Archive | Αύγουστος 2013

«Δεν πάω σε ψυχολόγο, γιατί…»

PicsArt_1410170290704

  • πάνε μόνο οι τρελοί.

Το να ζητήσει κάποιος βοήθεια από ψυχολόγο δεν τον κάνει ούτε τρελό, ούτε προβληματικό. Αντίθετα, πρόκειται για κάποιον, που αποδέχεται τις δυσκολίες που βιώνει, επιθυμεί να τις διαχειριστεί κι αναλαμβάνει δράση. Ο καθένας μπορεί να απευθυνθεί σε ψυχολόγο, με σκοπό να διευθετήσει θέματα που τον απασχολούν και δυσκολεύουν την καθημερινότητά του/ τη λειτουργικότητά του/ τη σχέση του με τον εαυτό του ή με τους άλλους.

  • μπορώ να τα καταφέρω μόνος/η μου, είμαι δυνατός/ή.

Στην πραγματικότητα ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Το θάρρος να παραδεχθεί κάποιος ότι βρίσκεται σε μία δύσκολη κατάσταση και χρειάζεται βοήθεια, αποτελεί ένδειξη δύναμης και σίγουρα όχι αδυναμίας. Μέσω της ψυχοθεραπείας εξερευνά κανείς τον εαυτό του, έρχεται σε επαφή με επώδυνες εμπειρίες και δύσκολα συναισθήματα μεταξύ άλλων, τα οποία ξεπερνά και απελευθερώνεται. Όσοι λοιπόν αποφασίζουν να μπουν σε μια τέτοια διαδικασία, κάθε άλλο παρά αδύναμοι είναι. Μια τέτοια απόφαση απαιτεί θάρρος, σθένος, δύναμη και είναι ένδειξη υγείας.

  • έχω την οικογένεια μου και τους φίλους μου για να μιλήσω.

Σίγουρα η οικογένεια και οι φίλοι αποτελούν σημαντικά υποστηρικτικά πλαίσια και μπορεί να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση. Όμως, ο ψυχολόγος είναι κάποιος με γνώσεις, εξειδίκευση, κατάρτιση και εμπειρία, που παρατηρεί τα πράγματα αντικειμενικά και μπορεί να βοηθήσει μακροπρόθεσμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, παρά τις καλοπροαίρετες προθέσεις της οικογένειας και των φίλων, ενδεχομένως να φέρουν το άτομο σε ακόμη πιο δύσκολη θέση. Φράσεις όπως: «Δεν είναι τίποτα, θα περάσει», «Μην αγχώνεσαι», «Θα το ξεπεράσεις, είσαι δυνατός/ή εσύ», «Κάνε πράγματα που σ’ ευχαριστούν», «Βγες έξω, διασκέδασε», ίσως να μην είναι βοηθητικές και να έχουν τα αντίθετα αποτελέσματα. Το άτομο είναι πολύ πιθανό να αισθάνεται ότι δεν το καταλαβαίνουν, ότι δε δίνουν σημασία σε όσα σκέφτεται και νιώθει κι ότι υποβαθμίζουν το πρόβλημά του.

  • θα χάσω τον εαυτό μου, θα πρέπει να κάνω ό,τι λέει ο θεραπευτής μου.

Η σχέση θεραπευτή-θεραπευόμενου δεν είναι μια σχέση εξάρτησης, ούτε εξουσίας, όπου ο θεραπευτής υποβάλλει στο θεραπευόμενο τι να κάνει. Ρόλος του ψυχολόγου δεν είναι να δώσει συμβουλές και έτοιμες λύσεις στον πελάτη, αλλά να τον βοηθήσει να διερευνήσει και να ανακαλύψει το δικό του δρόμο και όχι να τον κατευθύνει. Πρόκειται για μία σχέση συνεργατική, όπου ο θεραπευόμενος συμμετέχει ενεργά και δεν είναι παθητικός δέκτης των υποδείξεων του θεραπευτή.

  • θα μιλήσω για τραυματικές εμπειρίες και θα γίνω χειρότερα.

Η αυτογνωσία, που προκύπτει μέσω της ψυχοθεραπείας δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η αναζήτηση των αιτιών, η αμφισβήτηση των δυσλειτουργικών σκέψεων και προτύπων συμπεριφοράς είναι συχνά μια δύσκολη δουλειά. Ωστόσο, είναι άκρως χρήσιμη, βοηθητική και ωφέλιμη, καθώς οδηγεί εν τέλει στην υιοθέτηση νέων πιο λειτουργικών μοτίβων.

  • την ξέρω εγώ τη μοίρα μου, μια ζωή άτυχος/η είμαι.

Τη μοίρα μας την φτιάχνουμε εμείς οι ίδιοι μέσα από τις επιλογές μας. Συχνά, λόγω παλαιότερων τραυματικών εμπειριών εμπλεκόμαστε σε καταστάσεις ή επιλέγουμε ανθρώπους με αποτέλεσμα να αναπαράγουμε τα δυσλειτουργικά μοτίβα σχέσεων, που έχουμε μάθει, αναζητώντας μ’ αυτό τον τρόπο το «οικείο», το «γνώριμο», όσο δυσάρεστα κι αν είναι. Μέσω της ψυχοθεραπείας αναγνωρίζει κανείς τα μη λειτουργικά πρότυπα και είναι σε θέση να τα αντικαταστήσει με άλλα πιο ωφέλιμα.

  • η ψυχοθεραπεία θα κρατήσει πολύ καιρό.

Η διάρκεια εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως: τα κίνητρα του πελάτη, το είδος του προβλήματος, καθώς και την ψυχοθεραπευτική μέθοδο, που ακολουθεί ο θεραπευτής. Για παράδειγμα, το μοντέλο της ψυχανάλυσης απαιτεί όντως πολλά χρόνια, υπάρχουν όμως και προσεγγίσεις, όπως η γνωστική-συμπεριφορική, που δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στο παρόν, στο «εδώ και τώρα» και είναι πιο σύντομες σε διάρκεια.

  • η ψυχοθεραπεία θα μου κοστίσει μια περιουσία.

Το κόστος αποτελεί πράγματι ανασταλτικό παράγοντα για πολλούς. Όμως, δε χρεώνουν όλοι οι θεραπευτές το ίδιο. Επίσης, πολλοί θεραπευτές διαμορφώνουν το κόστος ανάλογα με τις ανάγκες του πελάτη και τις συνθήκες (π.χ. χαμηλό εισόδημα, διάρκεια θεραπείας, ατομική/ομαδική θεραπεία κ.α.).

  • η ψυχοθεραπεία είναι πολυτέλεια.

Η ψυχοθεραπεία είναι ανάγκη για όποιον πιστεύει ότι την χρειάζεται και μέσο επίλυσης των δυσκολιών. Αποτελεί επένδυση, βοηθώντας το άτομο να αξιοποιήσει όλες του τις δυνατότητες. Εξάλλου, το να προσέχει και να φροντίζει κάποιος την ψυχική του υγεία και ισορροπία δεν είναι πολυτέλεια.

Σχέση μητέρας-κόρης

imagesΑδιαμφισβήτητα θα ορίζαμε τη σχέση μητέρας-κόρης ως μία ιδιαίτερα ισχυρή σχέση, η πιο ισχυρή σχέση γυναίκας με γυναίκα. Ισχυρότατη, τόσο ως προς τη σημασία, όσο και ως προς την ένταση. Η μητέρα – πέραν όλων των άλλων σημαντικών και για το αγόρι και για το κορίτσι  – αποτελεί το πρώτο πρότυπο κοινωνικοποίησης του κοριτσιού όσον αφορά στο φύλο του.

 Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική άποψη και όσον αφορά στα στάδια της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης του κοριτσιού, μετά από την οιδιποδειακή φάση, όπου το κορίτσι «προσκολλάται» ιδιαίτερα στον πατέρα, καταλήγει να ταυτιστεί με το γονέα του ίδιου φύλου, δηλαδή τη μητέρα. Ταύτιση είναι η διαδικασία κατά την οποία το παιδί επιδιώκει να μοιάσει στο γονέα του ίδιου φύλου, υιοθετώντας τις αξίες, τις πεποιθήσεις και τις αντιλήψεις του. Η διαδικασία της ταύτισης διαδραματίζεται κατά την προσχολική περίοδο με χρονικό σημείο αιχμής τα πέντε χρόνια του παιδιού. Συνεπώς, το κορίτσι σε αυτή την ηλικία έχει διαμορφώσει κάποια ταυτότητα του φύλου του, σαφώς και βάσει κοινωνικών προσδοκιών και στερεοτύπων, που το παιδί ενσωματώνει μέσα από τις αλληλεπιδράσεις του με τους άλλους, με συνομηλίκους, αλλά και μέσα από τα ερεθίσματα που προσλαμβάνει από τα ΜΜΕ σχετικά με τα στερεότυπα που αφορούν στο ρόλο του φύλου. Μετά τη φάση της ταύτισης, ακολουθεί η φάση της ατομοποίησης, της διαφοροποίησης του κοριτσιού, κατά τη διάρκεια της εφηβείας. Αυτή είναι η πιο δύσκολη φάση, με πολλά σκαμπανεβάσματα, πολλή αμφιθυμία και πολλές συγκρούσεις, οι οποίες άλλες φορές επιλύονται και άλλοτε οξύνονται και βαθαίνουν. Τέλος, περνάμε στη φάση της ενηλικίωσης του κοριτσιού, οπότε και επέρχεται η «συμφιλίωση» με τη μητέρα και η σύνθεση των αντιθέσεων μέσα από μια πιο ισότιμη σχέση.

 Η ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι στις οικογένειες όπου υπάρχουν και θηλυκά και αρσενικά παιδιά, η μητέρα έχει μεγαλύτερη “αδυναμία” στο γιο και ο πατέρας στην κόρη, έχει τις ρίζες της στη φάση του οιδιπόδειου όπου το παιδί «προσκολλάται» όπως είπαμε στο γονέα του αντίθετου φύλου, μια «προσκόλληση» που συχνά διαιωνίζεται και ευοδώνεται από τον ίδιο το γονέα, λόγω δικών του ελλειμμάτων προσωπικών, συναισθηματικών, συζυγικών. Για να το πούμε απλά, όταν αυτό συμβαίνει, σηματοδοτεί ελλείμματα προσωπικά αλλά και σε επίπεδο σχέσεων μέσα στην οικογένεια και κυρίως μεταξύ των συζύγων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το παιδί έρχεται να καλύψει συζυγικά κενά και – δυστυχώς – να αναπληρώσει το ρόλο τού ή τής συζύγου. Πρόκειται για μία δυσλειτουργική τριγωνοποίηση που φυσικά δεν ευνοεί ούτε τους γονείς, ούτε το παιδί και που δυστυχώς απαντάται συχνά στην ελληνική οικογένεια.

 Η σχέση μητέρας-κόρης εξελίσσεται σε μία σχέση ανταγωνιστική, εφόσον οι προσδοκίες της μητέρας από την κόρη είναι πολύ περισσότερες. Η μητέρα μεγαλώνει ξανά μέσα από την κόρη της και διαμορφώνει ένα σχέδιο ζωής γι’ αυτήν που συνήθως περιλαμβάνει δικούς της ανεκπλήρωτους στόχους, αποφυγή δικών της λαθών και λανθασμένων επιλογών και αξίες, πεποιθήσεις και αντιλήψεις που συνάδουν με τις δικές της. Η αποδοχή εκ μέρους της μητέρας προς το γιο είναι πιο εύκολη υπόθεση. Ο ίδιος γονιός, η ίδια μητέρα, μπορεί να είναι πιο ανταποδοτική και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του γιου της – και ιδιαίτερα του έφηβου γιου της – ενώ από την άλλη να είναι πολύ περισσότερο απαιτητική και να ασκεί πολύ μεγαλύτερο έλεγχο στην κόρη της και τις επιλογές της από την εξωτερική της εμφάνιση, ως τις επαγγελματικές της επιλογές και τα κριτήρια επιλογής του συντρόφου της. Αυτό συμβαίνει διότι η μητέρα δεν έχει καταφέρει να διαφοροποιηθεί από την κόρη της, αλλά την αντιμετωπίζει ως προέκταση του εαυτού της. Δυσκολεύεται ιδιαίτερα να την θεωρήσει ξεχωριστή ατομικότητα και προσωπικότητα και να σεβαστεί τις επιλογές της.

 Τα κορίτσια, ιδίως σε μικρή ηλικία, έχουν την τάση να εξιδανικεύουν τις μητέρες τους, να τις θεωρούν παντοδύναμες, ακόμη και να τις μιμούνται. Αυτό συμβαίνει διότι το κορίτσι έχει ανάγκη να ταυτιστεί με το γονέα του ίδιου φύλου, τη μητέρα, για να αποκτήσει την ταυτότητα του φύλου του. Είναι σημαντικό για τον ψυχισμό, για την υγιή ψυχική συγκρότηση του κοριτσιού να εξιδανικεύσει τη μητέρα του. Η μητέρα είναι παντογνώστρια και παντοδύναμη και ό, τι λέει και υποστηρίζει είναι αδιαπραγμάτευτο. Αυτό, φυσικά, αρχίζει σιγά-σιγά να αλλάζει, εφόσον το παιδί κοινωνικοποιείται ευρύτερα και έρχεται σε επαφή με παιδαγωγούς, δασκάλους, συνομηλίκους και άλλα ερεθίσματα του ευρύτερου κοινωνικού του περιβάλλοντος. Και ενώ βλέπουμε την τάση αυτή να διαρκεί στα προσχολικά χρόνια και σε γενικές γραμμές και στα χρόνια του δημοτικού, προς το τέλος του δημοτικού και με την είσοδο στην εφηβεία, το «υπάκουο» και «πειθαρχημένο» παιδί γίνεται ένα «ανυπάκουο» και «απείθαρχο» αγνώριστο παιδί.

 Στην εφηβεία, η σχέση μητέρας – κόρης περνάει από πολλές τριβές και συγκρούσεις. Η εφηβεία είναι – μεταξύ άλλων – και η περίοδος θυμικής αναστάτωσης, η περίοδος της «θύελλας και της ορμής». Ο έφηβος θέλει να γίνει κάτι διαφορετικό από το γονιό, από το πρότυπο αξιών, αρχών, αντιλήψεων, επιλογών και συμπεριφοράς που του έχει μεταδώσει ο γονιός. Έχει ανάγκη να νιώθει ότι η ταυτότητα του εγώ του, η προσωπικότητά του, είναι δική του, δεν είναι κακέκτυπο της προσωπικότητας των γονιών του. Όσο λιγότερο διατεθειμένος είναι ο γονιός να το αποδεχθεί και να το σεβαστεί αυτό, τόσο πιο πολλή θα είναι η αντιδραστικότητα και η επαναστατική διάθεση από την πλευρά του εφήβου. Ο γονιός που δίνει χώρο στον έφηβο, που είναι ανταποδοτικός και στοργικός, αλλά παράλληλα θέτει και όρια και έχει απαιτήσεις από αυτόν, ο γονιός που θα μπορέσει να ισορροπήσει με επιτυχία ανάμεσα σε αυτές τι δυο διαστάσεις, θα καταφέρει να κερδίσει τη σχέση με το παιδί του. Για μια μητέρα, είναι σαφώς πιο δύσκολο να κρατήσει τις απαραίτητες αποστάσεις από την κόρη της, να είναι διακριτική και να επιδείξει την απαιτούμενη αυτοσυγκράτηση όταν πρέπει. Η μητέρα θέλει η κόρη της να την «δικαιώσει», ενώ η κόρη θέλει να αποδείξει ότι αυτό που καταφέρνει είναι δική της κατάκτηση, ότι τα επιτεύγματά της είναι δικά της επιτεύγματα και όχι της μητέρας της.

