Archive | Οκτώβριος 2015

Στη συγκοίμιση λέμε «ναι»

46e3f81711d7ec3d6e3e6f70dd1385aaΣυγκοίμιση: τι είναι

Η συγκοίμιση (ή συν-κοίμιση ή και παρακοίμιση), διεθνώς γνωστή με τον όρο co-sleeping, είναι η πρακτική όπου γονείς και βρέφη (ή/και παιδιά) κοιμούνται μαζί στο ίδιο δωμάτιο. Ο όρος co-bedding ή bed-sharing αναφέρεται σε ένα από τα είδη συγκοίμισης, όπου γονείς και βρέφη μοιράζονται το ίδιο κρεβάτι στη διάρκεια του ύπνου.

Αν και ιδιαίτερα διαδεδομένη πρακτική στον ανατολικό κόσμο, φαίνεται πως δε συμβαίνει το ίδιο και στο δυτικό, μέχρι τουλάχιστον και τον 19ο αιώνα, όπου πολλοί επαγγελματίες υγείας την αποθάρρυναν, θεωρώντας την ως κάτι παράξενο και επίκίνδυνο. Ωστόσο, η Αμερικάνικη Παιδιατρική Εταιρία σημειώνει πως από τη στιγμή που πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις ασφάλειας τότε μόνο θετική μπορεί να είναι η επίδραση της στα βρέφη.

 

Κανόνες ασφάλειας στη συγκοίμιση (όταν γονείς και παιδί κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι)

– Οι γονείς δεν καπνίζουν, δεν πίνουν περισσότερο από ένα-δυο ποτά, δεν παίρνουν κατασταλτικά φάρμακα, δεν κάνουν χρήση ναρκωτικών ουσιών.

-Η μητέρα δεν είναι υπερβολικά κουρασμένη με μειωμένες αντιδράσεις.

– Γύρω και κάτω από το βρέφος δεν υπάρχουν αντικείμενα, όπως λούτρινα, μαξιλάρια.

– Τα μαλλιά της μητέρας δεν είναι υπερβολικά μακριά, όπου θα μπορούσε το βρέφος να μπλεχτεί.

– Δεν υπάρχει κενός χώρος, όπου το βρέφος θα μπορούσε να παγιδευτεί.

– Δεν κοιμούνται μαζί σε καναπέ, πολυθρόνα, καρέκλες κλπ. Το στρώμα του κρεβατιού δεν είναι ιδιαίτερα μαλακό, δε βουλιάζει (π.χ. στρώμα νερού).

– Δε μοιράζεται το βρέφος το κρεβάτι με μεγαλύτερα αδέλφια ή με κατοικίδια.

– Το βρέφος δεν κοιμάται μόνο του σε κρεβάτι ενήλικα.

– Το βρέφος δεν είναι μικρότερο των 8 εβδομάδων.

– Το βρέφος δεν είναι πρόωρο ή λιποβαρές. Δεν έχει πυρετό ή οξεία ασθένεια.

– Η θερμοκρασία του δωματίου δεν είναι ούτε πολύ κρύα, ούτε πολύ ζεστή.

– Το βρέφος δεν είναι υπερβολικά  ντυμένο. Το σκέπασμά του είναι στερεωμένο στα πόδια του κρεβατιού και δεν καλύπτει το βρέφος πάνω από το λαιμό. Σκεπάζεται με ελαφριά βρεφική κουβέρτα ή σε υπνόσακο.

– Η μητέρα θηλάζει. Έχει βρεθεί πως οι μητέρες, οι οποίες ταϊζουν το μωρό τους με μπιμπερό κοιμούνται με την πλάτη στραμμένη στο βρέφος και ανταποκρίνονται λιγότερο στις ανάγκες του τη νύχτα.

Τέλος, μια άλλη εναλλακτική για τη συγκοίμιση στο ίδιο κρεβάτι, είναι η ειδική τοποθέτηση και στερέωση του κρεβατιού του βρέφους στο κρεβάτι των γονιών στο ύψος του κεφαλιού. Το βρεφικό κρεβάτι περιβάλλεται από κάγκελα, εκτός από την πλευρά της ένωσης των δυο κρεβατιών.

