Αρχείο

Κρύβουμε την αληθινή μας δυναμική

Superhero-Wallpaper

Κρύβουμε την αληθινή μας δυναμική.
Κρύβουμε όλα εκείνα για τα οποία είμαστε ικανοί.
Και ζούμε επιδεικνύοντας την πιο υποβαθμισμένη μας πλευρά… εκείνη που είναι κοινωνικά αποδεκτή… εκείνη που μας έμαθαν να καλλιεργούμε… εκείνη που υιοθετήσαμε για να μην έχουμε προβλήματα…
Και όλα αυτά, μόνο με την επίδραση που άσκησαν πάνω μας οι ιστοριούλες με τους ήρωες;
Όχι μόνο. Θυμόμαστε και μέρος του μηνύματος που μας μετέδωσαν οι γονείς μας:
«Μην μπλέκεις σε μπελάδες…»
Ή, ακόμη χειρότερα:
«Αν συνεχίσεις έτσι, δε θα σε θέλει κανείς…»
Τι σημαίνει συνεχίζω έτσι;
Προφανώς, «συνεχίζω έτσι», σημαίνει ότι είμαι αυτός που είμαι.
Και, τότε; Τι πρέπει να κάνω για να γίνω άλλος;
Η απάντηση είναι προβλέψιμη: ν’ αφήσεις να βγει ο ήρωας.
Δεν λέω ότι πρέπει κανείς να γίνει σούπερ-ήρωας με την έννοια να είναι καταπληκτικός και να εντυπωσιάζει, να σκαρφαλώνει κτίρια, να πηδάει στις στέγες των σπιτιών και να πετάει στον αέρα.
Όχι.
Δεν χρειάζεται.
Μιλάω για τον μοναδικό ηρωισμό που υπερασπίζομαι:
«Το κουράγιο να είναι κανείς αυτός που είναι».
Το θάρρος να μη δημιουργεί μια μυστική ταυτότητα μικρόψυχου, αν δεν είναι μικρόψυχος.
Να μη ζει σαν ηλίθιος, αν δεν είναι ηλίθιος.
Κι αν δεν είναι πολύ γρήγορος, δεν πειράζει. Πρέπει να δέχεται τη βραδύτητα με περηφάνια. Να λέει: «Είμαι λίγο αργός. Ε, και;» Αυτό είναι υπέροχο.
Δεν τρέχει τίποτα αν είναι κανείς «λίγο χαζούλης…» όπως λένε στην Αργεντινή.
Αν όμως δεν είναι… τότε δεν πρέπει να κάνει τον χαζό!
Αν εγώ είμαι λίγο κουτός… αν δεν μου κόβει και πολύ… αν μπορώ ν’ ανακαλύπτω μέσα μου άλλα χαρίσματα εκτός από την εξυπνάδα… πολύ ωραία! Γιατί να σπαταλάω ενέργεια προσπαθώντας να το κρύψω;
Γιατί να μη βρω το θάρρος να πω ποιος είμαι, με τα όποια χαρίσματά μου, κι ας μην είναι τα πλέον ευπρόσδεκτα κοινωνικά κι αυτά που αναγνωρίζονται και εκτιμώνται περισσότερο, κι ας μην είναι αυτά που μου κάνουν « την καλύτερη διαφήμιση».
Αυτό που λιγότερο χρειάζεσαι είναι να σε κάνουν τα προσόντα σου υπερόπτη.
Προσόν, μπορεί να είναι και το να μην ξεχωρίζεις.
Το μεγαλύτερο προσόν ενός ήρωα είναι να μπορεί να αντιμετωπίζει τις καταστάσεις χωρίς να εξαναγκάζεται να δείχνει στους άλλους ότι είναι όπως εκείνοι λένε ότι πρέπει να είναι.

Jorge Bucay, Ο δρόμος της ευτυχίας

Τα παιδιά δεν είναι ανυπάκουα

 

GTY_kids_misbehaving_sk_141103_16x9_992   Ο David ένα περίεργο και γεμάτο ενέργεια τρίχρονο, έριξε τα πάντα κάτω από το γραφείο της μαμάς του και ζωγραφίζει τους φακέλους της με κηρομπογιές. Η μητέρα του βλέποντας αυτά τα χάλια, τον έβαλε θυμωμένη σε μια άκρη. Ο David φυσικά κλαίει και κοιτάει σαστισμένος.

Όταν ο μπαμπάς του David επιστρέφει στο σπίτι,η μαμά τον καλωσορίζει με τη φράση «Ο αγαπημένος μας γιος είχε κακή συμπεριφορά σήμερα». Προφανώς, ο σύζυγος την ρωτάει «Τι έκανε;». Η ερώτησή του είναι απόλυτα κατανοητή, καθώς το μήνυμα «Ο David είχε κακή συμπεριφορά» δεν εξηγεί τίποτα σχετικά με το τι έκανε πραγματικά, παρά μόνο μεταφέρει την εκτίμηση της μαμάς για τον ίδιο τον David- ήταν ένα «κακότροπο» παιδί.

Μακάρι να ήξεραν οι γονείς πόσα προβλήματα προκαλεί αυτή η έννοια στις οικογένειες. Σκεπτόμενοι με τους όρους της κακής συμπεριφοράς των παιδιών, αυτό δε σημαίνει δυσκολίες μόνο για το παιδί, αλλά προφανώς φέρει και περιττά προβλήματα στους γονείς.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Που είναι το κακό να σκεφτεί και να πει κάποιος ότι το παιδί του είναι ανυπάκουο; Όλοι οι γονείς το κάνουν. Ναι, και οι γονείς των σημερινών γονιών το έκαναν πριν από αυτούς. Στην πραγματικότητα η καταγωγή της έννοιας για την «ανυπακοή» των παιδιών πάει τόσο μακριά στην ιστορία, που ειναι αβέβαιο το αν κάποιος γνωρίζει πότε και πώς ξεκίνησε. Είναι ένας τόσο κοινά χρησιμοποιούμενος όρος, που η χρήση του στις οικογένειες σπάνια έχει δοκιμαστεί.

