Αρχείο

Γιατί οι άνθρωποι ουρλιάζουν όταν θυμώνουν;

q1  Μια μέρα, ένας σοφός Ινδιάνος έκανε την παρακάτω ερώτηση στους μαθητές του:
-«Γιατί οι άνθρωποι ουρλιάζουν όταν εξοργίζονται;»
-«Γιατί χάνουν την ηρεμία τους», απάντησε ο ένας.
-«Μα γιατί πρέπει να ξεφωνίζουν παρότι ο άλλος βρίσκεται δίπλα τους;» ξαναρωτά ο σοφός.
-«Ξεφωνίζουμε, όταν θέλουμε να μας ακούσει ο άλλος» είπε ένας άλλος μαθητής Και ο δάσκαλος επανήλθε στην ερώτηση:
«Μα τότε δεν είναι δυνατόν να του μιλήσει με χαμηλή φωνή;»
Διάφορες απαντήσεις δόθηκαν αλλά.. καμιά δεν ικανοποίησε το δάσκαλο..
«Ξέρετε γιατί ουρλιάζουμε κυριολεκτικά όταν είμαστε θυμωμένοι;
Γιατί όταν θυμώνουν δυό άνθρωποι, οι καρδιές τους απομακρύνονται πολύ και για να μπορέσει ο ένας να ακούσει τον άλλο θα πρέπει να φωνάξει δυνατά, για να καλύψει την απόσταση…
Όσο πιο οργισμένοι είναι, τόσο πιο δυνατά θα πρέπει να φωνάξουν για ν’ ακουστούν.

Ενώ αντίθετα τι συμβαίνει όταν είναι ερωτευμένοι;
Δεν έχουν ανάγκη να ξεφωνίσουν, κάθε άλλο, μιλούν σιγανά και τρυφερά…
Γιατί; Επειδή οι καρδιές τους είναι πολύ πολύ κοντά. Η απόσταση μεταξύ τους είναι ελάχιστη. Μερικές φορές είναι τόσο κοντά που δεν χρειάζεται ούτε καν να μιλήσουν… παρά μονάχα ψιθυρίζουν.
Και όταν η αγάπη τους είναι πολύ δυνατή δεν είναι αναγκαίο ούτε καν να μιλήσουν, τους αρκεί να κοιταχθούν.
Έτσι συμβαίνει όταν δυό άνθρωποι που αγαπιούνται πλησιάζουν ο ένας προς τον άλλον.
Στο τέλος ο Σοφός είπε συμπερασματικά:
«Όταν συζητάτε μην αφήνετε τις καρδιές σας να απομακρυνθούν, μην λέτε λόγια που σας απομακρύνουν, γιατί θα φτάσει μια μέρα που η απόσταση θα γίνει τόσο μεγάλη που δεν θα βρίσκουν πια τα λόγια σας το δρόμο του γυρισμού»

Advertisements

Η αγάπη, η απώλεια και ο χρόνος

time_heals_all_wounds2

Ήταν μια φορά ένα νησί όπου κατοικούσαν όλα τα συναισθήματα και όλες οι ανθρώπινες ιδιότητες που υπάρχουν. Εκεί ζούσαν μαζί ο Φόβος, το Μίσος, η Σοφία, η Αγάπη και η Αγωνία. Όλοι ήταν εκεί.