 Πολλές φορές πιστεύουμε ότι η αγάπη αρκεί. Παραγνωρίζουμε όμως συχνά το ότι αγάπη χωρίς αποδοχή είναι μία κενή νοήματος αγάπη. «Αγαπώ» σημαίνει αφήνω τον άλλο ν’ αναπτυχθεί, να βρει το δικό του ξεχωριστό δρόμο. Η αποδοχή είναι η πρώτη ανάγκη των παιδιών που χρειάζεται να ικανοποιείται από τους γονείς. Η δεύτερη ανάγκη είναι η προσοχή. Κάθε παιδί χρειάζεται προσοχή και επίδειξη ειλικρινούς ενδιαφέροντος από την πλευρά των γονιών, ώστε να μάθει τα θέλω του, τις δικές του ξεχωριστές ανάγκες, να γνωρίσει τις ικανότητες και να αναπτύξει τις δεξιότητές του. Η τρίτη σημαντική ανάγκη είναι η εκτίμηση. Κάθε παιδί έχει ανάγκη να νιώθει ότι εκτιμάται τόσο το ίδιο, ως προσωπικότητα, όσο και η οποιαδήποτε προσφορά του. Ένα απλό «ευχαριστώ» από την πλευρά των γονιών είναι η πιο ουσιαστική έμπρακτη εκδήλωση εκτίμησης από την πλευρά τους. Τέλος, τέταρτη ζωτική ανάγκη όλων των παιδιών είναι η ανάγκη τους για αυτονομία. Ανάλογα με την ηλικία και το εξελικτικό στάδιο στο οποίο βρίσκεται, κάθε παιδί έχει ανάγκη να νιώθει ότι κάνει πράγματα μόνο του για τον εαυτό του. Επιπλέον, όσον αφορά στις μητέρες, χρειάζεται να συνειδητοποιήσουν ότι οι κόρες τους, ακόμη κι όταν τους μοιάζουν εξωτερικά, είναι διαφορετικές, ξεχωριστές οντότητες κι όχι προέκτασή τους.

 Συχνά μια «ανέτοιμη» να γίνει μητέρα γυναίκα θα διαμορφώσει μια πιο ανταγωνιστική σχέση με την κόρη της, από μια γυναίκα για την οποία η μητρότητα ήταν συνειδητή επιλογή. Η ετοιμότητα ή μη ετοιμότητα μιας μητέρας εξαρτάται από τους λόγους για τους οποίους γίνεται γονιός. Είναι κάτι που της «επιβλήθηκε», κάτι που έτυχε, ή κάτι που επέλεξε; Κι αν είναι κάτι που επέλεξε, γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους το επέλεξε; Το να είναι κάποιος γονιός αποτελεί το πιο σημαντικό «επάγγελμα», μα δυστυχώς το μόνο ίσως «επάγγελμα» για το οποίο δε χρειάζεται καθόλου προπαρασκευή και δεν απαιτούνται συγκεκριμένες γνώσεις. Γι’ αυτό και η συμμετοχή των γονιών στις ομάδες των Σχολών Γονέων είναι πάρα πολύ σημαντική, το πιο σημαντικό πράγμα για τη διαμόρφωση ουσιαστικής σχέσης με το παιδί τους. Σχετικά με τον ανταγωνισμό στη σχέση μητέρας-κόρης, ο οποίος βεβαίως υφίσταται με διάφορες μορφές, μπορούμε να πούμε το εξής: κάθε μητέρα παραπαίει θα λέγαμε ανάμεσα σε δύο άκρα. Από τη μια είναι σαν να λέει στην κόρη της: «Θέλω να γίνεις καλύτερη από εμένα, να καταφέρεις περισσότερα πράγματα στη ζωή σου, να μην επαναλάβεις τα ίδια λάθη κτλ…» και : «Δεν σου επιτρέπω να κάνεις κάτι διαφορετικό απ’ ό, τι θέλω εγώ, γιατί μόνο εγώ ξέρω το καλό σου καλύτερα από τον καθένα». Από την άλλη, όταν η κόρη τολμά να διαφοροποιηθεί σε κάποια σημεία, της τονίζει πόσο «αχάριστη» είναι που δεν έχει αναγνωρίσει καμία από τις θυσίες της, αλλά κι όταν ακόμη η κόρη ακολουθεί πιστά το σχέδιο ζωής που της έχει χαράξει η μητέρα της, η μητέρα μπορεί να εκδηλώνει και κάποια μορφή ζήλιας γι’ αυτό που η κόρη έχει καταφέρει. Συχνά οι μητέρες βιώνουν μια αμφιθυμία ως προς τις κόρες τους και ως προς αυτό που αυτές στοχεύουν και επιτυγχάνουν. Σαν να θέλουν αλλά και να μη θέλουν να τα καταφέρουν.

 Μια γυναίκα, όταν γίνεται μητέρα, συνήθως ξαναζεί την παιδική της ηλικία μέσα από την κόρη της. Όταν δεν το έχει συνειδητοποιήσει αυτό, επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη που έκαναν οι δικοί της γονείς. Όταν το έχει συνειδητοποιήσει, συνήθως αποφεύγει να επαναλάβει τα ίδια λάθη. Ωστόσο, έτσι μπορεί να φτάσει στο άλλο άκρο: να γίνει υπερβολικά επιτρεπτική, ανεκτική και επιεικής, μη μπορώντας να θέτει όρια στη συμπεριφορά του παιδιού της.

 Ο ανταγωνισμός μητέρας-κόρης εντείνεται κατά την περίοδο της εφηβείας. Η έφηβη κόρη θέλει να κάνει διαφορετικά πράγματα από τη μητέρα. Η παντοδύναμη μητέρα «αποκαθηλώνεται» και «αποϊδανικοποιείται». Στην εφηβεία, το σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι συνομήλικοι, οι οποίοι έχουν τη δική τους ξεχωριστή κουλτούρα και τη δική τους διάλεκτο, θέτουν τις δικές τους προτεραιότητες και διαμορφώνουν τα δικά τους κριτήρια επιλογών. Αν η μητέρα δεν έχει φροντίσει να καλύψει τις ανάγκες της κόρης της προγενέστερα (αποδοχή, προσοχή, εκτίμηση, αυτονομία), είναι πιθανόν η κόρη να αναζητήσει και να βρεί την κάλυψη αυτών των αναγκών στον κύκλο των συνομηλίκων, απορρίπτοντας τη μητέρα. Αν η μητέρα δεν μπορέσει να «αντέξει» αυτή την απόρριψη, θα αντιδράσει έντονα, με πολύ θυμό, ο οποίος μπορεί να σημάνει έως και τη ρήξη στη σχέση.