Όλως περιέργως, ο όρος χρησιμοποιείται αποκλειστικά όταν αναφερόμαστε στα παιδιά και σπάνια σε ενήλικες, φίλους ή συντρόφους. Πόσο συχνά έχετε ακούσει κάποιον να λέει:

– «Ο άντρας μου σήμερα είχε κακή συμπεριφορά»

– «Θύμωσα τόσο πολύ όταν η φίλη μου φέρθηκε με ανυπακοή στο τραπέζι»

– «Ο εργοδότης μου είναι ανυπάκουος»

– «Οι καλεσμένοι μας είχαν άσχημη συμπεριφορά στο χθεσινοβραδινό πάρτυ»

Τότε, προφανώς, θεωρείται ότι μόνο τα παιδιά συμπεριφέρονται άσχημα, κανένας άλλος.Η ανυπακοή στη γλώσσα των γονιών είναι συνυφασμένη με τον τρόπο που οι γονείς βλέπουν τα παιδιά τους. Οι γονείς λένε ότι τα παιδιά τους συμπεριφέρονται άσχημα όταν οι πράξεις τους είναι αντίθετες με ό,τι οι γονείς πιστεύουν πως θα έπρεπε να γίνεται. Για την ακρίβεια, η ανυπακοή είναι η συμπεριφορά που προκαλεί κατά κάποιο τρόπο αρνητικές συνέπειες στο γονιό. Δηλαδή:

Ανυπακοή= συμπεριφορά κακή/άσχημη για τους γονείς

Απ’την άλλη πλευρά, όταν ένα παιδί επιδίδεται σε συμπεριφορές, που δεν επηρεάζουν αρνητικά το γονιό, τότε το παιδί περιγράφεται ως «υπάκουο/καλό».

– «Η Deppy ήταν υπάκουο παιδί σήμερα»

– «Ο Michael ήταν ήσυχος στο μαγαζί»

– «Προσπαθούμε να μάθουμε στα παιδιά μας να είναι καλά»

Οι γονείς θα ήταν πιο αποτελεσματικοί και η ζωή στο σπίτι πιο ευχάριστη για όλους, αν ξεκινούσαν να σκέφτονται με διαφορετικό τρόπο για τη συμπεριφορά των παιδιών τους. Πρώτα, προσπαθήστε να θυμάστε ότι όλες οι πράξεις των παιδιών είναι συμπεριφορές. Το κάθε τι που λένε ή κάνουν είναι μια συγκεκριμένη συμπεριφορά. Αν το δούμε υπό αυτό το πρίσμα, τότε ένα παιδί συμπεριφέρεται όλη μέρα. Και για τον ίδιο ακριβώς λόγο όλοι όσοι «συμπεριφέρονται» προσπαθούν να καλύψουν τις ανάγκες τους.

Ένα βρέφος κλαίει επειδή πεινάει, κρυώνει ή πονάει. Κάτι πάει στραβά, ο οργανισμός του κάτι χρειάζεται. Το κλάμα είναι ο τρόπος των βρεφών να ζητήσουν «βοήθεια». Μια τέτοια συμπεριφορά θα έπρεπε να ιδωθεί για την ακρίβεια ως αρκετά κατάλληλη, καθώς το κλάμα είναι αυτό που φέρνει τη βοήθεια που το βρέφος χρειάζεται. Αν δούμε το παιδί ως έναν οργανισμό που συμπεριφέρεται κατάλληλα, προκειμένου να καλύψει μια ανάγκη, φυσικά και δε θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι τα παιδιά είναι ανυπάκουα ή συμπεριφέρονται άσχημα.

Ομοίως με τον τρίχρονο David, που εξερευνούσε κι έριξε τα πάντα κάτω από το γραφείο. Αν αυτή η συμπεριφορά είχε ιδωθεί ως μια εκδήλωση της ανάγκης του να δει καινούρια σχήματα και μεγέθη χειριζόμενος αντικείμενα ή ζωγραφίζοντας, δε θα είχε χαρακτηριστεί από τη μητέρα του ως «ανυπακοή».

Η οικογενειακή ζωή θα μπορούσε να είναι κατά πολύ λιγότερο εκνευριστική για τους γονείς και περισσότερο διασκεδαστική για τα παιδιά, αν οι γονείς αποδέχονταν τις παρακάτω αρχές για τα παιδιά:

ΑΡΧΗ ΠΡΩΤΗ: Όπως και κάθε άλλος, τα παιδιά έχουν ανάγκες και προκειμένου να τις καλύψουν,ενεργούν ή συμπεριφέρονται.

ΑΡΧΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: Τα παιδιά δεν είναι ανυπάκουα, απλώς συμπεριφέρονται για να καλύψουν τις ανάγκες τους.

Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι στους γονείς θα αρέσουν όλες οι συμπεριφορές των παιδιών τους. Ούτε είναι κάτι το οποίο θα έπρεπε να περιμένουμε, καθώς είναι βέβαιο πως τα παιδιά θα κάνουν πράγματα, που προκαλούν συνέπειες μη αποδεκτές από τους γονείς. Τα παιδιά μπορεί να είναι «φασαριόζικα» και να κάνουν ζημιές, να σε καθυστερούν ενώ βιάζεσαι, να σ’ ενοχλούν όταν έχεις ανάγκη λίγη ηρεμία, να σου δημιουργούν επιπλέον δουλειές, να ανακατεύουν το σπίτι, να διακόπτουν τις συζητήσεις σου και να σπάνε πράγματα αξίας.