Μια μέρα, καλεί η Γνώση τους κατοίκους του νησιού και τους λέει:
«Έχω να σας ανακοινώσω μια άσχημη είδηση, το νησί βυθίζεται».
Τα συναισθήματα που κατοικούν στο νησί δεν μπορούν να πιστέψουν στ’ αυτιά τους:
«Όχι, δεν γίνεται! Εμείς εδώ ζούμε όλη μας τη ζωή!»
Η Γνώση επαναλαμβάνει:
«Το νησί βυθίζεται».
«Μα δεν είναι δυνατόν! Μπορεί να κάνεις λάθος!».
«Εγώ δεν κάνω ποτέ λάθος» τους ξεκαθαρίζει η Γνώση.
«Αν σας λέω ότι βυθίζεται, είναι γιατί πράγματι βυθίζεται».
«Και τώρα, τι θα κάνουμε;» ρωτούν τα συναισθήματα.
Οπότε, απαντάει η Γνώση.
«Λοιπόν, κάντε ό,τι θέλετε, εγώ πάντως σας προτείνω να βρείτε έναν τρόπο να φύγετε από το νησί… Φτιάξτε ένα καράβι, μια βάρκα, μια σχεδία, ή ό,τι άλλο μπορείτε και φύγετε, γιατί αυτός που θα μείνει στον νησί, θα χαθεί μαζί του».
«Δεν μπορείς να μας βοηθήσεις;» ρωτούν όλοι μαζί, γιατί έχουν εμπιστοσύνη στην ικανότητά της.
«Όχι» λέει η Γνώση. «Η Πρόνοια κι εγώ φτιάξαμε ένα αεροπλάνο, και μόλις τελειώσω αυτά που έχω να σας πω, θα πετάξουμε στο πιο κοντινό νησί».
Τα συναισθήματα, αναστατωμένα, της λένε:
«Ε, όχι! Όχι! Κι εμείς τι θα γίνουμε;»
Μόλις τελειώνει η Γνώση, ανεβαίνει στο αεροπλάνο με τη φίλη της, κι έχοντας λαθρεπιβάτη το Φόβο – που δεν ήταν χαζός και κρύφτηκε στο αεροπλάνο -, φεύγουν από το νησί.

Τα συναισθήματα αρχίζουν να κατασκευάζουν άλλο βάρκα, άλλο καράβι, άλλο καΐκι… όλα… εκτός από την Αγάπη.
Γιατί η Αγάπη είναι τόσο συνδεδεμένη με κάθε πράγμα που βρίσκεται πάνω στο νησί, που λέει:
«Μα πως ν’ αφήσω το νησί… μετά από όσα έζησα εδώ… Πως ν’ αφήσω, ας πούμε, αυτό το δεντράκι; Αααχ… μας ενώνουν τόσα πράγματα…».

Κι ενώ ο καθένας κοιτάζει να βρει έναν τρόπο για να φύγει, η Αγάπη ανεβαίνει σε κάθε δέντρο, μυρίζει κάθε τριαντάφυλλο, πάει μέχρι  την παραλία και ξαπλώνει στην αμμουδιά όπως έκανε παλιά, χαϊδεύει κάθε πετραδάκι… προτιμά να σκέφτεται με την αφέλεια που διακρίνει την Αγάπη:
«Μπορεί να βυθιστεί λιγάκι και μετά…»
Το νησί όμως …το νησί βυθίζεται όλο και περισσότερο.
Η Αγάπη, βέβαια, δεν μπορεί να σκεφτεί την κατασκευή μέσου διαφυγής, γιατί είναι τόσο στενοχωρημένη που άλλο δεν κάνει από το να κλαίει και να θρηνεί γι’ αυτά που θα χάσει.
Και ξαναχαϊδεύει τα βοτσαλάκια, ξανακυλιέται στην άμμο και βρέχει στο νερό τα ποδαράκια της.
«Μετά από τόσα που περάσαμε μαζί…» λέει στο νησί με παράπονο.
Μα το νησί βυθίζεται ακόμα πιο πολύ…
Μέχρι που, στο τέλος, δε μένει από το νησί παρά ένα τόσο δα βραχάκι. Το υπόλοιπο, το έχει καλύψει το νερό.
Την τελευταία στιγμή, η Αγάπη συνειδητοποιεί ότι το νησί βυθίζεται στ’ αλήθεια, και αντιλαμβάνεται πως αν δεν τα καταφέρει να φύγει, η αγάπη θα εξαφανιστεί για πάντα από προσώπου Γης. Έτσι, τσαλαβουτάει στα νερά και κατευθύνεται προς τον όρμο, που είναι το ψηλότερο σημείο στο νησί. Πάει με την ελπίδα να δει από εκεί κάποιον από τους συντρόφους της και να τον παρακαλέσει να την πάρει μαζί του.