 Η ύπαρξη της κόρης φυσικά δεν αποτελεί κίνδυνο για τη μάνα, εκτός αν η μάνα την αντιμετωπίζει ως «επικίνδυνη», όταν έχει διαμορφωθεί ένας ιδιαίτερος δεσμός ανάμεσα στην κόρη και τον πατέρα. Στη σχέση μητέρας-κόρης μέγιστης σημασίας είναι ο ρόλος του πατέρα. Ο πατέρας μπορεί να είναι ουσιαστικός καταλύτης στη μεταξύ τους σχέση και να έχει μία καθόλα δημιουργική συνεισφορά στην επικοινωνία μητέρας-κόρης. Ο πατέρας χρειάζεται να διεκδικεί το ρόλο του και να δηλώνει δυναμικά και ουσιαστικά τη συναισθηματική τους παρουσία. Δυστυχώς, συχνά η δυναμική μιας οικογένειας με πατέρα και σύζυγο συναισθηματικά απόντα μοιάζει πάρα πολύ με εκείνη με πατέρα φυσικά απόντα.

 Πολλές φορές, επίσης, από την παιδική κιόλας ηλικία, οι μητέρες έχουν την τάση να συγκρίνουν τις κόρες τους με τις φίλες τους ή με άλλα συνομήλικα άτομα του ευρύτερου κοινωνικού ή οικογενειακού περιβάλλοντος. Η σύγκριση, όποτε και με όποιον τρόπο κι αν γίνεται, είναι ολέθρια. Από τη στιγμή που ένας γονιός συγκρίνει το παιδί του με άλλα παιδιά, η αποδοχή πηγαίνει περίπατο. Η σύγκριση είναι ιδιαιτέρως «τοξικός» παράγοντας όσον αφορά στην ανάπτυξη των παιδιών. Οι γονείς θεωρούν ότι συγκρίνοντας το παιδί τους με άλλα παιδιά και τα επιτεύγματά του με τα επιτεύγματα άλλων παιδιών θα τα κάνουν να θελήσουν να προσπαθήσουν περισσότερο. Η σύγκριση όμως δε δημιουργεί κίνητρα στα παιδιά και τους εφήβους, δεν τα ενθαρρύνει, αντιθέτως τα αποθαρρύνει. Ο γονιός γίνεται κριτής, τιμητής και αξιολογητής των επιτευγμάτων και της συμπεριφοράς του παιδιού του. Το ζητούμενο δεν είναι όμως το παιδί να αξιολογεί και να κρίνει από μόνο του τα επιτεύγματα και τη συμπεριφορά του;

 Η θετική αυτοεικόνα της μητέρας, η υψηλή της αυτοαντίληψη, όσον αφορά στο σωματικό της εαυτό, με δυο λόγια η υψηλή της αυτοεκτίμηση γενικότερα, αλλά και ειδικότερα ως προς το σώμα και την εξωτερική της εμφάνιση, αποτελούν αναμφισβήτητα απαραίτητες προϋποθέσεις για το χτίσιμο μιας αντίστοιχα θετικής αυτοαντίληψης της κόρης και ιδιαίτερα της έφηβης κόρης. Το να είναι ευχαριστημένη μια μητέρα με την εξωτερική της εμφάνιση δε σημαίνει βέβαια ότι υπερτονίζει τη θηλυκότητά της και ότι προβάλλει ιδιαίτερα τη σεξουαλικότητά της, επιδεικνύοντας ναρκισσιστικά στοιχεία που μπορεί να αναστείλουν και ακόμα και να υποσκάψουν τη σεξουαλική ταυτότητα της κόρης της. Και σε αυτό τον τομέα χρειάζεται η αναζήτηση στοιχείων και η προώθηση συμπεριφορών που θα εξασφαλίσουν την ισορροπία τόσο στην ίδια τη μητέρα, η οποία θα πρέπει να μπορεί να συνδυάζει αρμονικά το ρόλο της μητέρας, της συζύγου, της επαγγελματία, της γυναίκας, όσο και στη σχέση μητέρας-κόρης, έτσι ώστε η κόρη να μη νιώθει σε καμία περίπτωση ότι «απειλείται» από τη μητέρα.

 Πολλές φορές οι μητέρες τείνουν να γίνονται σκληρές απέναντι στις κόρες τους: υπερβολικές απαιτήσεις, ειρωνεία, λόγια που πονάνε. Οι συμπεριφορές αυτές μητέρων συχνά συσχετίζονται με μη ρεαλιστικές προσδοκίες που οι μητέρες μπορεί να έχουν από τις κόρες τους, για παράδειγμα:

  • Θα αρέσω στην κόρη μου και αυτή θα είναι σαν εμένα / θα μου μοιάζει.
  • Η κόρη μου θα με αγαπά περισσότερο απ’ όλους.
  • Μπορώ να διαμορφώσω την προσωπικότητα της κόρης μου έτσι ώστε να δημιουργήσω την ιδανική γυναίκα.
  • Οι δυο μας θα μπορούμε να έχουμε τη σχέση που πάντοτε ήθελα να έχω με τη δική μου μητέρα.

Όταν αυτές οι προσδοκίες δεν εκπληρώνονται, η μητέρα μπορεί να απελπίζεται και να θυμώνει, εκστομίζοντας «λόγια που πονάνε», ενώ η κόρη μπορεί να βιώνει απόρριψη γι’ αυτό που είναι και ότι είναι αποδεκτή μόνον όταν συμβαδίζει με το σενάριο της μητέρας της.

 Μια ανταγωνιστική σχέση μητέρας-κόρης αναμφίβολα μπορεί να βελτιωθεί, να μετατραπεί σε μία σχέση ειρηνική, συνεργατική, σε μια σχέση αγάπης. Πέρα από τη συνειδητοποίηση του ρόλου της, η μητέρα, όπως και κάθε γονιός, χρειάζεται να μπορεί να ακούει. Οι δεξιότητες επικοινωνίας αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις ενός υγιούς και γόνιμου διαλόγου ανάμεσα στις δύο γενιές. Οι δεξιότητες αυτές βέβαια μαθαίνονται και εξελίσσονται, όπως ακριβώς εξελίσσεται και εμπλουτίζεται και βαθαίνει η σχέση ανάμεσα στη μητέρα και την κόρη, οι οποίες μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά και συμπληρωματικά και καθόλου ανταγωνιστικά. Πρώτα οι μητέρες, ως μεγαλύτερες και σοφότερες, χρειάζεται να συνειδητοποιήσουν ότι δεν πρόκειται για μία εξουσιαστική σχέση, αλλά για μία ισότιμη σχέση συνεργασίας: και οι κόρες μαθαίνουν πολλά από τις μητέρες, αλλά και οι μητέρες μπορούν να μάθουν πολλά από τις κόρες τους και να αναπτυχθούν ουσιαστικά μέσα από την αλληλεπίδραση με αυτές.

 Πολλές μητέρες αλλά και κόρες ισχυρίζονται ότι είναι φίλες με τις κόρες τους (και μητέρες τους αντίστοιχα). Ωστόσο, οι μητέρες δεν είναι φίλες με τις κόρες τους, κι ούτε θα πρέπει να επιδιώκουν κάτι τέτοιο. Η σχέση μητέρας-κόρης μπορεί να διακρίνεται από στοιχεία μιας φιλικής σχέσης, αλλά δεν είναι μία φιλική σχέση, πολύ δε περισσότερο δεν είναι δυνατόν μητέρα και κόρη να είναι οι καλύτερες φίλες. Η κόρη χρειάζεται να διαμορφώσει και να προστατεύσει τη δική της ξεχωριστή ταυτότητα, δεν μπορεί να συγχωνευθεί με τη μητέρα της. Αν κάτι τέτοιο συμβαίνει, στην καλύτερη περίπτωση οδηγούμαστε σε μία σχέση συναισθηματικής εξάρτησης, η οποία υποθάλπει πολλούς κινδύνους σχετικά με την μετέπειτα πορεία της ζωής της κόρης και της μεταξύ τους σχέσης.