 

Συνήθεις δυτικές απόψεις

  • «Η συγκοίμιση θα προκαλέσει ψυχολογικά προβλήματα στο παιδί»

Οι γονείς που έχουν την παραπάνω ανησυχία, φοβούνται πως το παιδί τους θα δυσκολευτεί να αυτονομηθεί και να ανεξαρτητποιηθεί. Ο Dr. James Mc Kenna υποστηρίζει πως αυτή η διατύπωση είναι μια προσωπική και αυθαίρετη κρίση. Μια κρίση, που βασίζεται στις δυτικές αξίες και στην ιδιαίτερη προώθηση της ατομικότητας και της αυτονομίας των βρεφών. Ωστόσο, καμία έρευνα δεν έχει δείξει ότι οι στόχοι για διαχωρισμό και ανεξαρτησία επηρεάζονται αρνητικά από τη συγκοίμιση. Αντίθετα φαίνεται πως όταν η πρακτική αυτή επιλέγεται από τους  γονείς για ιδεολογικούς και συναισθηματικούς σκοπούς –εξαιρουμένων βέβαια των περιπτώσεων, όπου η συγκοίμιση αποτελεί μέρος μιας γενικότερης ψυχοπαθολογικής και δυσλειτουργικής οικογένειας και/ή όταν αυτή συμβαίνει κάτω από επικίνδυνες κοινωνικές ή σωματικές συνθήκες- μόνο θετικές επιδράσεις έχει στον ψυχισμό και στη συνολικότερη λειτουργικότητα του παιδιού. Όταν οι σχέσεις των εμπλεκόμενων μερών είναι υγιείς, τα μακροχρόνια αποτελέσματα κάθε άλλο παρά αρνητικά είναι.

  • «Αν το παιδί μου κοιμάται από τώρα στην κρεβατοκάμαρά μας, τότε πώς θα μάθει να κοιμάται μόνο του στο δωμάτιό του;»

Ας μην ξεχνάμε τη νευρολογική ανωριμότητα των βρεφών κατά τη γέννησή τους, καθώς και το γεγονός ότι αργούν να ωριμάσουν σε σχέση με τα περισσότερα θηλαστικά. Ενώ τα υπόλοιπα είδη θηλαστικών γεννιούνται με το 60%-70% του ενήλικου εγκεφάλου τους και συνήθως στον πρώτο χρόνο της ζωής του έχουν ανεξαρτητοποιηθεί πλήρως, στο ανθρώπινο είδος το ποσοστό του εγκεφάλου βρίσκεται στο 25% συγκριτικά με των ενηλίκων, ενώ για την πλήρη ανάπτυξη και ανεξαρτητοποίηση τους (σωματική και ψυχική) απαιτούνται πολλά περισσότερα χρόνια (14 με 17).

Ως εκ τούτου, τα βρέφη αδυνατούν να φροντίσουν τα ίδια τον εαυτό τους και χρειάζονται την προσοχή και την επαφή με τους άλλους. Η κάλυψη της έμφυτης ανάγκης των βρεφών για επαφή και εγγύτητα από τους γονείς (όπως για παράδειγμα μέσα από το άγγιγμα, τα λόγια, τη συναισθηματική υποστήριξη) νωρίς στη ζωή τους οδηγεί και σε από νωρίς ανεξαρτησία και αυτάρκεια, εν αντιθέσει με ό,τι πιστεύεται στο δυτικό κόσμο. Η αυθαίρετη κοινωνική ιδέα ότι οι γονείς θα πρέπει ήδη από τη βρεφική ηλικία να προωθήσουν την ανεξαρτησία του παιδιού τους οδηγεί συχνά στους λανθασμένους ισχυρισμούς πως ένα βρέφος, το οποίο δεν μπορεί να ανακουφιστεί μόνο του από νωρίς δε θα μπορέσει να τα καταφέρει ούτε αργότερα και πως οι γονείς αυτού του τύπου είναι ανεπαρκείς. Αντίθετα με όλα αυτά, τέτοιου είδους ιδέες και ισχυρισμοί δεν έχουν καμία επιστημονική τεκμηρίωση.