Κοιτάζει στη θάλασσα και βλέπει να έρχεται το σκάφος του Πλούτου. Του κάνει σινιάλο, και ο Πλούτος πλησιάζει λίγο στον όρμο.
«Πλούτε, εσύ έχεις τόσο μεγάλο σκάφος, θα με πας ως το γειτονικό νησί;»
Ο Πλούτος, όμως, της απαντάει:
«Είμαι τόσο φορτωμένος με λεφτά, κοσμήματα και πολύτιμες πέτρες, που δεν έχω χώρο για σένα. Λυπάμαι…» και συνεχίζει το δρόμο του χωρίς να κοιτάξει πίσω του.
Μένει η Αγάπη να ψάχνει, και βλέπει να έρχεται η Ματαιοδοξία σ’ ένα πολύ φανταχτερό σκάφος, γεμάτο στολίδια, περούκες, μάρμαρα και λουλούδια όλων των χρωμάτων. Η Αγάπη τεντώνεται λιγάκι και φωνάζει:
«Ματαιοδοξία… Ματαιοδοξία… Πάρε με μαζί σου».
Η Ματαιοδοξία κοιτάζει την Αγάπη και της λέει:
«Ευχαρίστως θα σε έπαιρνα αλλά… έχεις μια όψη… Είσαι τόσο άχαρη, βρώμικη κι ατημέλητη… Με συγχωρείς, δεν γίνεται… Θα μου ασχήμαινες το σκάφος!» και φεύγει.
Κι ενώ σκέφτεται πως δεν πρόκεται να περάσει κανένας άλλος πια, βλέπει να πλησιάζει ένα σκάφος πολύ μικρό, το τελευταίο, το σκάφος της Θλίψης.
«Θλίψη, αδελφή μου» της λέει, «εσύ που με ξέρεις τόσο καλά, εσύ θα με πάρεις σίγουρα μαζί σου, έτσι δεν είναι;»
Και η Θλίψη της απαντάει:
«Θα σε έπαιρνα, αλλά είμαι τόσο λυπημένη, που προτιμώ να συνεχίσω μόνη μου» και χωρίς δεύτερη κουβέντα, απομακρύνεται.

Η Αγάπη κάθετα στο τελευταίο βραχάκι, που είναι ό,τι απόμεινε από το νησί, και περιμένει το τέλος… Όταν ξαφνικά, ακούει κάποιον να την καλεί από πολύ κοντά:
«Ψιτ-ψιτ…»
Είναι ένας γεροντάκος που της κάνει σινιάλο από μια βάρκα με κουπιά.
Ή Αγάπη του λέει:
«Εμένα;»
«Ναι, ναι» λέει ο γεροντάκος, «εσένα. Έλα μαζί μου, εγώ θα σε σώσω».
Η Αγάπη τον κοιτάζει και του λέει:
«Ξέρεις τι έγινε, εγώ έμεινα…»
«Ξέρω, ξέρω…» της λέει ο γεράκος και δεν την αφήνει να τελειώσει τη φράση της. «Ανέβα, εγώ θα σε σώσω».
Ανεβαίνει η Αγάπη στη βάρκα κι αρχίζουν να κωπηλατούν μαζί για να απομακρυνθούν από το νησί, που πραγματικά, λίγα μόλις λεπτά μετά, εξαφανίζεται για πάντα.

Μόλις φθάνουν στο διπλανό νησί, καταλαβαίνει η Αγάπη πως αν είναι ακόμα ζωντανή, αν συνεχίζει να υπάρχει, το οφείλει σ’ αυτόν τον γεράκο, που χωρίς να πει λέξη, έφυγε το ίδιο παράξενα όσο είχε εμφανιστεί.
Εκείνη τη στιγμή, η Αγάπη συναντάει τη Σοφία και της λέει:
«Δεν γνωριζόμαστε μ’ αυτόν τον γεράκο, κι όμως με έσωσε. Πως είναι δυνατόν; Οι άλλοι, όλοι, δεν κατάλαβαν πως θα έμενα πίσω τελικά… Εκείνος με βοήθησε, κι εγώ ούτε καν ξέρω ποιός είναι…»
Η  Σοφία την κοιτάζει στα μάτια και της λέει:
«Aυτός είναι ο Χρόνος. Και ο Χρόνος, Αγάπη, είναι ο μόνος που μπορεί να σε βοηθήσει όταν ο πόνος της απώλειας σε κάνει να πιστεύεις ότι δεν θα μπορέσεις να συνεχίσεις».

«Ο Δρόμος των Δακρύων», Jorge Bucay.