Σκεφτείτε όλες αυτές τις συμπεριφορές ως εξής: είναι συμπεριφορές στις οποίες τα παιδιά επιδίδονται προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες τους. Αν την ίδια στιγμή συμβαίνει να παρεμβαίνουν στην επιδίωξή σας για ηρεμία, αυτό δε σημαίνει ότι το παιδί είναι ανυπάκουο. Απλώς ο συγκεκριμένος τρόπος συμπεριφοράς του είναι μη αποδεκτός απο ‘σας. Μην το ερμηνεύετε πως το παιδί προσπαθεί να κάνει κάτι εναντίον σας, προσπαθεί μόνο να κάνει κάτι για το ίδιο. Και αυτό δεν  το κάνει ούτε κακό, ούτε ανυπάκουο παιδί.

Αν οι γονείς καταργούσαν τη λέξη «ανυπακοή» από το λεξιλόγιό τους, σπάνια θα ένιωθαν επικριτικοί και θυμωμένοι. Συνεπώς, δε θα ένιωθαν ότι αντεπιτίθενται με τιμωρία, όπως στην περίπτωση του μικρού David. Παρόλα αυτά, όλοι οι γονείς χρειάζονται να μάθουν κάποιες αποτελεσματικές μεθόδους για τη ρύθμιση των συμπεριφορών που παρεμβαίνουν στις ανάγκες τους, αλλά η ετικετοποίηση με το χαρακτηρισμό του παιδιού ως ανυπάκουο, δεν είναι μία απ’ αυτες. Ούτε κι η τιμωρία -οποιουδήποτε είδους- είναι.

 

Μετάφραση: Κατερίνα Κοντογιαννάτου

Βιβλιογραφία: «The essential tools every parent needs:What every parent should know», Dr, Thomas Gordon

Πρόωρη ανεξαρτητοποίηση βρεφών

f87f8b9c7516f96f6835a91d17c164c4  Πρέπει να παίρνουμε το μωρό αγκαλιά;

Να παρηγορούμε κάθε του κλάμα;

Να το βάζουμε στο στήθος κάθε φορά που εκείνο το ζητάει;

Στις δυτικές κοινωνίες κατά τoν προηγουμενο αιωνα επικράτησε η γονεική φιλοσοφία που θέλει τα μωρά μας να ‘σκληραγωγούνται’ από τις πρώτες κιόλας ημέρες της ζωής τους, να μπαίνουν σε ‘πρόγραμμα’, ώστε να γίνει πιο εύκολη η ζωή των πολυάσχολων γονιών τους. Τα τελευταία επιστημονικά δεδομένα τονίζουν τη βλαπτική επίδραση που έχει αυτή η λογική στην σωματική και ψυχική υγεία των παιδιών μας. Πολλά βρέφη υποφέρουν από αποξένωση στα χέρια γονιών με καλές συνήθως προθέσεις. Δεν προσδοκούμε από το μωρό μας να περπατήσει στους τέσσερις ή στους έξι μήνες της ζωής του. Έχουμε όμως την πλανεμένη ιδέα ότι η συμπεριφορά του από τις πρώτες ήδη εβδομάδες θα έχει ωριμάσει τόσο που δε θα απαιτεί συχνό τάισμα, αγκαλιά και ανθρώπινη επαφή.

Περιμένουμε με αγωνία την ημέρα που το βρέφος μας θα τρώει αραιά και τακτικά, θα παίζει μόνο του και θα κοιμάται ήσυχο από μόνο του στο κρεβατάκι του. Αυτές βέβαια δεν είναι φυσιολογικές συμπεριφορές για ένα μωρό αλλά συμβαίνουν είτε σε λίγα παιδιά πραγματικά καλόβολα, είτε –συνηθέστερα- σε παιδιά που συνήθισαν, συμβιβάστηκαν με την αποστέρηση, την ιδρυματοποίηση, την κλεισούρα στον σκοτεινό, εσωτερικό,αποσυνδεδεμένο τους κόσμο. Είναι σα να μη θέλουμε να ζήσουμε την παιδικότητα μαζί τους, σα να θέλουμε να προσπεράσουμε μερικά χρόνια ανάπτυξης αυτόματα, απλά πατώντας εάν γίνεται ένα κουμπί. Βιαζόμαστε να τα δούμε μεγαλωμένα. «Να αφήσουμε το μωρό μας να κλάψει για να βγάλει την στενοχώρια, για να εκτονωθεί ή γιατί θα κάνει καλό στα πνευμόνια του (!)», ακούγεται συχνά από χείλη επαγγελματιών υγείας και μη. Ας το δούμε από άλλη σκοπιά: Αν νιώσουμε μόνοι μας και μας πιάσουν τα κλάματα, τι συνιστά υγιή αντίδραση, να αποσυρθούμε στο καβούκι μας ώστε να μην ενοχλήσουμε τους κοντινούς μας ανθρώπους ή να αποζητήσουμε τη βοήθεια τους;

«Μα κλαίει όποτε προσπαθώ να φύγω μακριά του». Τι παράλογο.. Τα μωρά όταν αφεθούν μόνα τους γνωρίζουν από ένστικτο ότι πρέπει να επανενωθούν με τη μαμά τους. Ως αποτέλεσμα διαμαρτύρονται και κλαίνε. Το μικρό τους σωματάκι κατακλύζεται από ορμόνες του στρες, οι οποίες σταματούν την πέψη και την ανάπτυξη. Σε αντίθεση, όσο βρίσκονται σε επαφή με τη μαμά τους χαλαρώνουν, επιτρέποντας στο σωματάκι τους να ωριμάσει. Όσο κρατάμε, όσο αγγίζουμε ένα μικρό παιδί, τόσο καλύτερη η σχέση μας. Πρόωρες προσπάθειες να ανεξαρτητοποιηθεί το βρέφος, να μην ‘κακομάθει’ στην αγκαλιά μας, κλονίζουν την εμπιστοσύνη του στη μαμά, στη σταθερότητα του κόσμου γύρω του. Αν δεν απαντήσουμε έγκαιρα, κατάλληλα και με ευαισθησία στις ανάγκες του θα βρεθεί απώτερα σε κίνδυνο για ανασφάλεια, χαμηλή αυτοπεποίθηση, συναισθηματικά προβλήματα και –τελικά- υπερβολική εξάρτηση από τους άλλους στην ενήλικη ζωή.