  • «Είναι ασφαλές να κοιμόμαστε μαζί με τα παιδιά μας;»

Ας αντιστρέψουμε την ερώτηση και ας αναρωτηθούμε «είναι ασφαλές για τα παιδιά μας να κοιμούνται μόνα τους;». Από τη στιγμή που τηρούνται όλοι οι κανόνες ασφαλείας (που προαναφέρθηκαν), τότε ελαχιστοποιούνται και οι πιθανότητες για το Σύνδρομο Αιφνίδιου Θανάτου (SIDS). Για την ακρίβεια και σε αντίθεση με την επικρατούσα αντίληψη, η συντριπτική πλειοψηφία περιστατικών αιφνίδιων θανάτων συμβαίνει σε βρέφη που κοιμούνται μόνα τους.

Η διαφορά στα ποσοστά αυτά φαίνεται πως οφείλεται στο γεγονός ότι τα βρέφη, που κοιμούνται σε κοντινή απόσταση από τη μητέρα τους, βρίσκονται σε «προστατευτική εγρήγορση», καθώς νιώθουν πιο ασφαλή και γνωρίζοντας ότι η μητέρα τους θα ανταποκριθεί άμεσα στις ανάγκες τους, ξυπνούν πιο εύκολα αν αισθανθούν πως κατά κάποιο τρόπο κινδυνεύει η υγεία τους (π.χ. δυσκολία στην αναπνοή).

 

Πλεονεκτήματα και μακροπροθέσμα οφέλη της συγκοίμισης

Η Margot Sunderland (διευθύντρια του Κέντρου Ψυχικής Υγείας του Παιδιού στο Λονδίνο) επισημαίνει τη θετική συμβολή της συγκοίμισης μέσα από μια σειρά επιστημονικών μελετών, καθώς τα παιδιά αυτά εξελίσσονται σε ήρεμους και υγιείς ενήλικες.

Ορισμένα από τα πλεονεκτήματα που αναφέρονται στις έρευνες είναι: το γεγονός ότι διευκολύνεται και προάγεται ο θηλασμός, ρυθμίζονται με καλύτερο τρόπο οι σημαντικές λειτουργίες, για παράδειγμα τα βρέφη έχουν πιο σταθερή θερμοκρασία σώματος, πιο κανονικούς καρδιακούς παλμούς, λιγότερες παύσεις στην αναπνοή τους, αισθάνονται μεγαλύτερη συναισθηματική ασφάλεια –καθώς γνωρίζουν ότι οι γονείς τους είναι εκεί και πως μπορούν να ανταποκριθούν συναισθηματικά και σωματικά με ένα σωρό τρόπους, με αποτέλεσμα να κλαίνε λιγότερο συχνά και κατά συνέπεια να εκκρίνουν λιγότερα ποσοστά ανδρεναλίνης, κάτι που συνδέεται με μικρότερες πιθανότητες ανάπτυξης άγχους και άλλων διαταραχών στην ενήλικη ζωή.

Όσον αφορά στα μακροπρόθεσμα οφέλη, έχει παρατηρηθεί πως τα παιδιά -στα οποία οι γονείς τους ακολούθησαν την πρακτική της συγκοίμισης και την ακολούθησαν μέχρις ότου τα ίδια θελήσουν να κοιμούνται μόνα τους- είχαν υψηλότερο επίπεδο αυτοεκτίμησης, ήταν πιο χαρούμενα,  βίωναν  λιγότερες ενοχές, λιγότερο άγχος και φόβο, ανεξάρτητοποιήθηκαν πιο σύντομα, παρουσίασαν καλύτερη συμπεριφορά στο σχολείο και ήταν πιο εξοικειωμένα με πράξεις στοργής και τρυφερότητας.

 

Κατερίνα Κοντογιαννάτου

Πρόωρη ανεξαρτητοποίηση βρεφών

f87f8b9c7516f96f6835a91d17c164c4  Πρέπει να παίρνουμε το μωρό αγκαλιά;

Να παρηγορούμε κάθε του κλάμα;

Να το βάζουμε στο στήθος κάθε φορά που εκείνο το ζητάει;