Mια τελεία δε σημαίνει πάντα ένα τέλος. Μπορεί να σημαίνει και μια αρχή…

teleia_coverΤο μάθημα της ζωγραφικής είχε τελειώσει, αλλά η Λία δεν έλεγε να ξεκολλήσει απ’ το θρανίο της.

Το χαρτί της ήταν άδειο.

Η δασκάλα της Λίας έσκυψε πάνω στο κάτασπρο χαρτί.

« Α! Μια πολική αρκούδα σε χιονοθύελλα», είπε.

«Πολύ αστείο!», είπε μουτρωμένη η Λία. «Αφού, σας λέω, ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΝΑ ΖΩΓΡΑΦΙΖΩ!»

Η δασκάλα της Λίας χαμογέλασε.

«Έλα, φτιάξε κάτι. Μια γραμμή, μια τελεία έστω… Κάνε με θάρρος την αρχή κι ό,τι βγει…»

Άρπαξε τότε η Λία ένα μαρκαδόρο και κάρφωσε με μανία τη μύτη του στο χαρτί.

«Ορίστε!»

Την επόμενη βδομάδα η Λία ήρθε στο μάθημα ζωγραφικής και τι να δει;

Πάνω από την έδρα της δασκάλας, μέσα σε μια σκαλιστή χρυσή κορνίζα, καμάρωνε μια τελεία!
Η ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΤΕΛΕΙΑ…!!!

 

Η Τελεία, Peter H. Reynolds, Εκδόσεις :ΑΙΣΩΠΟΣ

Τι είναι ευτυχία;

happiness-is-an-inside-job-7

 «Μπαμπά…τι είναι ευτυχία;» Ρωτά ένα βράδυ το μικρό αγόρι το μπαμπά του.Ο μπαμπάς σκέφτεται σιωπηλά κι ύστερα απαντά… «Δεν ξέρω να σου το πω μα ξέρω να σου το δείξω. Κοιμήσου κι αύριο θα δεις…»

Την επόμενη ημέρα πρωί πρωί ο πατέρας ξυπνά το γιο του και του λέει. «Σέλωσε το γάιδαρο να πάμε στο χωράφι».
Πράγματι ο μικρός ετοιμάζει το γάιδαρο. Ο πατέρας τον ανεβάζει πάνω στη σέλα.
Εκείνος πιάνει τα γκέμια του γαϊδάρου και προχωρά μπροστά ενώ ο μικρός είναι καθισμένος πάνω στο γάιδαρο. Βγαίνουν από το σπίτι και περπατούν στην δημοσιά. Το χωριό όλο έχει ξυπνήσει κι οι χωριανοί πηγαίνουν στα χωράφια τους. Όλοι κοιτάζουν με απορία τον πατέρα να περπατά και το γιο να κάθεται πάνω στο γάιδαρο. Όλο το χωριό ψιθυρίζει…»Ντροπή! Μικρό παιδί κάθεται στο γάιδαρο αναπαυτικά κι ο πατέρας δίπλα να προχωρά. Κανένας σεβασμός!»
«Άκουσες γιε μου;» Ρωτά ο πατέρας το γιο. «Άκουσα πατέρα» απάντα ο γιος…και γυρίζουν σπίτι.
Το επόμενο πρωινό ο πατέρας και πάλι ξυπνά το γιο του νωρίς νωρίς. Σελώνουν το γάιδαρο μα αυτή τη φορά κάθεται ο πατέρας στην πλάτη του κι ο μικρός γιος προχωρά δίπλα. Βγαίνουν στη δημοσιά. Το χωριό όλο τους κοιτά κι ακούγονται από παντού ψίθυροι…»Για δες έναν πατέρα. Βολεμένος πάνω στη σέλα του γαϊδάρου αφήνει το γιο του, μικρό παιδί να περπατά τόσο δρόμο! Τι αναισθησία»
«Άκουσες γιε μου:» Ρωτά ο πατέρας το παιδί. «Άκουσα πατέρα» απαντά ο γιος και γυρίζουν σπίτι.
Το επόμενο πρωί  σελώνουν ξανά το γάιδαρο τους, μόνο που αυτή τη φορά κάθονται και οι δύο πάνω του και βγαίνουν στη δημοσιά. Το χωριό όλο τους κοιτά με βλέμμα κατακριτέο να διασχίζουν το δρόμο και όλοι ψιθυρίζουν μεταξύ τους…»Κοίτα ντροπές! Έχουνε καλοκαθήσει κι οι δυο μαζί και το έχουνε φορτώσει το καημένο το ζωντανό πατέρας και γιος κι ούτε νοιάζονται αν αγκομαχάει, για να τους σηκώσει. Τεμπέληδες κι ακαμάτες κι οι δυο!»
«Άκουσες γιε μου;» Ρωτάει ο πατέρας. «Άκουσα πατέρα», απαντά ο γιος και γυρίζουν σπίτι.
Το επόμενο πρωί ξανά το ίδιο σελώνουν το γάιδαρο και βγαίνουν και πάλι στη  δημοσιά μα αυτή τη φορά το γαϊδούρι πάει μόνο του χωρίς κανείς να κάθεται πάνω του. Πατέρας και γιος περπατούν δίπλα στο ζωντανό τους. Το χωριό όλο τους κοιτά και ψιθυρίζει. «Ε! όχι τρελάθηκαν πατέρας και γιος. Άλλοι να θέλουν να έχουν γάιδαρο για βοήθεια κι αυτοί να τον έχουν και να τον αφήνουν να περπατά ξεφόρτωτος κι άχρηστος. Τουλάχιστον να τον έδιναν σε κάποιον που τον έχει ανάγκη αν δεν τον έχουν ανάγκη αυτοί! Ούτε που νοιάζονται για κανέναν παρά μόνο για τον εαυτό τους. Τόσο προκλητικοί, μπροστά σε όλο το χωριό. Ντροπή τους!»
«Άκουσες γιε μου;» Ρωτάει ο πατέρας. «Άκουσα πατέρα» απαντάει ο γιος…
Γύρισαν σπίτι…»Αγόρι μου κατάλαβες τι είναι ευτυχία;» Ρωτάει ο πατέρας σαν κάθισαν πια το βράδυ δίπλα στη φωτιά.»Ναι πατέρα»…απαντά ο μικρός… «Ευτυχία είναι να είσαι κουφός….»