6 μηνών μαθαίνεις να “ανεξαρτητοποιείσαι”. 12 μηνών μαθαίνεις να “κοινωνικοποιείσαι” με άλλα 12μηνα. 3 χρονών μαθαίνεις αγγλικά, 5 ετών ξέρεις να διαβάζεις. 15 ετών έχεις ξεχάσει τι θα πει παιχνίδι και γνησιότητα, έχεις βαρεθεί. 18 ετών παπαγαλίζεις για να μπεις σε ένα πανεπιστήμιο που δεν οδηγεί πουθενά. 25 ετών είσαι άνεργος, αναζητείς εργασία ότι να ναι και ψάχνεις πως να φύγεις στο εξωτερικό. Δεν νιώθεις να έχεις κανένα φίλο, σου μαγειρεύει η μάνα σου – περισσότερο από όταν ήσουν ενός έτους που σου μαγείρευαν στον παιδικό.
 Πάσχεις από κατάθλιψη. Ελλάδα 2014.

Στέλιος Παπαβέντσης MRCPCH DCH IBCLC 2014

Γιατί πρέπει να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους

αρχείο λήψηςΛένε πως μπαίνει κάποτε μια κυρία σ΄ένα εστιατόριο και παραγγέλνει για πρώτο πιάτο μια σούπα με σπαράγγια. Μετά από λίγο, ο σερβιτόρος της φέρνει το πιάτο της που αχνίζει και αποσύρεται.

“Γκαρσόν!” φωνάζει η κυρία, “Έλα εδώ.”

“Παρακαλώ, κυρία;” λέει ο σερβιτόρος πλησιάζοντας στο τραπέζι της.

“Για δοκίμασε τη σούπα!” τον προστάζει η πελάτισσα.

“Τι συμβαίνει κυρία; Δεν είναι αυτό που παραγγείλατε;”

“Δοκίμασε τη σούπα!” επαναλαμβάνει η κυρία.

“Μα, τι συμβαίνει…Θέλει παραπάνω αλάτι;”

“Δοκίμασε τη σούπα!!!”

“Είναι παγωμένη;”

“ΔΟΚΙΜΑΣΕ ΤΗ ΣΟΥΠΑ!!!” ξαναλέει η κυρία σε έντονο ύφος.

“Μα, κυρία, σας παρακαλώ, πείτε μου τι συμβαίνει…” λέει ο σερβιτόρος.

“Αν θες να μάθεις τι συμβαίνει…δοκίμασε τη σούπα” του λέει η κυρία δείχνοντας το πιάτο.

Ο σερβιτόρος καταλαβαίνει ότι η κυρία δεν πρόκειται να κάνει πίσω σ΄αυτό που λέει γιατί έχει πεισμώσει, κι έτσι κάθεται τελικά στο τραπέζι μπροστά στο αχνιστό κιτρινωπό υγρό, και με κάποια έκπληξη της λέει:

“Δεν έχω όμως κουτάλι..”

“Βλέπεις;” του λέει η κυρία, “Βλέπεις; Λείπει το κουτάλι.”

************************************************

Τι ωραία που θα ήταν αν αποκτήσουμε τη συνήθεια, τόσο στα μικρά, όσο και στα μεγάλα πράγματα, να μπορούμε να λέμε με τ’ όνομά τους γεγονότα, καταστάσεις και συναισθήματα κατευθείαν, χωρίς περιστροφές, έτσι όπως είναι.

Δεν μιλάω για ακρίβεια, αλλά για ορισμό. Που πάει να πει: ΑΠΟΦΑΣΙΖΩ τι περιλαμβάνει, από που μέχρι που, το περιεχόμενο του θέματος που συζητάμε. Ίσως γι’ αυτό προσπαθώ επίσης, πάντοτε να διευκρινίζω για τι πράγμα ΔΕΝ μιλάω όταν μιλάω για αγάπη.

Δεν εννοώ το να είναι κανείς ερωτευμένος, όταν μιλάω για αγάπη.

Δεν εννοώ το σεξ, όταν μιλάω για αγάπη.

Δεν μιλάω για συναισθήματα που υπάρχουν μόνο μέσα στα βιβλία.

Δεν μιλάω για χαρές φυλαγμένες για λίγους και ξεχωριστούς.

Δεν μιλάω για μεγάλα πράγματα.

Μιλάω για ένα συναίσθημα που μπορεί να βιώσει ο καθένας.

Μιλάω για απλά και γνήσια συναισθήματα.

Μιλάω για εμπειρίες σπουδαίες, που δεν υπερβαίνουν όμως την ανθρώπινη φύση ή τους περιορισμούς της.

Μιλάω για την αγάπη που σημαίνει, απλώς, να θέλεις κάποιον πολύ.

Και λέω να θέλεις όχι με την ετυμολογική έννοια της κτήσης, αλλά με την έννοια που καθημερινά δίνουν σ΄αυτό το ρήμα οι ισπανόφωνες χώρες, όπου το θέλω σημαίνει σ΄αγαπώ.

Εκεί, σπάνια χρησιμοποιούν το σ΄ αγαπώ. Λένε καλύτερα σε θέλω, σε θέλω πολύ, ή σε θέλω πάρα πολύ.

Όμως τι ακριβώς λένε με αυτό το “σε θέλω“¨;

Νομίζω πως εννοούν: Μ΄ενδιαφέρει να είσαι καλά.

Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.

Όταν θέλω κάποιον, αντιλαμβάνομαι τη σημασία που έχει για μένα αυτό που κάνει, αυτό που του αρέσει ή αυτό που τον πονάει.

Το σε θέλω σημαίνει, επομένως, νοιάζομαι ΓΙΑ σένα, και το σ΄αγαπώ σημαίνει: νοιάζομαι πάρα πολύ. Τόσο πολύ που καμιά φορά, όταν σ΄αγαπάω, βάζω το να είσαι εσύ καλά πάνω από άλλα πράγματα, τα οποία είναι επίσης σημαντικά για μένα.