Στις δυτικές κοινωνίες κατά τoν προηγουμενο αιωνα επικράτησε η γονεική φιλοσοφία που θέλει τα μωρά μας να ‘σκληραγωγούνται’ από τις πρώτες κιόλας ημέρες της ζωής τους, να μπαίνουν σε ‘πρόγραμμα’, ώστε να γίνει πιο εύκολη η ζωή των πολυάσχολων γονιών τους. Τα τελευταία επιστημονικά δεδομένα τονίζουν τη βλαπτική επίδραση που έχει αυτή η λογική στην σωματική και ψυχική υγεία των παιδιών μας. Πολλά βρέφη υποφέρουν από αποξένωση στα χέρια γονιών με καλές συνήθως προθέσεις. Δεν προσδοκούμε από το μωρό μας να περπατήσει στους τέσσερις ή στους έξι μήνες της ζωής του. Έχουμε όμως την πλανεμένη ιδέα ότι η συμπεριφορά του από τις πρώτες ήδη εβδομάδες θα έχει ωριμάσει τόσο που δε θα απαιτεί συχνό τάισμα, αγκαλιά και ανθρώπινη επαφή.

Περιμένουμε με αγωνία την ημέρα που το βρέφος μας θα τρώει αραιά και τακτικά, θα παίζει μόνο του και θα κοιμάται ήσυχο από μόνο του στο κρεβατάκι του. Αυτές βέβαια δεν είναι φυσιολογικές συμπεριφορές για ένα μωρό αλλά συμβαίνουν είτε σε λίγα παιδιά πραγματικά καλόβολα, είτε –συνηθέστερα- σε παιδιά που συνήθισαν, συμβιβάστηκαν με την αποστέρηση, την ιδρυματοποίηση, την κλεισούρα στον σκοτεινό, εσωτερικό,αποσυνδεδεμένο τους κόσμο. Είναι σα να μη θέλουμε να ζήσουμε την παιδικότητα μαζί τους, σα να θέλουμε να προσπεράσουμε μερικά χρόνια ανάπτυξης αυτόματα, απλά πατώντας εάν γίνεται ένα κουμπί. Βιαζόμαστε να τα δούμε μεγαλωμένα. «Να αφήσουμε το μωρό μας να κλάψει για να βγάλει την στενοχώρια, για να εκτονωθεί ή γιατί θα κάνει καλό στα πνευμόνια του (!)», ακούγεται συχνά από χείλη επαγγελματιών υγείας και μη. Ας το δούμε από άλλη σκοπιά: Αν νιώσουμε μόνοι μας και μας πιάσουν τα κλάματα, τι συνιστά υγιή αντίδραση, να αποσυρθούμε στο καβούκι μας ώστε να μην ενοχλήσουμε τους κοντινούς μας ανθρώπους ή να αποζητήσουμε τη βοήθεια τους;

«Μα κλαίει όποτε προσπαθώ να φύγω μακριά του». Τι παράλογο.. Τα μωρά όταν αφεθούν μόνα τους γνωρίζουν από ένστικτο ότι πρέπει να επανενωθούν με τη μαμά τους. Ως αποτέλεσμα διαμαρτύρονται και κλαίνε. Το μικρό τους σωματάκι κατακλύζεται από ορμόνες του στρες, οι οποίες σταματούν την πέψη και την ανάπτυξη. Σε αντίθεση, όσο βρίσκονται σε επαφή με τη μαμά τους χαλαρώνουν, επιτρέποντας στο σωματάκι τους να ωριμάσει. Όσο κρατάμε, όσο αγγίζουμε ένα μικρό παιδί, τόσο καλύτερη η σχέση μας. Πρόωρες προσπάθειες να ανεξαρτητοποιηθεί το βρέφος, να μην ‘κακομάθει’ στην αγκαλιά μας, κλονίζουν την εμπιστοσύνη του στη μαμά, στη σταθερότητα του κόσμου γύρω του. Αν δεν απαντήσουμε έγκαιρα, κατάλληλα και με ευαισθησία στις ανάγκες του θα βρεθεί απώτερα σε κίνδυνο για ανασφάλεια, χαμηλή αυτοπεποίθηση, συναισθηματικά προβλήματα και –τελικά- υπερβολική εξάρτηση από τους άλλους στην ενήλικη ζωή.