Συνοπτικά, τα ζητούμενα στη σχέση μητέρας-κόρης, ως προς τις μητέρες, είναι τα εξής:

  • Να αποδέχονται το παιδί τους ως μοναδική οντότητα, με τη δική του ξεχωριστή αξία.
  • Να εκτιμούν τους δικούς τους στόχους στη ζωή ξέχωρα από τους στόχους των παιδιών τους.
  • Να αποφεύγουν να κατηγορούν τα παιδιά τους για τα δικά τους προβλήματα και λάθη.
  • Να μην περιμένουν τα παιδιά τους να αλλάξουν επειδή το επιθυμούν οι ίδιες.
  • Να ενθαρρύνουν τα παιδιά τους να αναπτυχθούν και να εξελιχθούν.

 Πηγή: http://www.genenutrition.gr

Γράφει: Βασιλική Παππά, M.Sc., Ph.D., Συμβουλευτική ψυχολόγος, Πρόεδρος & επιστημονικά υπεύθυνη Πανελληνίου Συνδέσμου Σχολών Γονέων

Link: http://www.genenutrition.gr/oikogeneia-paidi-efibos/motherdaughter.html#ixzz2ajwZm2XF

Πώς να κάνετε την επικοινωνία σας πιο αποτελεσματική (ΙV)

emotional-intelligence 4) Συναισθηματική επίγνωση: Τα συναισθήματα παίζουν σημαντικό ρόλο στον τρόπο επικοινωνίας στο σπίτι και στη δουλειά. Ο τρόπος που νιώθετε σας προτρέπει να επικοινωνείτε και να παίρνετε αποφάσεις. Εάν δεν είστε σε επαφή με τα συναισθήματά σας και δεν καταλαβαίνετε πώς νιώθετε ή γιατί νιώθετε μ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο, θα είναι δύσκολο να επικοινωνήσετε τα συναισθήματα και τις ανάγκες σας στους άλλους. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε απογοήτευση, παρεξηγήσεις και διαμάχη. Αν δεν πείτε τι ακριβώς σας ενοχλεί, μπορεί να εμπλακείτε σε ασήμαντες διαφωνίες, αντί για παράδειγμα να μιλήσετε με το/η σύντροφό σας για το πώς πρέπει να είναι κρεμασμένες οι πετσέτες ή με το/η συνεργάτη σας για το ποιανού σειρά είναι να εφοδιάσει το φωτοτυπικό.

Η συναισθηματική επίγνωση σας παρέχει τα εργαλεία, που χρειάζεστε για να κατανοήσετε τόσο τον εαυτό σας, όσο και τους άλλους, καθώς και τα πραγματικά μηνύματα, που σας μεταδίδουν. Παρόλο που η αναγνώριση των δικών σας συναισθημάτων μπορεί να φαίνεται απλή, πολλοί άνθρωποι αγνοούν ή προσπαθούν να κατευνάσουν δυνατά συναισθήματα, όπως ο θυμός, η λύπη και ο φόβος. Αλλά η ικανότητά σας να επικοινωνείτε εξαρτάται απ’ την επαφή σας μ’ αυτά τα συναισθήματα. Αν φοβάστε τα έντονα συναισθήματα ή αν επιμένετε να επικοινωνείτε στα πλαίσια της λογικής, θα επηρεαστεί η ικανότητά σας να κατανοείτε πλήρως τους άλλους, να λύνετε τα προβλήματα με δημιουργικό τρόπο, να επιλύετε διαφωνίες ή να δημιουργήσετε μια σχέση στοργής με κάποιον.

Η συναισθηματική επίγνωση, η συνειδητοποίηση των συναισθηματικών εμπειριών κάθε στιγμή και η ικανότητα να διαχειρίζεστε τα συναισθήματά σας κατάλληλα είναι η βάση για την αποτελεσματική επικοινωνία.

Η συναισθηματική επίγνωση σας βοηθά:

– να καταλαβαίνετε και να συμπάσχετε με ό,τι πραγματικά ενοχλεί τους άλλους

– να καταλαβαίνετε τον εαυτό σας, συμπεριλαμβανομένων τι ενοχλεί εσάς και τι πραγματικά θέλετε

– να προσπαθείτε να καταλαβαίνετε και να συμπάσχετε με το άτομο, που αλληλεπιδράτε, ακόμη κι αν δε σας αρέσει το άτομο ή το μήνυμά του

– να επικοινωνήσετε ξεκάθαρα και αποτελεσματικά, ακόμη κι αν μεταδίδονται αρνητικά μηνύματα

– να χτίζετε δυνατές, ικανοποιητικές σχέσης εμπιστοσύνης, να σκέφτεστε δημιουργικά, να λύνετε προβλήματα και να επιλύετε διαφωνίες.

Η αποτελεσματική επικοινωνία απαιτεί τόσο τη σκέψη, όσο και το συναίσθημα: Όταν η συναισθηματική επίγνωση είναι έντονα αναπτυγμένη, ξέρετε τι νιώθετε χωρίς να χρειάζεται να το σκεφτείτε- και είστε σε θέση να χρησιμοποιήσετε αυτές τις συναισθηματικές ενδείξεις για να καταλάβετε τι επικοινωνεί πραγματικά κάποιος σ’ εσάς και να ενεργήσετε κατάλληλα. Ο σκοπός της αποτελεσματικής επικοινωνίας είναι να βρει μια υγιή ισορροπία ανάμεσα στη σκέψη και στα συναισθήματά σας.

  • Η συναισθηματική επίγνωση είναι μια δεξιότητα, που με υπομονή και εξάσκηση, μπορεί να αποκτηθεί σ’ οποιαδήποτε στιγμή της ζωής. Μπορείτε να αναπτύξετε τη συναισθηματική επίγνωση μαθαίνοντας πώς να έρχεστε σε επαφή με δύσκολα συναισθήματα και να τα διαχειρίζεστε. Όταν ξέρετε πώς να το κάνετε αυτό, μπορείτε να έχετε υπό έλεγχο τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά σας, ακόμη και σε πολύ προκλητικές καταστάσεις επικοινωνώντας με ξεκάθαρο και αποτελεσματικό τρόπο.

Πώς να κάνετε την επικοινωνία σας πιο αποτελεσματική (ΙΙΙ)

developer_stress 3) Διαχείριση του στρες: Το στρες σε μικρές δόσεις μπορεί να σας βοηθήσει να αποδώσετε κάτω από πίεση. Ωστόσο, όταν το στρες σταθεροποιείται και σας κατακλύζει μπορεί να παρεμποδίσει την αποτελεσματική επικοινωνία με το να διαταράσσει την ικανότητά σας να σκέφτεστε καθαρά και δημιουργικά και να αντιδράτε κατάλληλα. Όταν έχετε στρες, είναι πιο πιθανό να παρεξηγήσετε τους άλλους, να στείλετε μπερδεμένα ή απωθητικά μη λεκτικά μηνύματα και να συμπεριφερθείτε λανθασμένα και σπασμωδικά.

Πόσες φορές έχετε νιώσει στρεσαρισμένος/η κατά τη διάρκεια μιας διαφωνίας με το/η σύντροφό, τα παιδιά, το αφεντικό, τους φίλους ή τους συνεργάτες σας και μετά κάνατε ή είπατε κάτι που αργότερα μετανιώσατε; Αν μπορείτε να απαλλαγείτε γρήγορα από το στρες και να ηρεμήσετε, όχι μόνο δε θα αποφύγετε να μετανιώσετε για πράγματα τέτοιου είδους, αντιθέτως σε πολλές περιπτώσεις θα βοηθήσει να ηρεμήσει και ο συνομιλητής σας. Μόνο όταν ηρεμήσετε και χαλαρώσετε θα ξέρετε πώς πρέπει να διαχειριστείτε την κάθε κατάσταση.