Αυτός ο ορισμός (ότι νοιάζομαι ΓΙΑ σένα) δεν μετατρέπει την αγάπη σε κάτι πολύ μεγάλο, ούτε όμως μειώνει την αξία της κάνοντάς την να φαίνεται μια ανοησία…

Θα οδηγήσει, για παράδειγμα, στην πλήρη συνειδητοποίηση δύο γεγονότων: δεν είναι αλήθεια ότι σ΄αγαπάνε εκείνοι που δεν νοιάζονται πολύ για τη ζωή σου, και δεν είναι αλήθεια ότι δεν σ΄αγαπάνε εκείνοι που ζουν εξαρτημένοι απ΄ότι σου συμβαίνει.

Επαναλαμβάνω: αν μ΄αγαπάς πραγματικά, νοιάζεσαι για μένα!

Αυτό σημαίνει, επομένως, – όσο κι αν με πονάει να το παραδεχτώ -, ότι αν δεν νοιάζεσαι ΓΙΑ μένα, είναι γιατί δεν μ΄αγαπάς. Αυτό δεν είναι κακό, δεν λέει κάτι άσχημο για σένα που δεν μ΄αγαπάς, είναι απλώς η πραγματικότητα, έστω κι αν είναι μια θλιβερή πραγματικότητα (όπως λέει και το τραγούδι του Σερράτ: Ποτέ δεν είναι η αλήθεια θλιβερή, απλώς δεν υπάρχει άλλη λύση… Πρέπει μάλλον να καταλάβουμε ότι το θλιβερό είναι αυτό ακριβώς : ότι δεν γίνεται αλλιώς).

Η διαφοροποίηση που κάνω – και που είναι μόνο ποσοτική – ανάμεσα στο θέλω και στο αγαπώ είναι η ίδια που γίνεται με τις περισσότερες τρυφερές εκφράσεις που χρησιμοποιούμε για να ΜΗΝ πούμε Σ΄αγαπώ. Λέμε : μ΄αρέσεις, σε βρίσκω συμπαθητικό, νιώθω για σένα τρυφερότητα, είσαι η έμπνευσή μου, έχω αισθήματα αγάπης για σένα κ.λ.π.

Μπορώ να κάνω ένα σωρό πράγματα για να σου εκφράσω, να σου δείξω, να σου αποδείξω, να επιβεβαιώσω ή να υποστηρίξω ότι σ΄αγαπώ, όμως, μόνο ένα πράγμα μπορώ να κάνω με την αγάπη μου, κι αυτό είναι να Σ΄ΑΓΑΠΩ, να ασχολούμαι μαζί σου, να εκδηλώνω τα συναισθήματά μου όπως τα νιώθω. Και το πως τα αισθάνομαι είναι ο δικός μου τρόπος να σ΄αγαπώ.

Μπορείς να το δεχτείς ή μπορείς να το απορρίψεις, μπορείς να καταλάβεις τι σημαίνει ή μπορείς να το αγνοήσεις παντελώς. Αυτός, όμως, είναι ο τρόπος μου να σ΄αγαπώ, δεν έχω άλλον.

Ο καθένας έχει έναν μόνο τρόπο ν’ αγαπάει : τον δικό του. Αν κάποιος δεν σ΄αγαπάει όπως θα ήθελες να σ΄αγαπήσει, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν σ΄αγαπάει με όλη τη δύναμη της ψυχής του…

 

Jorge Bucay, Ο Δρόμος της Συνάντησης, Φύλλα Πορείας ΙΙ

Tο πληγωμένο παιδί μέσα μας

 

Love-Sculpture-Lit-up-inner-child-520x245   Αν εξοργίζομαι επειδή αργείς, μπορεί, το να έρχεσαι στην ώρα σου να μην αρκεί για την επίλυση του προβλήματός μου.

Θα έπρεπε να δω τι είναι αυτό που με πειράζει τόσο, ποια ερμηνεία δίνω στην αργοπορία σου, τι είναι αυτό που χρειάζομαι από σένα, τι σου ζητάω απαιτώντας ακρίβεια… Να μου αποδείξεις ότι νοιάζεσαι για μένα; Να με εκτιμάς; Να με λάβεις υπόψη σου; Τι θέλω να πω όταν αντιδρώ έτσι;

Όταν επικεντρωνόμαστε υπερβολικά στον εαυτό μας, δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει στον άλλον και γινόμαστε εγωκεντρικοί.

Γι’ αυτόν που βλέπει απ΄έξω, η συμπεριφορά μας μοιάζει τουλάχιστον υπερβολική – αν όχι εντελώς παράλογη. Και πιθανότατα είναι, γιατί αυτές οι τόσο πρωτόγονες αντιδράσεις προέρχονται στην πραγματικότητα από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας, από τους τρόπους συμπεριφοράς που μάθαμε για να προστατευόμαστε από τα τραύματα της παιδικής ηλικίας…

Αυτή η ανάμνηση του πρωτογενούς τραύματος μπορεί να ονομαστεί «το πληγωμένο παιδί». Αυτό το πληγωμένο παιδί που φέρουμε μέσα μας είναι που μας κάνει να αντιδρούμε έτσι.

Κουβαλάμε τους πόνους που δεν μπορέσαμε να εκφράσουμε στην παιδική μας ηλικία και τους εξωτερικεύουμε μέσω των αντιδράσεών μας, χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Αυτό σημαίνει πως τοποθετούμαστε πριν καλά καλά μπορέσουμε να σκεφτούμε. Αυτού του είδους οι αντιδράσεις είναι που δημιουργούν τα περισσότερα προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις.

Δυστυχώς, όταν βιώνουμε μία σχέση, τους πόνους και τους θυμούς που δεν βρήκαν διέξοδο στο παρελθόν, τους αναπλάθουμε στο παρόν μας, εμπλέκοντας και τον άλλον στις αντιδράσεις μας.

