπ.

Είναι σημαντικό να ενημερώνουμε τους γονείς ότι, από την ώρα που κάνουν ένα παιδί, δεν πρέπει να περιμένουν επιστροφή στην πρότερη “ευεξία” του συνεχόμενου, οκτάωρου ύπνου σχεδόν ποτέ, τουλάχιστον για τα χρόνια της προσχολικής ηλικίας.

Αν δεν είναι ο νυχτερινός θηλασμός, μπορεί να ξυπνούν τη νύχτα για να δώσουν αγκαλιά, ξένο γάλα, νερό στο μικρό τους, για να το σκεπάσουν, για να αλλάξουν πάνα ή αργότερα να το πάνε στην τουαλέτα, για να το παρηγορήσουν από το συνάχι, για να το κοιμήσουν αγκαλιά ώστε να ηρεμήσει ο βήχας του, γιατί πονάνε τα δοντάκια του, είδε εφιάλτη, γιατί απλά θέλουν να ακούν την ανάσα του μωρού τους ενόσω κοιμάται ή απλά γιατί περνάνε και τα δικά τους χρόνια και ο ύπνος τους χειροτερεύει.

Η “ευεξία” του γονιού δεν έχει να κάνει τόσο με τον ανεμπόδιστο ύπνο όσο με την ευτυχία που του φέρνουν τα παιδιά του, με όλο το πακέτο δύσκολης φροντίδας και “ταλαιπωρίας”. Το “απαραίτητο οκτάωρο ευεξίας” δεν ανήκει στον κόσμο τούτο…

Eίναι εκπληκτικό το γεγονός ότι πολλές ιδέες, πρακτικές και αντιλήψεις σχετικά με τα μωρά μας δεν έχουν καμία επιστημονική βάση αλλά είναι κατάλοιπα μιας κουλτούρας του παρελθόντος, συμπεριλαμβανομένης της κουλτούρας του μπιμπερό. Έως ένα βαθμό είναι αναμενόμενο γιατί πάντα οι καινούργιες επιστημονικές γνώσεις αργούν να γίνουν αποδεκτές και με κόπο αλλάζουν τις παγιωμένες κοινωνικές αντιλήψεις. Είναι επίσης εκπληκτικό το γεγονός ότι εάν μια πρακτική, όσο αντιεπιστημονική και να είναι, είναι ευρέως διαδεδομένη και αποδεκτή, δεν ζητούμε αποδείξεις για αυτήν αλλά ζητούμε αποδείξεις από αυτούς που την αμφισβητούν. Για σκεφτείτε: κάποιος σας λέει ότι μπορεί να πάει στο φεγγάρι και να έρθει σε μια μέρα, χωρίς κανένα πρόβλημα. Λογικό δεν είναι να απαιτήσετε που στηρίζει τα λεγόμενά του; Εάν όμως αυτός έχει καταφέρει να πείσει όλον τον κόσμο, τότε δεν τον αμφισβητούμε, αλλά ζητάμε αποδείξεις από εκείνον που τον αμφισβητεί. Εάν σας πουν ότι το μωρό σας πρέπει να πάρει ένα φάρμακο για το οποίο δεν έχει γίνει καμία έρευνα και δεν έχει φύλλο οδηγιών, θα το δίνατε; Κι όμως, το ελεγχόμενο κλάμα στη βρεφική ηλικία είναι μια παρέμβαση, όπως η χορήγηση φαρμάκου, πιθανά πολύ μεγαλύτερης σημασίας, χωρίς καμία επιστημονική στήριξη. Και αντί να ζητήσουμε φύλλο οδηγιών και επιστημονικές μελέτες που να υποστηρίζουν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια αυτής της παρέμβασης, ζητούμε από αυτούς που την αμφισβητούν να μας αποδείξουν ότι βλάπτει και δεν είναι αποτελεσματική. Αυτός που προτείνει κάτι χρειάζεται αποδείξεις, όχι εκείνος που δεν δέχεται την πρόταση. Και βέβαια αποδείξεις όχι μόνο στο στενό πλαίσιο εάν το μωρό θα κοιμηθεί περισσότερο κατά τις επόμενες εβδομάδες, αλλά και για επίπεδα άγχους, ορμόνες άγχους, μακροπρόθεσμες συνέπειες στον υπνο μέχρι την ενήλικο ζωή, τυχόν συσχέτιση απώτερα με φοβίες, νευρώσεις κλπ. Μόνον τότε έχει δικαίωμα κάποιος να υποστηρίξει μια παρέμβαση που αφορά την ψυχή ενός μωρού.

Στέλιος Παπαβέντσης MRCPCH DCH IBCLC 2011

Πηγή: http://pediatros-thes.gr