6 μηνών μαθαίνεις να “ανεξαρτητοποιείσαι”. 12 μηνών μαθαίνεις να “κοινωνικοποιείσαι” με άλλα 12μηνα. 3 χρονών μαθαίνεις αγγλικά, 5 ετών ξέρεις να διαβάζεις. 15 ετών έχεις ξεχάσει τι θα πει παιχνίδι και γνησιότητα, έχεις βαρεθεί. 18 ετών παπαγαλίζεις για να μπεις σε ένα πανεπιστήμιο που δεν οδηγεί πουθενά. 25 ετών είσαι άνεργος, αναζητείς εργασία ότι να ναι και ψάχνεις πως να φύγεις στο εξωτερικό. Δεν νιώθεις να έχεις κανένα φίλο, σου μαγειρεύει η μάνα σου – περισσότερο από όταν ήσουν ενός έτους που σου μαγείρευαν στον παιδικό.
 Πάσχεις από κατάθλιψη. Ελλάδα 2014.

Στέλιος Παπαβέντσης MRCPCH DCH IBCLC 2014

Γιατί οι άνθρωποι ουρλιάζουν όταν θυμώνουν;

q1  Μια μέρα, ένας σοφός Ινδιάνος έκανε την παρακάτω ερώτηση στους μαθητές του:
-«Γιατί οι άνθρωποι ουρλιάζουν όταν εξοργίζονται;»
-«Γιατί χάνουν την ηρεμία τους», απάντησε ο ένας.
-«Μα γιατί πρέπει να ξεφωνίζουν παρότι ο άλλος βρίσκεται δίπλα τους;» ξαναρωτά ο σοφός.
-«Ξεφωνίζουμε, όταν θέλουμε να μας ακούσει ο άλλος» είπε ένας άλλος μαθητής Και ο δάσκαλος επανήλθε στην ερώτηση:
«Μα τότε δεν είναι δυνατόν να του μιλήσει με χαμηλή φωνή;»
Διάφορες απαντήσεις δόθηκαν αλλά.. καμιά δεν ικανοποίησε το δάσκαλο..
«Ξέρετε γιατί ουρλιάζουμε κυριολεκτικά όταν είμαστε θυμωμένοι;
Γιατί όταν θυμώνουν δυό άνθρωποι, οι καρδιές τους απομακρύνονται πολύ και για να μπορέσει ο ένας να ακούσει τον άλλο θα πρέπει να φωνάξει δυνατά, για να καλύψει την απόσταση…
Όσο πιο οργισμένοι είναι, τόσο πιο δυνατά θα πρέπει να φωνάξουν για ν’ ακουστούν.

Ενώ αντίθετα τι συμβαίνει όταν είναι ερωτευμένοι;
Δεν έχουν ανάγκη να ξεφωνίσουν, κάθε άλλο, μιλούν σιγανά και τρυφερά…
Γιατί; Επειδή οι καρδιές τους είναι πολύ πολύ κοντά. Η απόσταση μεταξύ τους είναι ελάχιστη. Μερικές φορές είναι τόσο κοντά που δεν χρειάζεται ούτε καν να μιλήσουν… παρά μονάχα ψιθυρίζουν.
Και όταν η αγάπη τους είναι πολύ δυνατή δεν είναι αναγκαίο ούτε καν να μιλήσουν, τους αρκεί να κοιταχθούν.
Έτσι συμβαίνει όταν δυό άνθρωποι που αγαπιούνται πλησιάζουν ο ένας προς τον άλλον.
Στο τέλος ο Σοφός είπε συμπερασματικά:
«Όταν συζητάτε μην αφήνετε τις καρδιές σας να απομακρυνθούν, μην λέτε λόγια που σας απομακρύνουν, γιατί θα φτάσει μια μέρα που η απόσταση θα γίνει τόσο μεγάλη που δεν θα βρίσκουν πια τα λόγια σας το δρόμο του γυρισμού»

Μήνυμα σε γονείς Νο 11

m21  «Μη στέκεσαι ακίνητη έξω από την πόρτα ενός μωρού που κλαίει και η μόνη του επιθυμία είναι να σε αγγίξει. Πήγαινε στο μωρό σου, πήγαινε στο μωρό σου ένα εκατομμύριο φορές.»

 

Peggy O’ Mara

Μήνυμα σε γονείς Νο10

m21  «Η δουλειά μας ως γονείς είναι να διδάσκουμε στα παιδιά μας πώς να αντιμετωπίζουν την απογοήτευση και όχι να τα κρατάμε μακριά από αυτή. Γιατί κι αυτή είναι μέρος της ζωής.»