Γενικά, αυτοί οι παλιοί πόνοι δεν εμφανίζονται μέχρι να βρεθούμε σε μία ερωτική σχέση. Η σχέση και ο γάμος ξύνουν αυτές τις παλιές πληγές και υποθέτουμε πως είναι ο σύντροφός μας που τις προκαλεί.

Συνήθως αυτό δε συμβαίνει από την αρχή, αλλά σιγά σιγά, όσο αισθανόμαστε πραγματικά δεμένοι με τον άλλον. Αυτό το πληγωμένο παιδί που κουβαλάμε μέσα μας είναι σαν μία μαύρη τρύπα που ρουφάει τα πάντα, σαν ένας πονόδοντος. Όταν παρουσιάζεται στη ζωή μας δεν μπορούμε να σκεφτούμε τίποτε άλλο, ο πόνος κυριαρχεί στη ζωή μας.

Σε πολλές περιπτώσεις χωρισμού, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη σχέση μεταξύ των δύο, αλλά σε άλυτα θέματα του παρελθόντος ενός από τους δύο (ή και των δύο).

Η αντίδρασή μου προκαλεί τη δική σου, κι έτσι ο ένας επηρεάζει αρνητικά τον άλλον.

Όταν κουβαλάμε μέσα μας το πληγωμένο παιδί, έχουμε την αίσθηση πως ποτέ δεν βρισκόμαστε στο παρόν. Πάντα αντιδρούμε για πράγματα που μας συνέβησαν πριν πολλά χρόνια.

Αυτό καθιστά τη σχέση με τον άλλον αδύνατη. Όσο δεν ασχολούμαι με το πληγωμένο παιδί, αυτό θα συνεχίσει να αντιδρά και να επιδεινώνει τις προσωπικές μου σχέσεις, καθώς ο μόνος που μπορεί να το ακούσει είμαι εγώ ο ίδιος όταν σκύβω πάνω στη θλίψη και την οργή του. Τότε μόνο το παιδί παύει να αντιδρά, γιατί τότε μόνο το στηρίζω.

Το πληγωμένο παιδί ζητάει την επικύρωση του πόνου του. Μόνο όταν ένας άνθρωπος αισθάνεται επιβεβαίωση μέσα στον πόνο του, μπορεί να τον εκφράσει και να τον ξεπεράσει. Για να αγγίξω το σημείο που με πονάει είναι απολύτως απαραίτητο να σταματήσω να κατηγορώ τον άλλον και να παρατηρήσω μέσα από τις αντιδράσεις μου τι είναι αυτό που μου συμβαίνει.

Στις χειρότερες περιπτώσεις, όταν ένα ζευγάρι νιώθει αυτό το κενό που δεν μπορεί να γεμίσει με τους δυο, αποφασίζει να κάνει ένα παιδί… καθώς κι αυτοί που δείχνουν ενήλικοι, δεν είναι παρά δύο απελπισμένα παιδιά που ψάχνουν σωτηρία στο κοινό παιδί τους.

Υπάρχουν άνθρωποι που μπορεί να είναι λαμπροί ως ενήλικες, αλλά όταν αποτραβιούνται στην οικειότητα των πιο στενών τους σχέσεων δεν είναι παρά παιδιά, που χρειάζονται διαρκώς βοήθεια και αντιδρούν στην έλλειψη στοργής, προσοχής ή αναγνώρισης.

Να μάθουμε να εκμεταλλευόμαστε κάθε δυσκολία που συναντάμε στο δρόμο μας, για να εμβαθύνουμε περισσότερο και να έρθουμε σε ουσιαστικότερη επαφή, όχι μόνο με τον σύντροφό μας, αλλά και με την δική μας προσωπική κατάσταση, ως ζωντανά πλάσματα.

 

 «Να βλέπεις στον έρωτα», Jorge Bucay

Οι τρεις αλήθειες

truth   ΠΡΩΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ: ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ, ΕΙΝΑΙ.

Η πραγματικότητα δεν είναι όπως με συμφέρει εμένα να είναι.
Δεν είναι όπως θα έπρεπε να είναι.
Δεν είναι όπως μου είπαν ότι θα είναι.
Δεν είναι όπως ήταν.
Η πραγματικότητα γύρω μου είναι όπως είναι.
Η αλλαγή μπορεί να έρθει μόνο όταν έχουμε συναίσθηση της παρούσας κατάστασης.

Εγώ είμαι αυτός που είμαι.
Δεν είμαι αυτός που θα ήθελα να είμαι.
Δεν είμαι αυτός που θα έπρεπε να είμαι.
Δεν είμαι αυτός που η μαμά μου θα ήθελε να είμαι.
Δεν είμαι καν αυτός που ήμουν.
Είμαι αυτός που είμαι.
Όλες οι νευρώσεις ξεκινούν από τη στιγμή που προσπαθούμε να είμαστε αυτό που δεν είμαστε.

Εσύ είσαι όπως είσαι.
Εσύ δεν είσαι όπως χρειάζομαι να είσαι.
Εσύ δεν είσαι όπως ήσουν.
Εσύ δεν είσαι όπως συμφέρει εμένα να είσαι.
Εσύ δεν είσαι όπως θέλω εγώ να είσαι.
Εσύ είσαι όπως είσαι.
Ο ορισμός μιας ώριμης και αληθινής σχέσης είναι η ανιδιοτελή προσπάθεια να δημιουργείς χώρο στον άλλον, ώστε να μπορεί να είναι όπως είναι.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΛΗΘΕΙΑ: ΤΙΠΟΤΑ ΚΑΛΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΩΡΕΑΝ.

Αν επιθυμώ κάτι που είναι καλό για ‘μένα, θα όφειλα να ξέρω ότι θα πληρώσω κάποιο αντίτιμο γι’ αυτό.