 

Πού ξέρεις αν είναι για καλό ή για κακό;

0ΜΙΑ ΣΟΦΗ ΙΝΔΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Σ’ ένα χωριό ζούσε ένας άνθρωπος που είχε ένα υπέροχο λευκό άλογο.
Η φήμη του έφτασε μέχρι τον άρχοντα του τόπου, ο οποίος ήθελε να το αποκτήσει.

Έστειλε απεσταλμένους με χρυσά φλουριά, μία μικρή περιουσία, για να αγοράσουν το άλογο. Ο χωρικός αρνήθηκε με τα παρακάτω λόγια. «Να πείτε στον άρχοντα, ότι τον ευχαριστώ πολύ, αλλά δεν πουλάω το άλογό μου. Το άλογο αυτό είναι το καμάρι μου, είναι φίλος μου, και δεν μπορώ να πουλήσω τον φίλο μου.»

Οι άλλοι χωρικοί τον αποδοκίμασαν: «Έχασες τέτοια ευκαιρία; Υπάρχουν χιλιάδες άλογα. Με αυτά τα χρήματα θα άλλαζες την ζωή σου. Πολύ κακό αυτό που έκανες.»

Ο χωρικός: «Που ξέρετε αν είναι για καλό ή για κακό;»

Το άλογο χάθηκε και οι χωρικοί πάλι ήρθαν να πουν την γνώμη τους: «Τι δυστυχία! Έχασες το άλογό σου και τα χρήματα. Είσαι πολύ άτυχος άνθρωπος.»

Ο χωρικός: «Που ξέρετε αν είναι για καλό ή για κακό;»

Το άλογο μετά από λίγες ημέρες γύρισε, φέρνοντας μαζί του δέκα υπέροχες άγριες φοράδες.

Οι χωρικοί πάλι να πουν την γνώμη τους: «Τι τυχερός άνθρωπος! Τελικά ήταν για καλό!»