Γιατί πρέπει να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους

αρχείο λήψηςΛένε πως μπαίνει κάποτε μια κυρία σ΄ένα εστιατόριο και παραγγέλνει για πρώτο πιάτο μια σούπα με σπαράγγια. Μετά από λίγο, ο σερβιτόρος της φέρνει το πιάτο της που αχνίζει και αποσύρεται.

“Γκαρσόν!” φωνάζει η κυρία, “Έλα εδώ.”

“Παρακαλώ, κυρία;” λέει ο σερβιτόρος πλησιάζοντας στο τραπέζι της.

“Για δοκίμασε τη σούπα!” τον προστάζει η πελάτισσα.

“Τι συμβαίνει κυρία; Δεν είναι αυτό που παραγγείλατε;”

“Δοκίμασε τη σούπα!” επαναλαμβάνει η κυρία.

“Μα, τι συμβαίνει…Θέλει παραπάνω αλάτι;”

“Δοκίμασε τη σούπα!!!”

“Είναι παγωμένη;”

“ΔΟΚΙΜΑΣΕ ΤΗ ΣΟΥΠΑ!!!” ξαναλέει η κυρία σε έντονο ύφος.

“Μα, κυρία, σας παρακαλώ, πείτε μου τι συμβαίνει…” λέει ο σερβιτόρος.

“Αν θες να μάθεις τι συμβαίνει…δοκίμασε τη σούπα” του λέει η κυρία δείχνοντας το πιάτο.

Ο σερβιτόρος καταλαβαίνει ότι η κυρία δεν πρόκειται να κάνει πίσω σ΄αυτό που λέει γιατί έχει πεισμώσει, κι έτσι κάθεται τελικά στο τραπέζι μπροστά στο αχνιστό κιτρινωπό υγρό, και με κάποια έκπληξη της λέει:

“Δεν έχω όμως κουτάλι..”

“Βλέπεις;” του λέει η κυρία, “Βλέπεις; Λείπει το κουτάλι.”

************************************************

Τι ωραία που θα ήταν αν αποκτήσουμε τη συνήθεια, τόσο στα μικρά, όσο και στα μεγάλα πράγματα, να μπορούμε να λέμε με τ’ όνομά τους γεγονότα, καταστάσεις και συναισθήματα κατευθείαν, χωρίς περιστροφές, έτσι όπως είναι.

Δεν μιλάω για ακρίβεια, αλλά για ορισμό. Που πάει να πει: ΑΠΟΦΑΣΙΖΩ τι περιλαμβάνει, από που μέχρι που, το περιεχόμενο του θέματος που συζητάμε. Ίσως γι’ αυτό προσπαθώ επίσης, πάντοτε να διευκρινίζω για τι πράγμα ΔΕΝ μιλάω όταν μιλάω για αγάπη.

Δεν εννοώ το να είναι κανείς ερωτευμένος, όταν μιλάω για αγάπη.

Δεν εννοώ το σεξ, όταν μιλάω για αγάπη.

Δεν μιλάω για συναισθήματα που υπάρχουν μόνο μέσα στα βιβλία.

Δεν μιλάω για χαρές φυλαγμένες για λίγους και ξεχωριστούς.

Δεν μιλάω για μεγάλα πράγματα.

Μιλάω για ένα συναίσθημα που μπορεί να βιώσει ο καθένας.

Μιλάω για απλά και γνήσια συναισθήματα.

Μιλάω για εμπειρίες σπουδαίες, που δεν υπερβαίνουν όμως την ανθρώπινη φύση ή τους περιορισμούς της.

Μιλάω για την αγάπη που σημαίνει, απλώς, να θέλεις κάποιον πολύ.

Και λέω να θέλεις όχι με την ετυμολογική έννοια της κτήσης, αλλά με την έννοια που καθημερινά δίνουν σ΄αυτό το ρήμα οι ισπανόφωνες χώρες, όπου το θέλω σημαίνει σ΄αγαπώ.

Εκεί, σπάνια χρησιμοποιούν το σ΄ αγαπώ. Λένε καλύτερα σε θέλω, σε θέλω πολύ, ή σε θέλω πάρα πολύ.