Οπωσδήποτε αυτή η πληρωμή δεν είναι πάντα χρηματική (αν χρειάζονταν μόνο τα χρήματα, θα ήταν τόσο εύκολο!). Το αντίτιμο είναι κάποιες φορές υψηλό κι άλλες φορές πολύ χαμηλό, αλλά πάντα υπάρχει. Γιατί τίποτα καλό δεν είναι δωρεάν.

Αν οι γύρω μου μου προσφέρουν κάτι, αν μου συμβαίνει κάτι καλό, αν ζω καταστάσεις ευχάριστες και απολαυστικές, είναι επειδή τις έχω κερδίσει. Τις έχω πληρώσει, τις αξίζω.

Μόνο για να προετοιμάσω τους απαισιόδοξους και για να αποθαρρύνω τους καιροσκόπους, θέλω να ξεκαθαρίσω ότι η πληρωμή γίνεται πάντα προκαταβολικά: το καλό που ζω το έχω ήδη πληρώσει. Πληρωμή με δόσεις, δε γίνεται.

ΤΡΙΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ: ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ ΟΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΠΑΝΤΑ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΕΙ, ΑΛΛΑ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΝΕΙ ΠΟΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΔΕ ΘΕΛΕΙ.

Ποτέ να μην κάνω αυτό που δεν θέλω.

Αν είμαι ενήλικος, κανείς δε μπορεί να με αναγκάσει να κάνω κάτι που δεν θέλω. Αρκεί να καταφέρω να απαλλαγώ απ’ την ανάγκη μου να βλέπω κάποιους να με επικροτούν, να με χειροκροτούν, να με αγαπούν.

Το να μάθει κανείς να ζει σύμφωνα με αυτή την αλήθεια, δεν είναι εύκολο πράγμα. Και κυρίως, δεν είναι δωρεάν.

(Τίποτα καλό δεν είναι δωρεάν κι αυτό είναι κάτι καλό).

Το κόστος είναι ότι όταν κάποιος τολμάει να πει ”όχι” αρχίζει να ανακαλύπτει κάποιες άγνωστες πλευρές των φίλων του: το σβέρκο, την πλάτη και όλα τα σημεία που γίνονται ορατά μόνο όταν ο άλλος φεύγει.

Jorge Bucay

Η αγάπη, η απώλεια και ο χρόνος

time_heals_all_wounds2

Ήταν μια φορά ένα νησί όπου κατοικούσαν όλα τα συναισθήματα και όλες οι ανθρώπινες ιδιότητες που υπάρχουν. Εκεί ζούσαν μαζί ο Φόβος, το Μίσος, η Σοφία, η Αγάπη και η Αγωνία. Όλοι ήταν εκεί.

Μια μέρα, καλεί η Γνώση τους κατοίκους του νησιού και τους λέει:
«Έχω να σας ανακοινώσω μια άσχημη είδηση, το νησί βυθίζεται».
Τα συναισθήματα που κατοικούν στο νησί δεν μπορούν να πιστέψουν στ’ αυτιά τους:
«Όχι, δεν γίνεται! Εμείς εδώ ζούμε όλη μας τη ζωή!»
Η Γνώση επαναλαμβάνει:
«Το νησί βυθίζεται».
«Μα δεν είναι δυνατόν! Μπορεί να κάνεις λάθος!».
«Εγώ δεν κάνω ποτέ λάθος» τους ξεκαθαρίζει η Γνώση.
«Αν σας λέω ότι βυθίζεται, είναι γιατί πράγματι βυθίζεται».
«Και τώρα, τι θα κάνουμε;» ρωτούν τα συναισθήματα.
Οπότε, απαντάει η Γνώση.
«Λοιπόν, κάντε ό,τι θέλετε, εγώ πάντως σας προτείνω να βρείτε έναν τρόπο να φύγετε από το νησί… Φτιάξτε ένα καράβι, μια βάρκα, μια σχεδία, ή ό,τι άλλο μπορείτε και φύγετε, γιατί αυτός που θα μείνει στον νησί, θα χαθεί μαζί του».
«Δεν μπορείς να μας βοηθήσεις;» ρωτούν όλοι μαζί, γιατί έχουν εμπιστοσύνη στην ικανότητά της.
«Όχι» λέει η Γνώση. «Η Πρόνοια κι εγώ φτιάξαμε ένα αεροπλάνο, και μόλις τελειώσω αυτά που έχω να σας πω, θα πετάξουμε στο πιο κοντινό νησί».
Τα συναισθήματα, αναστατωμένα, της λένε:
«Ε, όχι! Όχι! Κι εμείς τι θα γίνουμε;»
Μόλις τελειώνει η Γνώση, ανεβαίνει στο αεροπλάνο με τη φίλη της, κι έχοντας λαθρεπιβάτη το Φόβο – που δεν ήταν χαζός και κρύφτηκε στο αεροπλάνο -, φεύγουν από το νησί.

Τα συναισθήματα αρχίζουν να κατασκευάζουν άλλο βάρκα, άλλο καράβι, άλλο καΐκι… όλα… εκτός από την Αγάπη.
Γιατί η Αγάπη είναι τόσο συνδεδεμένη με κάθε πράγμα που βρίσκεται πάνω στο νησί, που λέει:
«Μα πως ν’ αφήσω το νησί… μετά από όσα έζησα εδώ… Πως ν’ αφήσω, ας πούμε, αυτό το δεντράκι; Αααχ… μας ενώνουν τόσα πράγματα…».