Ο χωρικός: «Που ξέρετε αν είναι για καλό ή για κακό;»

Ο γιος του χωρικού, προσπαθώντας να εκπαιδεύσει ένα από τα άγρια άλογα, έπεσε και έσπασε το πόδι του, και οι χωρικοί επανήλθαν: «Τι δυστυχία, τελικά ήταν κακό. Ποιος θα σε κοιτάξει τώρα που το παιδί σου έμεινε σακάτης;»

Ο χωρικός: «Που ξέρετε αν είναι για καλό ή για κακό;»

Ο καιρός περνάει, γίνεται πόλεμος, επιστρατεύονται όλοι οι νέοι του χωριού, εκτός από τον γιο του χωρικού που ήταν χωλός.

Και πάλι οι χωρικοί: «Τι τύχη! Τώρα τα παιδιά μας θα χαθούν στον πόλεμο, ενώ το δικό σου τουλάχιστον θα ζήσει. Τελικά ήταν καλό.»

Ο χωρικός: «Που ξέρετε αν είναι για καλό ή για κακό;»… … …

«Εύχομαι…να γίνεις σαν αυτό το μολύβι όταν μεγαλώσεις»

Curio: Famous Writers' ImplementsΈνα αγόρι έβλεπε τη γιαγιά του να γράφει ένα γράμμα. Σε κάποια στιγμή την ρωτάει:
«Γράφεις μια ιστορία για αυτά που έχουμε κάνει; Είναι μια ιστορία για μένα;»
Η γιαγιά του σταμάτησε να γράφει το γράμμα και είπε στον εγγονό της:
«Είναι αλήθεια ότι γράφω για σένα, όμως πιο σημαντικό από τις λέξεις είναι το μολύβι που χρησιμοποιώ. Εύχομαι…να γίνεις σαν αυτό το μολύβι όταν μεγαλώσεις.»
Εντυπωσιασμένο το αγόρι και γεμάτο περιέργεια κοίταξε το μολύβι. Δεν του φάνηκε σαν να’ταν κάτι ιδιαίτερο.
«Μα …είναι σαν όλα τα άλλα μολύβια που έχω δει.»
«Αυτό εξαρτάται από το πώς βλέπεις τα πράγματα. Έχει 5 χαρακτηριστικά πάνω του που αν καταφέρεις ποτέ να αποκτήσεις, θα γίνεις ένα άτομο που θα βρίσκεται πάντα σε αρμονία με την ζωή του:
1) χαρακτηριστικό: είσαι ικανός να κάνεις μεγάλα πράγματα, αλλά ποτέ δεν θα πρέπει να ξεχνάς ότι υπάρχει ένα χέρι που καθοδηγεί τα βήματά σου.
2) χαρακτηριστικό: κατά διαστήματα, πρέπει να σταματάω να γράφω για να χρησιμοποιήσω την ξύστρα. Αυτό κάνει το μολύβι να υποφέρει λιγάκι, αλλά στο τέλος γίνεται πιο μυτερό. Έτσι και εσύ, θα πρέπει να μάθεις να αντέχεις κάποιους πόνους και θλίψεις, γιατί θα σε βελτιώνουν σαν άνθρωπο…
3) χαρακτηριστικό: το μολύβι μας επιτρέπει να χρησιμοποιήσουμε γόμα για να διορθώσουμε τα λάθη μας. Αυτό σημαίνει ότι το να διορθώνεις κάτι που έκανες δεν είναι απαραίτητα κακό, βοηθάει στο να σε κρατάει στο δρόμο της δικαιοσύνης…
4) χαρακτηριστικό: αυτό που έχει πραγματική αξία σε ένα μολύβι δεν είναι το ξύλινο περίβλημά του, αλλά η ποιότητα του γραφίτη που κρύβει μέσα του. Έτσι, πάντα να δίνεις αξία σε αυτό που συμβαίνει και έχεις μέσα σου…
Τέλος, το 5) χαρακτηριστικό του μολυβιού: πάντα αφήνει ένα σημάδι. Ακριβώς με το τον ίδιο τρόπο θα πρέπει να ξέρεις πως ό,τι και να κάνεις σε αυτή τη ζωή θα αφήνει ένα σημάδι, γι’ αυτό προσπάθησε να μην το ξεχνάς σε κάθε σου πράξη…»

«Είσαι ο Άη Βασίλης;»