Άμεση ανακούφιση απ’ το στρες για αποτελεσματική επικοινωνία

Όταν το στρες εμφανίζεται, δεν μπορείτε πάντα να το μετριάσετε, παίρνοντας το χρόνο σας για να σκεφτείτε ή να πάτε μια βόλτα, ειδικά όταν βρίσκεστε στο μέσο μιας συνάντησης με το αφεντικό σας ή σε μια διαφωνία με το/τη σύντροφο σας. Μαθαίνοντας όμως να απαλλάσσεστε από το στρες εκείνη τη στιγμή, μπορείτε να αντιμετωπίσετε με ασφάλεια κάθε δυνατό συναίσθημα, που βιώνετε, να το ρυθμίσετε και να συμπεριφερθείτε κατάλληλα. Όταν ξέρετε πώς να διατηρείτε μια κατάσταση χαλαρή, ακόμη κι αν συμβεί κάτι, που ενδεχομένως σας αναστατώσει, είστε σε θέση να παραμείνετε συναισθηματικά διαθέσιμος .

Αντιμετώπιση του στρες στην επικοινωνία

  • Αναγνωρίστε πότε αρχίζετε να στρεσάρεστε. Το σώμα σας θα σας το δείξει. Νιώθετε τους μύες ή το στομάχι σας να σφίγγονται ή να πονάνε; Τα χέρια σας σφιγμένα; Η αναπνοή σας είναι πιο αργή; «Ξεχνάτε» να αναπνεύσετε;
  • Πάρτε λίγο χρόνο να ηρεμήσετε, προτού αποφασίσετε να συνεχίσετε τη συζήτηση ή να την αναβάλετε.
  • Επαναφέρετε τις αισθήσεις σας στον κανονικό τους ρυθμό και διαχειριστείτε γρήγορα το στρες. Πάρτε μερικές βαθιές ανάσες, σφίξτε και χαλαρώστε τους μύες ή ανακαλέστε στη μνήμη σας μια καθησυχαστική, πλούσια αισθητηριακά εικόνα. Ο καλύτερος τρόπος για γρήγορη και αξιόπιστη ανακούφιση από το στρες είναι διαμέσου των αισθήσεων: όραση, ήχος, αφή, γεύση και  οσμή. Ο κάθε άνθρωπος όμως αντιδρά διαφορετικά στις αισθητηριακές πληροφορίες, γι’ αυτό χρειάζεται να βρείτε τι σας καθησυχάζει.
  • Αναζητήστε το «αστείο» της υπόθεσης. Όταν χρησιμοποιείτε το χιούμορ κατάλληλα είναι ένας σπουδαίος τρόπος να ανακουφιστείτε από το στρες. Όταν εσείς ή οι συνομιλητές σας παίρνετε τα πράγματα πολύ σοβαρά, βρείτε έναν τρόπο να «ελαφρύνετε» το κλίμα με το να μοιραστείτε ένα αστείο ή μια διασκεδαστική ιστορία.
  • Να είστε πρόθυμοι να συμβιβαστείτε. Μερικές φορές, αν και οι δύο πλευρές υποχωρήσετε λίγο, θα μπορέσετε να βρείτε τη χρυσή τομή, που θα μειώσει τα επίπεδα του στρες και στους δύο. Αν διαπιστώσετε ότι το άλλο άτομο νοιάζεται πολύ περισσότερο για κάτι συγκριτικά με εσάς, ο συμβιβασμός μπορεί να είναι ευκολότερος για εσάς και μια καλή κίνηση για το μέλλον της σχέσης σας.
  • Συμφωνήστε να διαφωνήσετε, εάν είναι απαραίτητο και αποστασιοποιηθείτε για λίγο απ’την κατάσταση, ώστε να ηρεμήσετε και οι δύο. Κάντε ένα σύντομο διάλειμμα. Πάτε μια βόλτα έξω αν είναι δυνατόν ή καθίστε να σκεφτείτε για λίγο. Η σωματική κίνηση ή ένα ήσυχο μέρος για να επαναφέρετε τη συναισθηματική σας ισορροπία μπορεί να μειώσουν γρήγορα το στρες.

Πώς να κάνετε την επικοινωνία σας πιο αποτελεσματική (ΙΙ)

5cSA2rWHgurydM88NWA_Cjl72eJkfbmt4t8yenImKBVaiQDB_Rd1H6kmuBWtceBJ2) Μη λεκτική επικοινωνία: Όταν μιλάμε για πράγματα που μας ενδιαφέρουν, χρησιμοποιούμε συνήθως και μη λεκτικές κινήσεις. Η σιωπηλή επικοινωνία ή η γλώσσα του σώματος περιλαμβάνουν εκφράσεις του προσώπου, κινήσεις του σώματος, χειρονομίες, βλεμματική επαφή, τη στάση μας, τον τόνο της φωνής, ακόμη και τη μυϊκή ένταση, αλλά και την αναπνοή. Ο τρόπος που κοιτάτε, ακούτε, κινήστε και αντιδράτε στο άλλο άτομο φανερώνει πολλά περισσότερα για το πώς αισθάνεστε από όσα μπορούν να δείξουν μόνες τους οι λέξεις.

Η ανάπτυξη της ικανότητας να καταλαβαίνετε και να χρησιμοποιείτε τη μη λεκτική επικοινωνία μπορεί να σας βοηθήσει να συνδέεστε με τους άλλους, να εκφράζετε ακριβώς αυτό, που θέλετε να πείτε, να διαχειρίζεστε δύσκολες καταστάσεις και να χτίζετε καλύτερες σχέσεις στο σπίτι και τη δουλειά.

– Μπορείτε να βελτιώσετε την επικοινωνία υιοθετώντας μια «ανοιχτή» γλώσσα του σώματος- τα χέρια δεν είναι σταυρωμένα, κάθεστε στην άκρη της θέσης, διατηρείτε τη βλεμματική επαφή με το άτομο, που μιλάτε.

– Μπορείτε ακόμη να χρησιμοποιήσετε τη γλώσσα του σώματος για να δώσετε έμφαση ή να βελτιώσετε το λεκτικό σας μήνυμα- για παράδειγμα χαϊδεύοντας ένα φίλο στην πλάτη ενώ τον συγχαίρετε για την επιτυχία του, ή χτυπώντας τα χέρια σας σε γροθιές για να τονίσετε το μήνυμά σας.