Κι ενώ ο καθένας κοιτάζει να βρει έναν τρόπο για να φύγει, η Αγάπη ανεβαίνει σε κάθε δέντρο, μυρίζει κάθε τριαντάφυλλο, πάει μέχρι  την παραλία και ξαπλώνει στην αμμουδιά όπως έκανε παλιά, χαϊδεύει κάθε πετραδάκι… προτιμά να σκέφτεται με την αφέλεια που διακρίνει την Αγάπη:
«Μπορεί να βυθιστεί λιγάκι και μετά…»
Το νησί όμως …το νησί βυθίζεται όλο και περισσότερο.
Η Αγάπη, βέβαια, δεν μπορεί να σκεφτεί την κατασκευή μέσου διαφυγής, γιατί είναι τόσο στενοχωρημένη που άλλο δεν κάνει από το να κλαίει και να θρηνεί γι’ αυτά που θα χάσει.
Και ξαναχαϊδεύει τα βοτσαλάκια, ξανακυλιέται στην άμμο και βρέχει στο νερό τα ποδαράκια της.
«Μετά από τόσα που περάσαμε μαζί…» λέει στο νησί με παράπονο.
Μα το νησί βυθίζεται ακόμα πιο πολύ…
Μέχρι που, στο τέλος, δε μένει από το νησί παρά ένα τόσο δα βραχάκι. Το υπόλοιπο, το έχει καλύψει το νερό.
Την τελευταία στιγμή, η Αγάπη συνειδητοποιεί ότι το νησί βυθίζεται στ’ αλήθεια, και αντιλαμβάνεται πως αν δεν τα καταφέρει να φύγει, η αγάπη θα εξαφανιστεί για πάντα από προσώπου Γης. Έτσι, τσαλαβουτάει στα νερά και κατευθύνεται προς τον όρμο, που είναι το ψηλότερο σημείο στο νησί. Πάει με την ελπίδα να δει από εκεί κάποιον από τους συντρόφους της και να τον παρακαλέσει να την πάρει μαζί του.

Κοιτάζει στη θάλασσα και βλέπει να έρχεται το σκάφος του Πλούτου. Του κάνει σινιάλο, και ο Πλούτος πλησιάζει λίγο στον όρμο.
«Πλούτε, εσύ έχεις τόσο μεγάλο σκάφος, θα με πας ως το γειτονικό νησί;»
Ο Πλούτος, όμως, της απαντάει:
«Είμαι τόσο φορτωμένος με λεφτά, κοσμήματα και πολύτιμες πέτρες, που δεν έχω χώρο για σένα. Λυπάμαι…» και συνεχίζει το δρόμο του χωρίς να κοιτάξει πίσω του.
Μένει η Αγάπη να ψάχνει, και βλέπει να έρχεται η Ματαιοδοξία σ’ ένα πολύ φανταχτερό σκάφος, γεμάτο στολίδια, περούκες, μάρμαρα και λουλούδια όλων των χρωμάτων. Η Αγάπη τεντώνεται λιγάκι και φωνάζει:
«Ματαιοδοξία… Ματαιοδοξία… Πάρε με μαζί σου».
Η Ματαιοδοξία κοιτάζει την Αγάπη και της λέει:
«Ευχαρίστως θα σε έπαιρνα αλλά… έχεις μια όψη… Είσαι τόσο άχαρη, βρώμικη κι ατημέλητη… Με συγχωρείς, δεν γίνεται… Θα μου ασχήμαινες το σκάφος!» και φεύγει.
Κι ενώ σκέφτεται πως δεν πρόκεται να περάσει κανένας άλλος πια, βλέπει να πλησιάζει ένα σκάφος πολύ μικρό, το τελευταίο, το σκάφος της Θλίψης.
«Θλίψη, αδελφή μου» της λέει, «εσύ που με ξέρεις τόσο καλά, εσύ θα με πάρεις σίγουρα μαζί σου, έτσι δεν είναι;»
Και η Θλίψη της απαντάει:
«Θα σε έπαιρνα, αλλά είμαι τόσο λυπημένη, που προτιμώ να συνεχίσω μόνη μου» και χωρίς δεύτερη κουβέντα, απομακρύνεται.

Η Αγάπη κάθετα στο τελευταίο βραχάκι, που είναι ό,τι απόμεινε από το νησί, και περιμένει το τέλος… Όταν ξαφνικά, ακούει κάποιον να την καλεί από πολύ κοντά:
«Ψιτ-ψιτ…»
Είναι ένας γεροντάκος που της κάνει σινιάλο από μια βάρκα με κουπιά.
Ή Αγάπη του λέει:
«Εμένα;»
«Ναι, ναι» λέει ο γεροντάκος, «εσένα. Έλα μαζί μου, εγώ θα σε σώσω».
Η Αγάπη τον κοιτάζει και του λέει:
«Ξέρεις τι έγινε, εγώ έμεινα…»
«Ξέρω, ξέρω…» της λέει ο γεράκος και δεν την αφήνει να τελειώσει τη φράση της. «Ανέβα, εγώ θα σε σώσω».
Ανεβαίνει η Αγάπη στη βάρκα κι αρχίζουν να κωπηλατούν μαζί για να απομακρυνθούν από το νησί, που πραγματικά, λίγα μόλις λεπτά μετά, εξαφανίζεται για πάντα.

Μόλις φθάνουν στο διπλανό νησί, καταλαβαίνει η Αγάπη πως αν είναι ακόμα ζωντανή, αν συνεχίζει να υπάρχει, το οφείλει σ’ αυτόν τον γεράκο, που χωρίς να πει λέξη, έφυγε το ίδιο παράξενα όσο είχε εμφανιστεί.
Εκείνη τη στιγμή, η Αγάπη συναντάει τη Σοφία και της λέει:
«Δεν γνωριζόμαστε μ’ αυτόν τον γεράκο, κι όμως με έσωσε. Πως είναι δυνατόν; Οι άλλοι, όλοι, δεν κατάλαβαν πως θα έμενα πίσω τελικά… Εκείνος με βοήθησε, κι εγώ ούτε καν ξέρω ποιός είναι…»
Η  Σοφία την κοιτάζει στα μάτια και της λέει:
«Aυτός είναι ο Χρόνος. Και ο Χρόνος, Αγάπη, είναι ο μόνος που μπορεί να σε βοηθήσει όταν ο πόνος της απώλειας σε κάνει να πιστεύεις ότι δεν θα μπορέσεις να συνεχίσεις».

«Ο Δρόμος των Δακρύων», Jorge Bucay.