Santa Claus Wallpaper HD 1920x1200Πριν μερικά χρόνια, η Λούσι, η κόρη της Αμερικανίδας συγγραφέως Martha Brockenbrough είχε αρχίσει να ψυλλιάζεται ότι κάτι δεν πάει καλά στην ιστορία με τον Άγιο Βασίλη. Εκείνη τη χρονιά, η μικρή αντί για μια λίστα με τα δώρα που θα επιθυμούσε, είχε γράψει στο γράμμα της προς τον αγαπημένο άγιο των παιδιών μόνο μια ερώτηση «Είσαι πραγματικά ο Άγιος Βασίλης;». Αυτή είναι η απάντηση που έγραψε για λογαριασμό του η μητέρα της και είχε δημοσιευτεί στους New York Times.

«Αγαπητή Λούσι,

Σε ευχαριστώ για το γράμμα σου. Έκανες μια πολύ σωστή ερώτηση: ‘Είσαι ο Άι Βασίλης;’

Ξέρω ότι εδώ και πολύ καιρό το αναρωτιέσαι, αλλά ήθελα η απάντησή μου να είναι πολύ προσεκτική κι έπρεπε να σκεφτώ καλά τι θα σου πω.

Η απάντηση είναι όχι. Δεν υπάρχει ο Άι Βασίλης.

Είμαι όμως το άτομο που γεμίζει την κάλτσα σου με δώρα. Επίσης διαλέγω και τυλίγω τα πακέτα που βρίσκεις κάτω από το δέντρο, με τον ίδιο τρόπο που η μαμά μου το έκανε για μένα, όπως και η δική της μαμά για εκείνη (και ναι, βοηθάει κι ο μπαμπάς).

Φαντάζομαι πως κάποια μέρα θα το κάνεις κι εσύ για τα παιδιά σου και ξέρω ότι θα σου αρέσει να τα βλέπεις να τρέχουν προς το χριστουγεννιάτικο δέντρο το πρωί των Χριστουγέννων. Θα σου αρέσει να τα βλέπεις να κάθονται μπροστά στο δέντρο και τα προσωπάκια τους να φωτίζονται από τα λαμπιόνια του.

Όμως αυτό δεν θα σε κάνει Άι Βασίλη! Ο Άγιος Βασίλης είναι κάτι μεγαλύτερο και αυτό που κάνει διαρκεί περισσότερο από τη ζωή του καθενός μας. Είναι κάτι πολύ απλό αλλά και πολύ σημαντικό. Μαθαίνει στα παιδιά πώς να πιστεύουν σε κάτι που δεν έχουν ποτέ δει ή αγγίξει.

Είναι πολύ σπουδαία και σημαντική δουλειά αυτή. Στην πορεία της ζωής σου θα χρειαστείς αυτή την ικανότητα να πιστεύεις: στον εαυτό σου, στους φίλους σου, στα ταλέντα σου και στην οικογένειά σου. Επίσης, θα χρειαστεί να πιστέψεις σε πράγματα που δεν μπορείς να μετρήσεις ή να κρατήσεις στα χέρια σου. Μιλάω για την αγάπη, αυτή τη σπουδαία δύναμη που θα φωτίσει μέσα σου τη ζωή, ακόμα και στις πιο σκοτεινές και κρύες στιγμές.

Ο Άι Βασίλης είναι ένας δάσκαλος κι εγώ υπήρξα μαθήτριά του και τώρα ξέρεις το μυστικό για το πώς κατεβαίνει μέσα από όλες αυτές τις καμινάδες την παραμονή των Χριστουγέννων: τον βοηθάνε όλοι οι άνθρωποι που γέμισαν την καρδιά τους με χαρά χάρη σ’ εκείνον.

Με τις καρδιές γεμάτες, άνθρωποι σαν τον μπαμπά σου κι εμένα, αναλαμβάνουμε με τη σειρά μας να βοηθήσουμε τον Άι Βασίλη να κάνει μια δουλειά που διαφορετικά θα ήταν αδύνατο να έρθει εις πέρας.

Έτσι λοιπόν, όχι, δεν είμαι ο Άι Βασίλης. Ο Άι Βασίλης είναι αγάπη και μαγεία και ελπίδα και ευτυχία. Ανήκω στην ομάδα του και πλέον ανήκεις κι εσύ.

Σ’ αγαπώ για πάντα

Η μαμά»