Τρόποι βελτίωσης της ερμηνείας της μη λεκτικής επικοινωνίας

  • Εξασκηθείτε παρατηρώντας ανθρώπους σε δημόσιους χώρους, όπως σ’ ένα εμπορικό κέντρο, στο λεωφορείο, στο τραίνο, στην καφετέρια, στο εστιατόριο ή βλέποντας ακόμη και μια τηλεοπτική εκπομπή απενεργοποιώντας τον ήχο. Αυτό μπορεί να σας διδάξει πώς να εκλαμβάνετε και να χρησιμοποιείτε καλύτερα τα μη λεκτικά σημάδια, όταν συζητάτε με τους άλλους. Παρατηρήστε πώς οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Προσπαθήστε να μαντέψετε τι είδους σχέση έχουν, για τι πράγμα μιλάνε σχετικά και πώς αισθάνεται ο καθένας από αυτούς για όσα λέγονται.
  • Αναγνωρίστε τις ατομικές διαφορές. Άνθρωποι από διαφορετικές χώρες και πολιτισμούς τείνουν να χρησιμοποιούν διαφορετικές χειρονομίες. Είναι σημαντικό λοιπόν να λάβετε υπόψη την ηλικία, τον πολιτισμό,τη θρησκεία, το φύλο και τη συναισθηματική κατάσταση, όταν ερμηνεύετε τη γλώσσα του σώματος. Για παράδειγμα, ένας Αμερικανός έφηβος, μια πενθούσα χήρα κι ένας Ασιάτης επιχειρηματίας είναι πιθανό να χρησιμοποιούν με διαφορετικό τρόπο τα μη λεκτικά σημάδια.
  • Εκλάβετε τα μη λεκτικά σημάδια ως μια ομάδα. Μη δίνετε τόση σημασία σε μια μόνο χειρονομία ή μη λεκτική ένδειξη. Σκεφτείτε συνολικά τα μη λεκτικά σημάδια, που λαμβάνετε, από τη βλεμματική επαφή, τον τόνο της φωνής μέχρι τη στάση του σώματος. Ο καθένας μπορεί για παράδειγμα να αφήσει τη βλεμματική επαφή να ξεφύγει, ή μπορεί να σταυρώσει τα χέρια του, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει απαραίτητα κάτι. Σκεφτείτε τα σημάδια σαν μια ολότητα για να μπορέσετε να τα ερμηνεύσετε καλύτερα.

Τρόποι βελτίωσης της μετάδοσης της μη λεκτικής επικοινωνίας

  • Χρησιμοποιήστε μη λεκτικά σημάδια, που να ταιριάζουν με τα λεγόμενά σας. Η μη λεκτική επικοινωνία θα πρέπει να ενισχύει αυτό που λέγεται και όχι να έρχεται σε αντίθεση  μ’ αυτό. Αν λέτε κάτι, αλλά η γλώσσα του σώματος λέει κάτι άλλο, ο συνομιλητής σας πιθανόν να νιώσει ότι δε λέτε αλήθεια. Π.χ. δεν μπορείτε να λέτε «ναι» και να γνέφετε το κεφάλι αρνητικά.
  • Προσαρμόστε τα μη λεκτικά σημάδια βάσει του περιεχομένου. Ο τόνος της φωνής σας, για παράδειγμα, θα πρέπει να είναι διαφορετικός όταν απευθύνεστε σ’ ένα παιδί απ’ότι σε μια ομάδα ενηλίκων. Ομοίως, θα πρέπει να λάβετε υπόψη τη συναισθηματική κατάσταση και το πολιτισμικό υπόβαθρο του ατόμου με το οποίο συνομιλείτε.
  • Χρησιμοποιήστε τη γλώσσα του σώματος για να μεταδώσετε θετικά συναισθήματα, ακόμη κι αν δεν τα βιώνετε εκείνη τη στιγμή. Π.χ. αν είστε νευρικός για μια κατάσταση- συνέντευξη για δουλειά, μια σημαντική παρουσίαση ή το πρώτο ραντεβού- μπορείτε να χρησιμοποιήσετε με θετικό τρόπο τη γλώσσα του σώματος για να δείξετε αυτοπεποίθηση, ακόμη κι αν δε νιώθετε έτσι. Αντί να μπείτε διστακτικά σ’ ένα δωμάτιο με σκυμμένο το κεφάλι, το βλέμμα απεστραμμένο και να «χωθείτε» σε μια καρέκλα, προσπαθήστε να σταθείτε ευθυτενώς, χωρίς να καμπουριάζετε, χαμογελώντας, διατηρώντας τη βλεμματική επαφή και δίνοντας μια σταθερή χειραψία. Θα σας κάνει να νιώσετε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και θα σας βοηθήσει να διευκολύνετε και το άλλο άτομο.

Πώς να κάνετε την επικοινωνία σας πιο αποτελεσματική (Ι)

MontageCommunicationΗ αποτελεσματική επικοινωνία μας βοηθά να καταλάβουμε καλύτερα ένα άτομο ή μια κατάσταση και μας επιτρέπει να επιλύσουμε διαφορές, να αναπτύξουμε εμπιστοσύνη και σεβασμό και να δημιουργήσουμε ένα κλίμα, όπου δημιουργικές ιδέες, λύσεις προβλημάτων, η στοργή και το νοιάξιμο μπορούν να καλλιεργηθούν. Όσο απλή κι αν φαίνεται η επικοινωνία, τα περισσότερα που θέλουμε να πούμε- και που οι άλλοι προσπαθούν να μας πουν- μπορεί να παρεξηγηθούν και να προκληθεί διαμάχη στις προσωπικές και επαγγελματικές μας σχέσεις.

Τι είναι η αποτελεσματική επικοινωνία;

Στην εποχή της πληροφορίας πρέπει να στείλουμε, να λάβουμε και να επεξεργαστούμε ένα τεράστιο αριθμό μηνυμάτων καθημερινά. Όμως η αποτελεσματική επικοινωνία είναι κάτι περισσότερο από απλή ανταλλαγή πληροφοριών. Περιλαμβάνει επιπλέον την κατανόηση των συναισθημάτων πίσω από την πληροφορία. Η αποτελεσματική επικοινωνία μπορεί να βελτιώσει τις σχέσεις στο σπίτι, στη δουλειά και στις κοινωνικές καταστάσεις και να βελτιώσει τη συνεργασία, την ικανότητα λήψης αποφάσεων και επίλυσης προβλημάτων. Σας επιτρέπει ακόμη να μοιράζεστε αρνητικά ή δύσκολα μηνύματα χωρίς να προκαλείτε συγκρούσεις ή να καταστρέφετε την εμπιστοσύνη. Η αποτελεσματική επικοινωνία συνδυάζει ένα σύνολο δεξιοτήτων, όπως τη μη λεκτική επικοινωνία, την ενεργητική ακρόαση, την άμεση διαχείριση του στρες και την επίγνωση των συναισθημάτων τόσο των δικών μας, όσο και των άλλων.

Αν και η αποτελεσματική επικοινωνία είναι μια δεξιότητα, που μαθαίνεται, είναι περισσότερο αποτελεσματική όταν συμβαίνει αυθόρμητα, παρά τυποποιημένα. Για παράδειγμα, ένας λόγος που διαβάζεται μέσα από χαρτιά σπάνια έχει την ίδια επίδραση με ένα λόγο που εκφωνείται (ή τουλάχιστον φαίνεται να εκφωνείται) αυθόρμητα. Φυσικά απαιτούνται χρόνος και προσπάθεια, προκειμένου να αναπτύξει κανείς αυτές τις δεξιότητες. Όσο περισσότερη προσπάθεια καταβάλλει και εξάσκηση κάνει κάποιος, τόσο πιο ενστικτώδεις και αυθόρμητες θα γίνουν οι επικοινωνιακές του δεξιότητες.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΕΣ ΔΕΞΙΟΤΗΤΕΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

 cartoon ear1) Ακρόαση: Το να ακούτε είναι από τις πιο σημαντικές πλευρές της αποτελεσματικής επικοινωνίας. Η ενεργητική ακρόαση δεν προϋποθέτει μόνο την κατανόηση των λέξεων ή των πληροφοριών, αλλά και την κατανόηση του πώς ο ομιλητής νιώθει για αυτά τα οποία λέει.

Η ενεργητική ακρόαση μπορεί να:

– κάνει τον ομιλητή να νιώσει ότι ακούγεται και γίνεται κατανοητός, βοηθώντας ενδεχομένως να αναπτυχθεί μια πιο δυνατή, βαθύτερη σχέση ανάμεσα στους συνομιλητές.