Όμως τι ακριβώς λένε με αυτό το “σε θέλω“¨;

Νομίζω πως εννοούν: Μ΄ενδιαφέρει να είσαι καλά.

Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.

Όταν θέλω κάποιον, αντιλαμβάνομαι τη σημασία που έχει για μένα αυτό που κάνει, αυτό που του αρέσει ή αυτό που τον πονάει.

Το σε θέλω σημαίνει, επομένως, νοιάζομαι ΓΙΑ σένα, και το σ΄αγαπώ σημαίνει: νοιάζομαι πάρα πολύ. Τόσο πολύ που καμιά φορά, όταν σ΄αγαπάω, βάζω το να είσαι εσύ καλά πάνω από άλλα πράγματα, τα οποία είναι επίσης σημαντικά για μένα.

Αυτός ο ορισμός (ότι νοιάζομαι ΓΙΑ σένα) δεν μετατρέπει την αγάπη σε κάτι πολύ μεγάλο, ούτε όμως μειώνει την αξία της κάνοντάς την να φαίνεται μια ανοησία…

Θα οδηγήσει, για παράδειγμα, στην πλήρη συνειδητοποίηση δύο γεγονότων: δεν είναι αλήθεια ότι σ΄αγαπάνε εκείνοι που δεν νοιάζονται πολύ για τη ζωή σου, και δεν είναι αλήθεια ότι δεν σ΄αγαπάνε εκείνοι που ζουν εξαρτημένοι απ΄ότι σου συμβαίνει.

Επαναλαμβάνω: αν μ΄αγαπάς πραγματικά, νοιάζεσαι για μένα!

Αυτό σημαίνει, επομένως, – όσο κι αν με πονάει να το παραδεχτώ -, ότι αν δεν νοιάζεσαι ΓΙΑ μένα, είναι γιατί δεν μ΄αγαπάς. Αυτό δεν είναι κακό, δεν λέει κάτι άσχημο για σένα που δεν μ΄αγαπάς, είναι απλώς η πραγματικότητα, έστω κι αν είναι μια θλιβερή πραγματικότητα (όπως λέει και το τραγούδι του Σερράτ: Ποτέ δεν είναι η αλήθεια θλιβερή, απλώς δεν υπάρχει άλλη λύση… Πρέπει μάλλον να καταλάβουμε ότι το θλιβερό είναι αυτό ακριβώς : ότι δεν γίνεται αλλιώς).

Η διαφοροποίηση που κάνω – και που είναι μόνο ποσοτική – ανάμεσα στο θέλω και στο αγαπώ είναι η ίδια που γίνεται με τις περισσότερες τρυφερές εκφράσεις που χρησιμοποιούμε για να ΜΗΝ πούμε Σ΄αγαπώ. Λέμε : μ΄αρέσεις, σε βρίσκω συμπαθητικό, νιώθω για σένα τρυφερότητα, είσαι η έμπνευσή μου, έχω αισθήματα αγάπης για σένα κ.λ.π.

Μπορώ να κάνω ένα σωρό πράγματα για να σου εκφράσω, να σου δείξω, να σου αποδείξω, να επιβεβαιώσω ή να υποστηρίξω ότι σ΄αγαπώ, όμως, μόνο ένα πράγμα μπορώ να κάνω με την αγάπη μου, κι αυτό είναι να Σ΄ΑΓΑΠΩ, να ασχολούμαι μαζί σου, να εκδηλώνω τα συναισθήματά μου όπως τα νιώθω. Και το πως τα αισθάνομαι είναι ο δικός μου τρόπος να σ΄αγαπώ.

Μπορείς να το δεχτείς ή μπορείς να το απορρίψεις, μπορείς να καταλάβεις τι σημαίνει ή μπορείς να το αγνοήσεις παντελώς. Αυτός, όμως, είναι ο τρόπος μου να σ΄αγαπώ, δεν έχω άλλον.

Ο καθένας έχει έναν μόνο τρόπο ν’ αγαπάει : τον δικό του. Αν κάποιος δεν σ΄αγαπάει όπως θα ήθελες να σ΄αγαπήσει, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν σ΄αγαπάει με όλη τη δύναμη της ψυχής του…

 

Jorge Bucay, Ο Δρόμος της Συνάντησης, Φύλλα Πορείας ΙΙ