– δημιουργήσει ένα κλίμα, όπου ο καθένας μπορεί να νιώσει ασφάλεια, να εκφράσει τις ιδέες, τις απόψεις, τα συναισθήματα ή τα σχέδιά του και να επιλύσουν το πρόβλημα με δημιουργικό τρόπο.

-εξοικονομήσει χρόνο βοηθώντας να διευκρινίσετε πληροφορίες, αποφεύγοντας διενέξεις και παρεξηγήσεις.

– απαλλάξει από αρνητικά συναισθήματα. Όταν τα συναισθήματα είναι έντονα, αν ο ομιλητής νιώσει ότι ακούγεται πραγματικά, μπορεί να ηρεμήσει, να απαλλαγεί από δυσάρεστα συναισθήματα και να ξεκινήσει η βαθύτερη κατανόηση και επίλυση του προβλήματος.

Τρόποι ενεργητικής ακρόασης

Αν ο στόχος σας είναι να γίνετε πλήρως κατανοητός/η στο άλλο άτομο, η ενεργητική ακρόαση θα έρχεται συχνά με φυσικό τρόπο. Αν όχι, τότε μπορείτε να έχετε υπόψη σας τα ακόλουθα. Όσο πιο πολύ εξασκείστε, τόσο πιο ικανοποιητικές και ανταποδοτικές αλληλεπιδράσεις θα έχετε με τους άλλους.

  1. Επικεντρωθείτε πλήρως στον ομιλητή, στη γλώσσα του σώματος του και σε άλλα μη λεκτικά σημάδια. Αν ονειροπολείτε, τσεκάρετε τα μηνύματά σας ή ζωγραφίζετε κάτι αφηρημένα, είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα χάσετε τα μη λεκτικά σημάδια της συζήτησης. Αν σας είναι δύσκολο να συγκεντρωθείτε, προσπαθήστε να επαναλάβετε τα λόγια του ομιλητή στο μυαλό σας- θα ενισχύσει το μήνυμά του και θα σας βοηθήσει να παραμείνετε συγκεντρωμένοι.
  2. Αποφύγετε να διακόπτετε και να πηγαίνετε την κουβέντα σε ό,τι σας αφορά, λέγοντας για παράδειγμα «Αν θεωρείς ότι αυτό είναι κακό, άσε να σου πω τι μου συνέβη». Το να ακούς δεν είναι το ίδιο με το να περιμένεις τη σειρά σου να μιλήσεις. Δεν μπορείς να συγκεντρωθείς στο τι λέει κάποιος, αν σχεδιάζεις τι θα απαντήσεις. Ο ομιλητής πιθανόν να «διαβάσει» τις εκφράσεις του προσώπου σας και να καταλάβει πως σκέφτεστε κάτι άλλο.
  3. Αποφύγετε να γίνετε επικριτικοί. Προκειμένου να επικοινωνήσετε αποτελεσματικά με κάποιον δε χρειάζεται να συμφωνείτε με τις ιδέες, τις αξίες ή τις απόψεις του. Ωστόσο, χρειάζεται να βάλετε στην άκρη την κριτική σας, προκειμένου να καταλάβετε πλήρως τον άλλο. Η πιο δύσκολη επικοινωνία, αν γίνει με επιτυχία, μπορεί να οδηγήσει στην πιο απίθανη και βαθιά σύνδεση με κάποιον.
  4. Δείξτε το ενδιαφέρον σας σ’ αυτά που σας λέει. Γνέψτε περιστασιακά και σιγουρευτείτε ότι η στάση σας είναι ανοιχτή και φιλόξενη. Ενθαρρύνετε τον ομιλητή να συνεχίσει με μικρά λεκτικά σχόλια, όπως «ναι», «χμμμ», «α-χα» κτλ.

«Μαμά, μπαμπά…»

Dear-Mom-and-Dad Ο Rudolf Dreikurs γεννήθηκε στη Βιέννη το 1897 και σπούδασε ιατρική και ψυχιατρική στο πανεπιστήμιο της ίδιας πόλης. Εκτός από τη διδασκαλική και συγγραφική του δραστηριότητα, ο Dreikurs πρωτοστάτησε στην ίδρυση συμβουλευτικών σταθμών για τους γονείς και υπήρξε από τους θεμελιωτές της ιδέας για τις ομαδικές συζητήσεις στην τάξη και του οικογενειακού συμβουλίου στο σπίτι.

Ο Dreikurs αναφέρει: «Δεν υπάρχουν κακά παιδιά – υπάρχουν μόνο αποθαρρυμένα και δυστυχισμένα παιδιά, που δεν είχαν την τύχη να δεχτούν εκείνη την ανατροφή που θα τους άνοιγε τα φτερά για να ολοκληρωθούν μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία. Δεν υπάρχει, όμως, και γονιός που ΔΕΝ θα κάνει λάθη στην αγωγή των παιδιών. Απαλλαγείτε, λοιπόν, από τις ενδεχόμενες ενοχές σας. Και ηρεμήστε».

Στο παρακάτω απόσπασμα μιλάει σαν ένα παιδί, που απευθύνεται στο γονιό του.

  • Μη με κάνεις να νιώθω μικρότερος από ό,τι είμαι. Αυτό με κάνει να παριστάνω τον σπουδαίο.
  • Μη μου κάνεις παρατηρήσεις μπροστά στον κόσμο, αν μπορείς. Θα προσέξω περισσότερο αυτά που θα μου πεις, αν μου μιλήσεις ήρεμα μια στιγμή, που θα είμαστε οι δυο μας.
  • Μη με προστατεύεις πάντα από τις συνέπειες. Χρειάζεται καμιά φορά να πάθω, για να μάθω.
  • Μη μου δημιουργείς το αίσθημα ότι τα λάθη μου είναι αμαρτήματα. Μπερδεύονται έτσι μέσα μου όλες οι αξίες, που έχω μάθει να αναγνωρίζω. 
  • Μη δίνεις μεγάλη σημασία στις μικροαδιαθεσίες μου. Καμιά φορά γίνονται μόνο και μόνο για να κερδίσω την προσοχή σου, που ζητούσα.
  • Μη μου κάνεις συνεχώς παρατηρήσεις, γιατί τότε θα χρειαστεί να προστατέψω τον εαυτό μου, παριστάνοντας τον… κουφό.
  • Μη με παραχαϊδεύεις. Ξέρω ότι δεν γίνεται να έχω πάντα αυτό, που θέλω.
  • Μη μου δίνεις επιπόλαιες υποσχέσεις. Νιώθω πολύ περιφρονημένος, όταν δεν τις κρατάς.
  • Μη με αγνοείς, όταν σου κάνω ερωτήσεις. Αν κάνεις κάτι τέτοιο, σύντομα θα αρχίσω να αναζητώ απαντήσεις από άλλες πηγές.
  • Μην πέφτεις σε αντιφάσεις. Με μπερδεύεις αφάνταστα και χάνω την εμπιστοσύνη μου σε ‘σένα.
  • Μην προσπαθείς να με κάνεις να πιστέψω ότι είσαι τέλεια/-ος και αλάνθαστη/-ος. Είναι μεγάλο σοκ για εμένα να καταλάβω ότι δεν είσαι τίποτα από τα δύο.
  • Μη διανοηθείς ποτέ να πιστέψεις ότι θα πέσει η υπόληψή σου, εάν μου ζητήσεις συγγνώμη. Μια τίμια αναγνώριση ενός λάθους σου, μου δημιουργεί θερμά αισθήματα απέναντί σου.